Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

«Μετά την επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ… στη χώρα του Πολ Τόμσεν»


Δεύτερο μέρος (τελευταίο)


Τελικά η Ελλάδα «κατόρθωσε» να αποσπάσει, κατά την πρόσφατη Συνάντηση Κορυφής, από τους 17 ηγέτες της ευρωζώνης, την πολυπόθητη Ανακοίνωση αναγνώρισης και στήριξης των προσπαθειών που καταβάλλει η κυβέρνηση για να εφαρμοστεί η μνημονιακή πολιτική, αφού ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς εξήγησε με λεπτομέρειες το τι έχει γίνει μέχρι τώρα, στο πλαίσιο των συναντήσεων με την τρόικα. "Ο κ. Σαμαράς μας εξήγησε αναλυτικά τι γίνεται στην Ελλάδα για να μπει το πρόγραμμα σε τροχιά", δήλωσε ο Χ. Β. Ρομπάι για να συμπληρώσει: "Πρέπει να σημειώσω ότι η ανακοίνωση στέλνει ένα σαφές μήνυμα. Ενθαρρύνουμε τη χώρα να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις".

Φέρεται, μάλιστα, ο πρωθυπουργός, στις εξηγήσεις που έδωσε, να έκανε χρήση τριών «επιχειρημάτων» για να είναι πιο «πειστικός» προς τους εταίρους. Το πρώτο αφορούσε στο ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αφεθεί χωρίς βοήθεια, γιατί θα γίνει κοινωνική έκρηξη. Το δεύτερο στο ότι οι όποιες καθυστερήσεις έχουν υπάρξει αφορούν διαφωνίες που δεν εξαρτώνται από την Ελλάδα, αφήνοντας να εννοηθεί τις διαφωνίες ανάμεσα σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΔΝΤ. Το τρίτο στο ότι οι τράπεζες δεν αντέχουν πλέον και ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για την εκταμίευση της δόσης των 31.5δισ. (και μάλιστα ολόκληρης - από αυτά τα 24 έως 27 δισ. ευρώ θα πάνε στις τράπεζες) συμπληρωμένης με τα 5δισ., που εκκρεμούν από προηγούμενες δόσεις.

Παρ’ όλα αυτά, και χωρίς να υποτιμάει κανείς την πραγματική πολιτική και οικονομική βαρύτητα αυτών των επιχειρημάτων που πρόβαλε ο πρωθυπουργός, τόσο σε ό, τι αφορά τον ελληνικό λαό αλλά και σε ό, τι αφορά τους ίδιους τους εταίρους, αυτό που τους ικανοποίησε πριν απ’ όλα  είναι η αποφασιστικότητά του να προχωρήσει, χωρίς άλλες καθυστερήσεις, στα όσα επιμένει η τρόικα. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η συνάντηση του πρωθυπουργού με την Άνγκελα Μέρκελ, ακόμη και με τον Φρανσουά Ολάντ.

Γιατί στην πραγματικότητα, εκτός από τη βελτίωση ενός κλίματος που περιορίζεται στις ευχές για την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και στην προτροπή «ψηφίστε πρώτα και μετά ελάτε για τη δόση», τίποτα ακόμα δεν έχει εξασφαλιστεί με δεδομένο ότι η εκταμίευση θα εξαρτηθεί από την έκθεση της τρόικας και η τελική διευθέτηση της εκταμίευσης θα εξαρτηθεί από τη στάση και τη γνώμη του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, «τo eurogroup θα αξιολογήσει το αποτέλεσμα της επανεξέτασης υπό το πρίσμα της έκθεσης της τρόικας και θα λάβει τις απαραίτητες αποφάσεις», τονίζεται στην ανακοίνωση.

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο «τρέχουν» διάφορα σενάρια για τη βιωσιμότητα του χρέους, για την επιμήκυνση, για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού που θα προκύψει κ.α. Εκείνο, όμως, που είναι μονόδρομος για την ελληνική κυβέρνηση είναι η ολοκλήρωση και ψήφιση όσων μέτρων από τα 89 έχουν απομείνει και η ψήφιση όλων των μέτρων που θα συμφωνηθούν με την τρόικα και θα αποτελέσουν το Μνημόνιο Νο3.

Και εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι παίζεται ένα ανήθικο παιχνίδι παραπλάνησης του ελληνικού λαού από την πλευρά της κυβερνητικής τρόικας.. Όλα τα μέτρα τα οποία είναι υπό διαβούλευση με την τρόικα έχουν συμφωνηθεί και περιέχονται στο προηγούμενο μνημόνιο. Δεν είναι λοιπόν προϊόν του εκβιασμού της τρόικας στην οποία αντιστέκεται η ελληνική τρικομματική κυβέρνηση. Απλώς πρέπει να υλοποιηθούν με συγκεκριμένο τρόπο. Ακόμη και η δημιουργία του Ειδικού Λογαριασμού στην Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, απ’ όπου θα περνάνε όλοι οι πόροι για τους δανειστές και θα διαχειρίζεται τα διαθέσιμα της Ελλάδας και με τον οποίο η χώρα μας και πραχτικά μπαίνει υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο, είχε συζητηθεί και αποφασιστεί στο Eurogroup της 20ης του περασμένου Φλεβάρη. Και η «πανταχούσα» που απέστειλε το γερμανικό υπουργείο οικονομικών και ζητάει να νομοθετηθεί κινείται στο πλαίσιο της «ισχυρής διακυβέρνησης» και της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν αποφασιστεί στις Συναντήσεις Κορυφής και φέρουν και την υπογραφή των μέχρι τώρα κυβερνήσεων. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη φάση τελικής υλοποίησης.

***

Και για να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω…

• Το δίλημμα έχει ήδη κατασκευαστεί από την κυβέρνηση. «Ή παίρνουμε τη δόση ή χρεοκοπούμε», μια και τα αποθεματικά φτάνουν μέχρι τα μισά του Νοέμβρη. Και φυσικά για να πάρουμε τη δόση των 31.5δισ. πρέπει να περάσει το μνημόνιο Νο3. Ως έχει. Γι αυτό και ο πρωθυπουργός συνοδεύει το δίλημμα με την τόλμη και δηλώνει: «Θα σώσουμε την Ελλάδα όσοι τολμούμε». Η κυβέρνηση βέβαια θα ψηφίσει το μνημόνιο με την υπόσχεση ότι θα είναι το τελευταίο «πικρό ποτήρι» που θα γευτεί ο ελληνικός λαός. Προφανώς για να περάσει από τη βουλή με τις λιγότερες δυνατές απώλειες και για να γίνει ανεκτό από τον ελληνικό λαό.

Το ότι θα είναι το τελευταίο πικρό ποτήρι που θα γευτεί ο ελληνικός λαός αυτό είναι απολύτως ανακριβές. Το ότι η τρικομματική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να περάσει τα μέτρα με κάθε κόστος, ναι, αυτό είναι απολύτως ακριβές. Από την άποψη αυτή η απάντηση από την πλευρά του εργατικού κινήματος είναι μπροστά.

Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι δεν θα παρεμβληθούν άλλα εμπόδια για την οριστική εκταμίευση της δόσης, αυτό που πρέπει να σημειωθεί, όπως ήδη έχουμε γράψει και στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, είναι το γεγονός ότι «το μαχαίρι έχει χωθεί μέχρι το κόκαλο» στους εργαζόμενους και η χώρα μας μπαίνει σε μια περίοδο οικονομικών ανακατατάξεων - που με έμφαση σημειώνεται στα αστικά ΜΜΕ και που της δίνουν όνομα και ταυτότητα και την αποκαλούν «απόλυτη φιλελευθεροποίηση», που σαφώς θα φέρουν και τις αντίστοιχες πολιτικές ανακατατάξεις. Ήδη γίνονται συζητήσεις για νέα πολιτικά σχήματα.

• Το καθοριστικό ζήτημα, λοιπόν, που πρέπει να σταθεί και να απαντήσει κανείς είναι το πως η χώρα μας θα ξεφύγει από μια κατάσταση που την έφερε στο σημερινό σημείο της έσχατης κατάντιας. Να βρίσκεται στην ανάγκη να εκποιήσει τα περιουσιακά της στοιχεία και να ξεπουλήσει τους φυσικούς της πόρους. Για ό, τι ήρθε, εκτός των άλλων, η Άνγκελα Μέρκελ στην Αθήνα, για ό, τι απαιτεί το Eurogroup για να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη.

Αυτή είναι και η απόλυτη φιλελευθεροποίηση. Κατάργηση κάθε εργατικής κατάκτησης, κατάργηση της εθνικής συλλογικής σύμβασης, ελαστικές εργασιακές σχέσεις, μισθοί - μεροκάματα - συντάξεις πείνας, κατάργηση κάθε μορφής κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας, ιδιωτικοποιήσεις και ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας για πενταροδεκάρες. Μια γενικευμένη πολιτική εξαθλίωσης, η οποία εφαρμόζεται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και η οποία επιτρέπει, ταυτόχρονα, οι ισχυρότεροι εταίροι να προσπαθούν να ξεπεράσουν την οικονομική κρίση σε βάρος των μικρότερων εταίρων σφραγίζοντας την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων τους.

• Παράλληλα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τελευταία, όλο και περισσότερο, γίνεται λόγος για πραξικοπήματα που δεν έγιναν, για αυταρχικές λύσεις στην καρδιά της Ευρώπης, για ανάρμοστες συμπεριφορές των εργαζομένων, ενώ, ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι «δεν θα επιτρέψει να γίνει η χώρα ξέφραγο αμπέλι» την ώρα που την κάνει ξέφραγο αμπέλι για την Άνγκελα Μέρκελ.

Σημειώνουμε, και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής κανενός, ότι με την ευκαιρία της άφιξής της Άνγκελα Μέρκελ ανακοινώθηκαν, σε μορφή και λεξιλόγιο, που θύμιζαν τις ανακοινώσεις της χούντας, μια σειρά από πρωτοφανή απαγορευτικά μέτρα, που αποτελούν τον προπομπό για το τι πρόκειται να περιμένουμε στη χώρα μας ως προς τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες του ελληνικού λαού και των εργαζομένων.

• Και ενώ όλα τα παραπάνω λέγονται και προβάλλονται από τους επίσημους διαμορφωτές της λεγόμενης κοινής γνώμης και από τα επίσημα κυβερνητικά χείλη ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη μεριά, θέτει σε κυκλοφορία το δικό του δίλημμα: «Ή μνημόνιο ή ΣΥΡΙΖΑ».

Πρόκειται για ένα σαφώς παραπλανητικό δίλημμα, γιατί δεν παίρνει υπόψη ότι από τη στιγμή που η απόλυτη φιλελευθεροποίηση εφαρμόζεται στο όνομα του ευρώ και της παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη, ότι αυτή η οικονομική πολιτική έχει επίσημο και γενικό ευρωενωσιακό χαρακτήρα και εφαρμογή.

Δεν γίνεται - είναι ένας κραυγαλέος παραλογισμός - στο όνομα της διάσωσης της χώρας και του ευρώ και της παραμονής σ’ αυτό και, παραπέρα, της μη διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

¨      Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, να απορρίπτεται το μνημόνιο, γιατί εξωθεί την Ελλάδα εκτός ευρώ και η εφαρμογή του δεν διασώζει ούτε το ευρώ ούτε και τη χώρα,  αυτό είναι το βασικό του επιχείρημα, που τελικά αυτό το επιχείρημα καταλήγει στην ανησυχία του ΣΥΡΙΖΑ για τον κίνδυνο διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και…

¨      Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τώρα, με την ταυτόχρονη παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ - γιατί το κόστος εξόδου από το ευρώ θα ήταν πολύ σημαντικό και για τη Γερμανία και για άλλες χώρες εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, να επιχειρείται και για τη διάσωση του ευρώ και για τη διάσωση της χώρας και για να μην υπάρξει κίνδυνος διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εφαρμοστεί το μνημόνιο (όχι μόνο στη χώρα μας αλλά γενικά σε όλες τις χώρες)!

Η καταστροφή και η διάσωση της χώρας μας, η καταστροφή και η διάσωση του ευρώ, η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η διάσωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να έχουν κοινό παρανομαστή! Δεν μπορεί να βασίζονται στην ταυτόχρονη εφαρμογή και απόρριψη του μνημονίου. Επομένως το δίλημμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πυροτέχνημα από τη στιγμή που υποστηρίζει την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κάτι άλλο υπάρχει που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αρνείται επίμονα να το δεχτεί, ενώ το γνωρίζει πολύ καλά. Γι αυτό καταφεύγει και στα πυροτεχνήματα:

¨      Είναι ο ρόλος του ευρώ που απαιτεί για τους εργαζόμενους μνημόνια.
¨      Είναι ο ρόλος του ευρώ που για τους εργαζόμενους απαιτεί ρήξη με το ευρώ για να διασωθεί και η χώρα.
¨      Είναι ο ρόλος του ευρώ που για τους εργαζόμενους απαιτεί ρήξη και αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που έφερε σ’ αυτήν την κατάντια τη χώρα μας.

Το ευρώ συγκεντρώνει και συμπυκνώνει το σύνολο των σχέσεων και των αντιφάσεων της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ενοποίησης και του παγκόσμιου ανταγωνισμού από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για λογαριασμό της. Αυτό δεν μπορεί να παριστάνει ότι το αγνοεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Και πρέπει να το απαντήσει. Να πάρει θέση.

Δεν βρισκόμαστε στο 1992. Επιτέλους, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί - και κατ’ επέκταση και καμιά πολιτική δύναμη, ότι από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνέχεια στην ευρωζώνη δεν γνωρίζει τις συνέπειες. Η Ελλάδα έχασε την παραγωγική της βάση, μεγάλωσε η εξάρτησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκχώρησε τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τα οικονομικά εργαλεία άσκησης της οικονομικής της πολιτικής, έγινε μια χώρα που κατέφυγε στον άκρατο δανεισμό, υπερχρεώθηκε για να φτάσει, τελικά, να χρεοκοπήσει και να αντιμετωπίζει φαινόμενα μαζικής εξαθλίωσης και ανεργίας και τώρα τίθεται υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Δηλαδή τίθεται υπό καθεστώς περιορισμένης εθνικής ανεξαρτησίας.

Η χρεοκοπία δεν είναι ένα γεγονός που συμβαίνει τυχαία κάποια ημέρα και κατά λάθος. Είναι αποτέλεσμα στρατηγικών επιλογών, μιας μακρόχρονης πορείας. Το ευρώ, αποδείχτηκε πια, ότι δεν μπορεί να παίξει το νομισματικό του ρόλο, γιατί η ισχυρή οικονομική ανισομετρία, που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν του το επιτρέπει. Παράλληλα δημιουργεί και ισχυρές αντιθέσεις μέσα στις αστικές τάξεις των χωρών - μελών της αλλά και αποδεικνύεται ότι η λειτουργία του ευνόησε φανερά το τραπεζικό κεφάλαιο και το χρηματοπιστωτικό σύστημα (που με την οικονομική κρίση παρουσίασε και τα μεγαλύτερα προβλήματα) τροφοδοτώντας τη μακροχρόνια ύφεση. Πάνω απ’ όλα ανέδειξε τη Γερμανία σε κυρίαρχη δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καμιά πολιτική δύναμη, επομένως, δεν μπορεί να είναι δέσμια του ευρώ κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα.

• Την ίδια στιγμή η ¨Χρυσή Αυγή» έχει αποδυθεί σε ένα εγκληματικό κυνήγι των μεταναστών και από τη θέση του παρακράτους θέλει να έρθει στη θέση του κράτους, με ό,τι σημαίνει αυτό ακόμη και για την ίδια την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, δείχνοντας φανερά και απροκάλυπτα την εναλλακτική λύση που προετοιμάζεται να ακολουθήσει η άρχουσα τάξη της χώρας με στόχο τη διάσωσή της. Και εδώ δεν μπορεί να υπάρχουν αυταπάτες. Πολύ περισσότερο που τώρα τελευταία θεωρεί σκόπιμο να κάνει επίδειξη της νεοναζιστικής της ταυτότητας ανοιχτά πλέον.

***

• Το μόνο κόμμα που αυτή τη στιγμή μπορεί να δώσει μια ουσιαστική διέξοδο στα τραγικά αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει η χώρα μας και οι εργαζόμενοι είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας, έστω κι αν οι πολιτικοί όροι της παρουσίας του έχουν σημαντικά αλλάξει - και έχουν αλλάξει σε βάρος του και σε μια περίοδο που υπήρχαν οι δυνατότητες για το ακριβώς αντίθετο.

Το καθήκον αυτό μπορεί να το υλοποιήσει με μία σημαντική επισήμανση. Ότι θα κατανοήσει και θα ερμηνεύσει σωστά την ιστορική περίοδο που έχει εισέλθει η χώρα μας και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, ότι θα ανταποκριθεί με την ανάλογη πολιτική και τις ανάλογες πρωτοβουλίες και με μια ηγεσία που θα έχει κύρος και θα σταθεί στο ύψος των ευθυνών της. Γι αυτό το λόγο το προσεχές Συνέδριο είναι απολύτως κρίσιμο για τον προσανατολισμό και τη δράση του Κόμματος.

Και το Κόμμα μας, το ΚΚΕ, έχει τη δυνατότητα να δώσει διέξοδο, γιατί είναι το μόνο κόμμα που διαθέτει ένα μοναδικό εφόδιο. Έχει πολύτιμη και αναντικατάστατη υπεροχή, που επαληθεύτηκε από την ίδια τη ζωή, σε ένα ζήτημα στρατηγικής σημασίας για τη χώρα μας. Την επιλογή ένταξης στην ΕΟΚ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη. Είναι ο κρίκος, ο χρυσός κρίκος,  που συνδέει όλες τις εκφάνσεις της οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής, γενικότερα κοινωνικής ζωής στη χώρα μας.
Η άρχουσα τάξη της χώρας μας γι αυτήν την επιλογή «έπαιξε τα ρέστα της». Και έχασε. Χρεοκόπησε τη χώρα. Χρεοκόπησε το δικό της κράτος. Εξαθλίωσε τον ελληνικό λαό. Τον καταδίκασε σε μια μακροχρόνια φτώχια και ανέχεια για να πληρώσει το μάρμαρο των επιλογών των κεφαλαιοκρατικών δυνάμεων.

Το όραμα καταρρακώθηκε. Δεν ξαναστήνεται εύκολα στα πόδια του. Και οι ιστορικές στιγμές όπου υπάρχει πλήρης σύμπτωση στην κατάρρευση μιας τάξης σε οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, στο γενικότερο οραματικό, δεν είναι συχνές στην ιστορία. Και βρισκόμαστε ακριβώς σε τέτοιες στιγμές.

Είναι οι στιγμές που μπορούν να σημαίνουν την έναρξη μιας «πανεθνικής κρίσης», σημάδια της οποίας ήδη υπάρχουν τόσο σε ό, τι αφορά στην οικονομία όσο και σε ό, τι αφορά στην ιδεολογία και πολιτική, στις σχέσεις των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων. Μιας πανεθνικής κρίσης που το ΚΚΕ οφείλει να πρωτοπορήσει ως πολιτική δύναμη, εθνική δύναμη του έθνους της εργατικής τάξης, ως «εθνική» πρωτοπόρα δύναμη των λαϊκών δυνάμεων, εκπρόσωπος του λαού και του τόπου.

• Αλλά για να μπορέσει να παίξει αυτόν το ρόλο, όμως, πρέπει να τονιστούν και να τηρηθούν, κι αυτό γίνεται από την πλευρά μας με έμφαση, ορισμένες βασικές προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί σ’ αυτό το καθήκον. Κι αυτές είναι:

Πρώτη. Η βαθύτατη κατανόηση της αδήριτης ανάγκης, που πηγάζει από «τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», να «επιστρέψει» το Κόμμα μας στις επεξεργασίες του 15ου Συνέδριου, που μπορούν  να συμπληρωθούν ή να εκσυγχρονιστούν, όπου είναι απαραίτητο, ιδιαίτερα σε εκείνο το μέρος του Προγράμματος που αναφέρεται στα συγκεκριμένα μέτρα, που έχει ανάγκη η οικονομία της χώρα μας και που σήμερα αποτελούν μέτρα «εκ των ων ουκ άνευ» για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία. Άξονας των συγκεκριμένων μέτρων είναι η οικονομική κρίση και η χρεοκοπία,  η διέξοδος απ’ αυτές.

Στο πλαίσιο αυτό, τα συγκεκριμένα μέτρα θα αντανακλούν, εκτός από την οικονομική αναγκαιότητά τους, και τις σχέσεις των τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων στη χώρα μας (όπως διαμορφώνονται και από την επίδραση ενός ευρύτερου γεωστρατηγικού περιβάλλοντος και της κατάστασης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος συνολικότερα). Θα αντανακλούν  την ένταση της ταξικής πάλης.

Θα αντανακλούν, ταυτόχρονα, και τα συγκεκριμένα βήματα στην ωρίμανση της ταξικής και πολιτικής συνείδησης των λαϊκών μαζών, πάνω και πριν απ’ όλα της εργατικής τάξης, στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του ΑΑΔΜ, της διεκδίκησης της διακυβέρνησης της χώρας και της εξουσίας. Θα είναι τα αναπόφευκτα συγκεκριμένα βήματα, τελικά, στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

Η διαδικασία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη σταδιολογία. Δεν αναιρεί το χαρακτήρα της επανάστασης, αντίθετα, δημιουργεί τους όρους για την πραγματοποίησή της, ξεκαθαρίζει τους όρους των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Πάνω απ’ όλα ξεκαθαρίζει και διαμορφώνει σε κάθε στιγμή τη σχέση της τακτικής με τη στρατηγική, και μάλιστα σε μια περίοδο που ο πολιτικός χρόνος έχει συμπυκνωθεί πολύ, οι εξελίξεις κρίνονται «δια ζώσης» και «τρέχουν» πολύ γρήγορα και οι λαϊκές μάζες μαθαίνουν πάρα πολλά σε πολύ λίγο χρόνο.

Το ερώτημα που τίθεται, ενδεχομένως, και που «κανονικά» δεν πρέπει να τίθεται, είναι: Εάν η διαδικασία αυτή οδηγεί με σιγουριά και στην πραγματοποίηση της επανάστασης. Το ερώτημα αυτό το απαντάνε μόνο οι ανόητοι και όσοι επιδίδονται στο «ευγενές σπορ» της (αντ)επαναστατικής λογοκοπίας. Όσοι, μέσα από τη δική τους «σιγουριά» (στην πραγματικότητα μέσα από τη μικροαστική τους ανασφάλεια) ενοχοποιούν τις λαϊκές μάζες για την «ανοησία» τους, που δεν «καταλαβαίνουν» την ανάγκη της σοσιαλιστικής επανάστασης!  Και εισπράττουν ως πραγματικό αντίτιμο της «ανοησίας» των λαϊκών μαζών το 4.5% και τον ελλοχεύοντα κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξη του Κόμματος. Δηλαδή εισπράττουν την πραγματική απομάκρυνση από τη σοσιαλιστική επανάσταση, χωρίς, στο μεταξύ, να έχουν κερδίσει τίποτα ωφέλιμο για την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό γενικότερα.

Δεύτερη. Η χώρα μας έχει εισέλθει σε μια περίοδο, εδώ και καιρό, που από τα χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν μπορούμε να τη θεωρήσουμε ως μια μακρόχρονη μεταβατική περίοδο, που δεν έχει κλείσει ακόμη, σημαντικών οικονομικών και πολιτικών ανακατατάξεων αλλά, που την ίδια στιγμή, αναδεικνύει και την κατάσταση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

Για τη μεταβατική αυτή περίοδο, που έχει αρχίσει από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης παγκόσμια και στη χώρα μας, θα υπάρξει ιδιαίτερο άρθρο στη «Νέα Σπορά» στο οποίο θα περιγράφονται τα βασικά της χαρακτηριστικά. Γι αυτό το λόγο περιοριζόμαστε να αναφερθούμε στη βασική μας εκτίμηση γι αυτήν.

Πρόκειται για μια περίοδο την οποία μπορεί το Κόμμα μας να την αξιοποιήσει για να ανακάμψει, να επεξεργαστεί τη διέξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία της χώρας, με συγκεκριμένους βασικούς στόχους, που θα είναι και στόχοι του εργατικού και του ευρύτερου λαϊκού κινήματος, ενώ, ταυτόχρονα, το Κόμμα μας θα αναπτύσσει την αυτοτελή του δράση και θα αναδεικνύεται η καθοδηγητική του ικανότητα μέσα από τη δράση του εργατικού κινήματος, να οικοδομείται το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο, που θα διεκδικήσει τη διακυβέρνηση της χώρας και την εξουσία και που αυτή θα στηρίζεται στη μαχητική συμμαχία της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού, της διανόησης και της νεολαίας.

Τρίτη. Είναι αναγκαίο, το έχουμε τονίσει και σε άλλες παρεμβάσεις μας, να υπάρξει στροφή της εργατικής πολιτικής του Κόμματος στα σωματεία και στις ομοσπονδίες, γιατί, ουσιαστικά, εδώ και χρόνια το ΠΑΜΕ, με τον τρόπο που αναπτύσσει τη δράση του,  έχει αποσπάσει τις δυνάμεις του από τα σωματεία και τις ομοσπονδίες. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Η περίοδος από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας ανέδειξε τις ανεπάρκειες του εργατικού κινήματος, που είναι ανεπάρκειες της εργατικής πολιτικής του Κόμματος.

Παρά το γεγονός ότι αναπτύχθηκαν σημαντικοί αγώνες αυτοί ήταν κατώτεροι και των δυνατοτήτων και των αναγκών. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτών των αγώνων ήταν ότι δεν υπάκουαν σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, με βάση το οποίο θα αναπτύσσονται και οι διεκδικήσεις των εργαζομένων με συγκεκριμένα αιτήματα για την ικανοποίηση των άμεσων προβλημάτων τους.

Στην κατεύθυνση αυτή είναι απόλυτα αναγκαίο να επανέλθει ο ρόλος του ΠΑΜΕ στον αρχικά καθορισμένο χαρακτήρα του, κυρίαρχα ως συσπείρωσης σωματείων και ομοσπονδιών, που θα συσπειρώνει το σύνολο των εργατικών δυνάμεων σ’ αυτά τα σωματεία και τις ομοσπονδίες και  θα παίζει το ρόλο ενός πόλου μέσα στο εργατικό κίνημα και όχι μιας παράταξης, που θα καταλήγει στον κάθετο οργανωτικό διαχωρισμό των εργαζομένων μέσα στα ίδια τα σωματεία και τις ομοσπονδίες. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί η ενότητα των εργαζομένων και η ανάπτυξη της κοινής τους δράσης. Παράλληλα με κινήσεις και «από τα πάνω» και «από τα κάτω».

Πολύ περισσότερο πρέπει να κατανοηθεί ότι πρέπει να τελειώσει η σύγχυση γύρω από το ρόλο του Κόμματος μέσα στο εργατικό κίνημα και του ΠΑΜΕ. Το Κόμμα είναι ο επιστημονικός σοσιαλισμός μέσα στο εργατικό κίνημα, γεγονός που δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην εργατική του πολιτική. Το ΠΑΜΕ δεν πρέπει να υποκαθιστά το Κόμμα σ’ αυτό τον ρόλο και να ταυτίζεται ουσιαστικά με το Κόμμα. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο φωνές μέσα στο εργατικό κίνημα για έναν και μοναδικό ρόλο.

Την ίδια στιγμή πρέπει να παρθούν εκείνες οι πρωτοβουλίες, συγκεκριμένες και χειροπιαστές, που θα δίνουν απάντηση στην ανασύνταξη, στην αναζωογόνηση, στον εκδημοκρατισμό, στη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, στις σχέσεις επιχειρησιακών και κλαδικών σωματείων.

Τέταρτη. Διαπράχθηκε ένα θεμελιακό λάθος. Δημιουργήθηκαν τα «φύτρα» του Μετώπου «από τα πάνω» αντί να είναι το αποτέλεσμα «από τα κάτω». Με εξαίρεση το ΠΑΜΕ, που υπήρχε συγκεκριμένη πείρα από το παρελθόν, με τα «114 σωματεία» από τον καιρό της προδικτατορικής ΕΔΑ, που στην πραγματικότητα ήταν πολλές εκατοντάδες περισσότερα, η γενίκευση της δημιουργίας των φύτρων τα καταδίκασε να παραμένουν …φύτρα και παρέσυρε και το ΠΑΜΕ στην ίδια κατάσταση.

Η δημιουργία της ΠΑΣΥ, της ΠΑΣΕΒΕ, του ΜΑΣ και η αλλαγή του ρόλου της ΟΓΕ μας έφερε μπροστά σε ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να περνάει απαρατήρητο. Τα σωματεία δεν λειτουργούν, οι αγροτικοί και φοιτητικοί σύλλογοι επίσης, οι σύλλογοι γυναικών έχουν αδρανοποιηθεί και όλη η δραστηριότητα περιορίζεται σε κινήσεις από τα πάνω.

Το αποτέλεσμα είναι να γίνεται λόγος για εκφυλισμό του κινήματος, και τελευταία να γίνεται λόγος για εκφυλισμό και του εργατικού κινήματος, όπως υποστήριξε η Αλέκα Παπαρήγα στην τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση στο κανάλι «Κόντρα».

Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην εκτίμηση για εκφυλισμό του εργατικού κινήματος και όλων των άλλων κινημάτων. Αυτή η εκτίμηση ασκεί διαλυτική επίδραση στη δράση του εργατικού κινήματος και αποτελεί μια ανεπίτρεπτη δικαιολογία για την πολιτική στάση της ηγεσίας του Κόμματος απέναντι γενικά στο Κίνημα.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι δεν υπάρχουν εκφυλιστικά φαινόμενα, για τα οποία ευθύνεται, κυρίαρχα, ο κυβερνητικός και εργοδοτικός συνδικαλισμός. Αλλά δεν είναι αρκετή αυτή η εξήγηση. Γιατί, τότε, πως δικαιολογείται το γενικό φαινόμενο της χαμηλής έως και ανύπαρκτης συμμετοχής των εργαζομένων και στα σωματεία και στις ομοσπονδίες που ελέγχονται από το ΠΑΜΕ;

Το λάθος που γίνεται, και είναι θεμελιακό λάθος, είναι ότι η ηγεσία του Κόμματος προσπαθεί να δημιουργεί Κίνημα στη θέση του Κινήματος.  Πρέπει, επιτέλους, να γίνει κατανοητό ότι το ΠΑΜΕ δεν είναι ένα ΑΛΛΟ εργατικό κίνημα. Είναι ένας συγκεκριμένος πόλος ΜΕΣΑ στο εργατικό κίνημα. Κι αυτό το γεγονός καθορίζει το ρόλο του και τα καθήκοντά του.

Αν η ηγεσία του Κόμματος έχει την πρόθεση και ίσως τη φιλοδοξία το ΠΑΜΕ να εκπροσωπήσει συνολικά το εργατικό κίνημα, να παίξει το ρόλο μιας ΓΣΕΕ στη θέση της ΓΣΕΕ (εμείς διαφωνούμε κατηγορηματικά σε μια τέτοια εκδοχή, γιατί οδηγεί κατ’ ευθείαν στα «κόκκινα συνδικάτα»), τότε, πρέπει να διακηρυχτεί ανοιχτά για να μην μπερδεύονται οι ρόλοι. Για μας, εάν πράγματι η ηγεσία του Κόμματος κινηθεί σε μια τέτοια κατεύθυνση, είναι βέβαιο ότι θα έρθει, τελικά, ο πραγματικός εκφυλισμός του εργατικού κινήματος, που, πριν απ’ όλα, θα αφαιρέσει δυνάμεις από το ίδιο το ΠΑΜΕ.

Παρά το γεγονός, όμως, ότι κάτι τέτοιο δεν έχει επίσημα διακηρυχτεί το ΠΑΜΕ δείχνει να κινείται στην πράξη σε μια ανάλογη κατεύθυνση. Και στην ίδια κατεύθυνση έχουν οδηγηθεί όλα τα φύτρα του Μετώπου, που, τελικά, η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν συσπειρώνουν πλατιές μάζες και σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε και τις κομματικές δυνάμεις, έχοντας καταδικάσει τις κομματικές δυνάμεις σε ένα κουραστικό και αναποτελεσματικό τρέξιμο και παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων. Οι ίδιες οι κομματικές δυνάμεις, οι ίδιοι άνθρωποι, πότε είναι το Κόμμα, πότε είναι το ΠΑΜΕ, πότε είναι η Λαϊκή Επιτροπή κλπ κλπ!

Στην πραγματικότητα αυτό που λείπει δεν είναι ότι δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει στο εργατικό κίνημα, τι πρέπει να κάνει το ΠΑΜΕ και ποιος είναι ο ρόλος του. Αυτό που λείπει αυτή τη στιγμή είναι ότι το Κόμμα μας δεν έχει πρόταση επεξεργασμένη για την έξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, που να αντιστοιχεί στις συγκεκριμένη κατάσταση, που περνάει η χώρα μας, γιατί έχει αρνηθεί το ίδιο του το Πρόγραμμα,  και που πάνω σ’ αυτήν να στηριχτεί η δράση του ΠΑΜΕ και του εργατικού κινήματος. Του ίδιου του Κόμματος.

Το Κόμμα έχει κάνει ένα μετέωρο άλμα προς τα μπροστά με την «εργατική εξουσία» και «οι ρόδες του γυρνάνε στον αέρα». Έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα κι αυτό επιδρά και στη στάση του στο εργατικό κίνημα, και στη λειτουργία του, και στην επαφή του με τους εργαζόμενους και τις διαθέσεις τους, και στις εκτιμήσεις του, και στο ίδιο του το κύρος μέσα στο λαό. Και ειδικά για το τελευταίο, το κύρος του, η ηγεσία έχει τεράστιες ευθύνες.

Πέμπτη. Πρόκειται για το ζήτημα των σχέσεων του Κόμματος με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι καιρός οι σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων να εξομαλυνθούν, όχι με την έννοια των φιλικών ή εχθρικών διαθέσεων του ενός ως προς το άλλο, αλλά με την έννοια δύο κομμάτων, που το καθένα αντιπροσωπεύει διαφορετικές κοινωνικές αναφορές και κοσμοθεωρίες μέσα στην ελληνική κοινωνία. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως σύνολο, είναι ένας πολιτικός χώρος του μικροαστικού σοσιαλισμού, που τείνει να ενιαιοποιηθεί και έχει εγκλωβιστεί στην αστική ιδεολογία. Αντιπροσωπεύει τα σύγχρονα μικροαστικά στρώματα, κυρίως μεσαία και ανώτερα, ενώ, στη σημερινή φάση της πολιτικής ζωής, επηρεάζει σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης, κυρίαρχα στα αστικά κέντρα. Στην ιδεολογία του έχει ενσωματώσει βασικές θέσεις της άρχουσας τάξης, με πρώτη και σημαντικότερη τη στρατηγική της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και τη λειτουργία της  αγοράς και το ρόλο της λεγόμενης ιδιωτικής πρωτοβουλίας, τους θεσμούς της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, γεγονός που τον κάνει να μην μπορεί να υπερασπιστεί τις σοσιαλιστικές του διακηρύξεις, να εγκαταλείπει και να απομακρύνεται από ριζοσπαστικές του θέσεις και από την αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή πάλη, πολύ περισσότερο να μη μπορεί να τη διεξάγει με συνέπεια και σταθερότητα. Είναι ένας πολιτικός χώρος που δεν έχει καμία σχέση με τον επιστημονικό σοσιαλισμό, με τον Μαρξισμό - Λενινισμό, παρά την ύπαρξη δυνάμεων στο εσωτερικό του, που κινούνται σε μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, τάσσονται υπέρ της εξόδου από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάνουν λόγο ότι ο τελικός τους στόχος είναι ο σοσιαλισμός. Είναι ένα κόμμα, που, γενικά, εντάσσεται στο χώρο της Αριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή του μορφή και πολιτική έκφραση, παρά το γεγονός ότι έχει προέλθει από διασπάσεις του κομμουνιστικού κινήματος, έχει εγκαταλείψει τις αρχικές του ιστορικές καταβολές, την όποια κομμουνιστική του αναφορά. Από την άποψη αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί έναν πολιτικό χώρο που δεν έχει, πια, ουσιαστική σχέση με τις δυνάμεις από τις οποίες προήλθε. Κατά προέκταση η κριτική πολιτική στάση απέναντί του πρέπει, και πολύ περισσότερο για τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, να αφορά τη σημερινή του πολιτική του θέση και στάση στο πολιτικό σύστημα, σε συνάρτηση με τις κοινωνικές δυνάμεις που εκφράζει.

Μια τέτοια στάση απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ διακανονίζει τις πολιτικές σχέσεις και την πολιτική κριτική από την πλευρά του Κόμματος ως προς αυτόν, φέρνει στο επίκεντρο τα προγράμματα των δύο κομμάτων, ειδικότερα τους όρους εξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, τα κυρίαρχα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, τα οποία απασχολούν τους εργαζόμενους και από τα οποία εξαρτάται το μέλλον της χώρας. Απελευθερώνει τις δυνάμεις του ΚΚΕ να σταθούν απέναντι στις δυνάμεις που επηρεάζει ο ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα του παρόντος και του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος, αναδεικνύει την πολιτική και ιδεολογική υπεροχή του Κόμματος, κάνει κατανοητές και ξεκάθαρες τις διαφορές, δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στην πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση, πολιτικά εξορθολογίζει και αποσαφηνίζει τους όρους κοινής δράσης, δημιουργεί έδαφος μέσα στο εργατικό κίνημα να αποσπαστούν δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ από τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό και να δημιουργηθούν πιο ουσιαστικά ρήγματα μ’ αυτόν, προσθέτει περισσότερους θετικούς όρους για την απομόνωση του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Τελικά. Η στάση του Κόμματος απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει ως πρώτο και κυρίαρχο κριτήριο τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπεί και με βάση αυτό το γεγονός να αντιμετωπίζεται η πολιτική του, στο εάν ανταποκρίνεται αυτή η πολιτική ή όχι στα συμφέροντα αυτών των μικροαστικών στρωμάτων, ιδιαίτερα των κατώτερων και μεσαίων, των εργαζομένων που επηρεάζει. Γι αυτό το λόγο πρέπει να γίνεται αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και των δυνάμεων που τον ακολουθούν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς επειδή έχει εγκλωβιστεί στην αστική ιδεολογία και έχει ενσωματώσει ως δική του επιλογή τη στρατηγική επιλογή της άρχουσας τάξης είναι και θα είναι ευάλωτος στις πιέσεις που ασκούνται πάνω του από την άρχουσα τάξη. Οι πιέσεις αυτές ασκούνται και θα ασκούνται κυρίαρχα πάνω στην ηγεσία του.  Μέσα απ’ αυτές τις πιέσεις η άρχουσα τάξη αποσκοπεί στο να στρέψει τα μικροαστικά στρώματα προς το μέρος της. Η εργατική τάξη και το κόμμα της δεν μπορούν να είναι αδιάφοροι σε τέτοιες κινήσεις. Στη γνωστή ταλάντευση των μικροαστικών στρωμάτων πρέπει να προσπαθήσουν, η εργατική τάξη και το κόμμα της, να απαντήσουν με τη σταθερότητα της στάσης τους και την ενσωμάτωση των αιτημάτων των μικροαστικών στρωμάτων στις διεκδικήσεις τους, για να τα συσπειρώσουν και να δημιουργήσουν όρους κοινωνικής συμμαχίας.  Αυτή η στάση απαιτεί τη θεμελιωμένη και αυστηρή κριτική της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.

Έκτη. Αφορά στο ίδιο το Κόμμα μας. Στις παρεμβάσεις που έχουμε πραγματοποιήσει μέχρι τώρα από την «Νέα Σπορά» έχουμε περιγράψει πολύ βασικές πλευρές της λειτουργίας και της δράσης του Κόμματος. Εδώ θα συμπυκνώσουμε στο κυρίαρχο ζήτημα που χαρακτηρίζει το κομματικό μας πρόβλημα. Το Κόμμα πρέπει να αποκαταστήσει τους λενινιστικούς κανόνες λειτουργίας και δράσης, να αποκαταστήσει το Μαρξισμό - Λενινισμό και να αποκοπεί οριστικά και αμετάκλητα από ιδεολογικές επιρροές ξένες προς αυτόν και από μια ακατάσχετη και χωρίς αντίκρισμα γενικολογία.

Μόνο μ’ αυτούς τους όρους θα μπορέσει να κατανοήσει τα ζητήματα τακτικής και να εντάξει αυτήν αρμονικά στη στρατηγική του. Μόνο κάτω απ’ αυτούς τους όρους θα μπορέσει να προσεγγίσει τη σημερινή πραγματικότητα, να καθορίσει τα επαναστατικά του καθήκοντα, να παίξει το ρόλο του ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορέσει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, να ανακάμψει, να δημιουργήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού, να διεκδικήσει η εργατική τάξη την εξουσία.

Μπροστά στο 19ο Συνέδριο του Κόμματος, αυτά τα ζητήματα που θίχτηκαν, δεν μπορεί παρά να κατανοηθεί από την ηγεσία του Κόμματος ότι είναι τα κατ’ εξοχήν σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τις κομματικές δυνάμεις, τους φίλους, τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους του Κόμματος. Από το πώς θα επιλυθούν αυτά τα ζητήματα θα εξαρτηθεί η ύπαρξη η ίδια του Κόμματος, η ενότητα των γραμμών του η ιδεολογική του ταυτότητα, η αποτελεσματικότητα της δράσης του, το κύρος του μέσα στην ελληνική κοινωνία και διεθνώς. Το γεγονός αυτό η ηγεσία του Κόμματος δεν μπορεί να το παρακάμψει με κανένα τρόπο γι αυτό και δεν μπορεί να δείχνει την εμμονή της σε επιλογές που η ίδια η ζωή τις απέρριψε και το Κόμμα τις πλήρωσε.