Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

«Μετά την επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ… στη χώρα του Πολ Τόμσεν»


Δεύτερο μέρος (τελευταίο)


Τελικά η Ελλάδα «κατόρθωσε» να αποσπάσει, κατά την πρόσφατη Συνάντηση Κορυφής, από τους 17 ηγέτες της ευρωζώνης, την πολυπόθητη Ανακοίνωση αναγνώρισης και στήριξης των προσπαθειών που καταβάλλει η κυβέρνηση για να εφαρμοστεί η μνημονιακή πολιτική, αφού ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς εξήγησε με λεπτομέρειες το τι έχει γίνει μέχρι τώρα, στο πλαίσιο των συναντήσεων με την τρόικα. "Ο κ. Σαμαράς μας εξήγησε αναλυτικά τι γίνεται στην Ελλάδα για να μπει το πρόγραμμα σε τροχιά", δήλωσε ο Χ. Β. Ρομπάι για να συμπληρώσει: "Πρέπει να σημειώσω ότι η ανακοίνωση στέλνει ένα σαφές μήνυμα. Ενθαρρύνουμε τη χώρα να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις".

Φέρεται, μάλιστα, ο πρωθυπουργός, στις εξηγήσεις που έδωσε, να έκανε χρήση τριών «επιχειρημάτων» για να είναι πιο «πειστικός» προς τους εταίρους. Το πρώτο αφορούσε στο ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αφεθεί χωρίς βοήθεια, γιατί θα γίνει κοινωνική έκρηξη. Το δεύτερο στο ότι οι όποιες καθυστερήσεις έχουν υπάρξει αφορούν διαφωνίες που δεν εξαρτώνται από την Ελλάδα, αφήνοντας να εννοηθεί τις διαφωνίες ανάμεσα σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΔΝΤ. Το τρίτο στο ότι οι τράπεζες δεν αντέχουν πλέον και ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για την εκταμίευση της δόσης των 31.5δισ. (και μάλιστα ολόκληρης - από αυτά τα 24 έως 27 δισ. ευρώ θα πάνε στις τράπεζες) συμπληρωμένης με τα 5δισ., που εκκρεμούν από προηγούμενες δόσεις.

Παρ’ όλα αυτά, και χωρίς να υποτιμάει κανείς την πραγματική πολιτική και οικονομική βαρύτητα αυτών των επιχειρημάτων που πρόβαλε ο πρωθυπουργός, τόσο σε ό, τι αφορά τον ελληνικό λαό αλλά και σε ό, τι αφορά τους ίδιους τους εταίρους, αυτό που τους ικανοποίησε πριν απ’ όλα  είναι η αποφασιστικότητά του να προχωρήσει, χωρίς άλλες καθυστερήσεις, στα όσα επιμένει η τρόικα. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η συνάντηση του πρωθυπουργού με την Άνγκελα Μέρκελ, ακόμη και με τον Φρανσουά Ολάντ.

Γιατί στην πραγματικότητα, εκτός από τη βελτίωση ενός κλίματος που περιορίζεται στις ευχές για την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και στην προτροπή «ψηφίστε πρώτα και μετά ελάτε για τη δόση», τίποτα ακόμα δεν έχει εξασφαλιστεί με δεδομένο ότι η εκταμίευση θα εξαρτηθεί από την έκθεση της τρόικας και η τελική διευθέτηση της εκταμίευσης θα εξαρτηθεί από τη στάση και τη γνώμη του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, «τo eurogroup θα αξιολογήσει το αποτέλεσμα της επανεξέτασης υπό το πρίσμα της έκθεσης της τρόικας και θα λάβει τις απαραίτητες αποφάσεις», τονίζεται στην ανακοίνωση.

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο «τρέχουν» διάφορα σενάρια για τη βιωσιμότητα του χρέους, για την επιμήκυνση, για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού που θα προκύψει κ.α. Εκείνο, όμως, που είναι μονόδρομος για την ελληνική κυβέρνηση είναι η ολοκλήρωση και ψήφιση όσων μέτρων από τα 89 έχουν απομείνει και η ψήφιση όλων των μέτρων που θα συμφωνηθούν με την τρόικα και θα αποτελέσουν το Μνημόνιο Νο3.

Και εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι παίζεται ένα ανήθικο παιχνίδι παραπλάνησης του ελληνικού λαού από την πλευρά της κυβερνητικής τρόικας.. Όλα τα μέτρα τα οποία είναι υπό διαβούλευση με την τρόικα έχουν συμφωνηθεί και περιέχονται στο προηγούμενο μνημόνιο. Δεν είναι λοιπόν προϊόν του εκβιασμού της τρόικας στην οποία αντιστέκεται η ελληνική τρικομματική κυβέρνηση. Απλώς πρέπει να υλοποιηθούν με συγκεκριμένο τρόπο. Ακόμη και η δημιουργία του Ειδικού Λογαριασμού στην Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, απ’ όπου θα περνάνε όλοι οι πόροι για τους δανειστές και θα διαχειρίζεται τα διαθέσιμα της Ελλάδας και με τον οποίο η χώρα μας και πραχτικά μπαίνει υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο, είχε συζητηθεί και αποφασιστεί στο Eurogroup της 20ης του περασμένου Φλεβάρη. Και η «πανταχούσα» που απέστειλε το γερμανικό υπουργείο οικονομικών και ζητάει να νομοθετηθεί κινείται στο πλαίσιο της «ισχυρής διακυβέρνησης» και της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν αποφασιστεί στις Συναντήσεις Κορυφής και φέρουν και την υπογραφή των μέχρι τώρα κυβερνήσεων. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη φάση τελικής υλοποίησης.

***

Και για να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω…

• Το δίλημμα έχει ήδη κατασκευαστεί από την κυβέρνηση. «Ή παίρνουμε τη δόση ή χρεοκοπούμε», μια και τα αποθεματικά φτάνουν μέχρι τα μισά του Νοέμβρη. Και φυσικά για να πάρουμε τη δόση των 31.5δισ. πρέπει να περάσει το μνημόνιο Νο3. Ως έχει. Γι αυτό και ο πρωθυπουργός συνοδεύει το δίλημμα με την τόλμη και δηλώνει: «Θα σώσουμε την Ελλάδα όσοι τολμούμε». Η κυβέρνηση βέβαια θα ψηφίσει το μνημόνιο με την υπόσχεση ότι θα είναι το τελευταίο «πικρό ποτήρι» που θα γευτεί ο ελληνικός λαός. Προφανώς για να περάσει από τη βουλή με τις λιγότερες δυνατές απώλειες και για να γίνει ανεκτό από τον ελληνικό λαό.

Το ότι θα είναι το τελευταίο πικρό ποτήρι που θα γευτεί ο ελληνικός λαός αυτό είναι απολύτως ανακριβές. Το ότι η τρικομματική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να περάσει τα μέτρα με κάθε κόστος, ναι, αυτό είναι απολύτως ακριβές. Από την άποψη αυτή η απάντηση από την πλευρά του εργατικού κινήματος είναι μπροστά.

Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι δεν θα παρεμβληθούν άλλα εμπόδια για την οριστική εκταμίευση της δόσης, αυτό που πρέπει να σημειωθεί, όπως ήδη έχουμε γράψει και στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, είναι το γεγονός ότι «το μαχαίρι έχει χωθεί μέχρι το κόκαλο» στους εργαζόμενους και η χώρα μας μπαίνει σε μια περίοδο οικονομικών ανακατατάξεων - που με έμφαση σημειώνεται στα αστικά ΜΜΕ και που της δίνουν όνομα και ταυτότητα και την αποκαλούν «απόλυτη φιλελευθεροποίηση», που σαφώς θα φέρουν και τις αντίστοιχες πολιτικές ανακατατάξεις. Ήδη γίνονται συζητήσεις για νέα πολιτικά σχήματα.

• Το καθοριστικό ζήτημα, λοιπόν, που πρέπει να σταθεί και να απαντήσει κανείς είναι το πως η χώρα μας θα ξεφύγει από μια κατάσταση που την έφερε στο σημερινό σημείο της έσχατης κατάντιας. Να βρίσκεται στην ανάγκη να εκποιήσει τα περιουσιακά της στοιχεία και να ξεπουλήσει τους φυσικούς της πόρους. Για ό, τι ήρθε, εκτός των άλλων, η Άνγκελα Μέρκελ στην Αθήνα, για ό, τι απαιτεί το Eurogroup για να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη.

Αυτή είναι και η απόλυτη φιλελευθεροποίηση. Κατάργηση κάθε εργατικής κατάκτησης, κατάργηση της εθνικής συλλογικής σύμβασης, ελαστικές εργασιακές σχέσεις, μισθοί - μεροκάματα - συντάξεις πείνας, κατάργηση κάθε μορφής κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας, ιδιωτικοποιήσεις και ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας για πενταροδεκάρες. Μια γενικευμένη πολιτική εξαθλίωσης, η οποία εφαρμόζεται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και η οποία επιτρέπει, ταυτόχρονα, οι ισχυρότεροι εταίροι να προσπαθούν να ξεπεράσουν την οικονομική κρίση σε βάρος των μικρότερων εταίρων σφραγίζοντας την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού και των ιδιαίτερων συμφερόντων τους.

• Παράλληλα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τελευταία, όλο και περισσότερο, γίνεται λόγος για πραξικοπήματα που δεν έγιναν, για αυταρχικές λύσεις στην καρδιά της Ευρώπης, για ανάρμοστες συμπεριφορές των εργαζομένων, ενώ, ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι «δεν θα επιτρέψει να γίνει η χώρα ξέφραγο αμπέλι» την ώρα που την κάνει ξέφραγο αμπέλι για την Άνγκελα Μέρκελ.

Σημειώνουμε, και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής κανενός, ότι με την ευκαιρία της άφιξής της Άνγκελα Μέρκελ ανακοινώθηκαν, σε μορφή και λεξιλόγιο, που θύμιζαν τις ανακοινώσεις της χούντας, μια σειρά από πρωτοφανή απαγορευτικά μέτρα, που αποτελούν τον προπομπό για το τι πρόκειται να περιμένουμε στη χώρα μας ως προς τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες του ελληνικού λαού και των εργαζομένων.

• Και ενώ όλα τα παραπάνω λέγονται και προβάλλονται από τους επίσημους διαμορφωτές της λεγόμενης κοινής γνώμης και από τα επίσημα κυβερνητικά χείλη ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη μεριά, θέτει σε κυκλοφορία το δικό του δίλημμα: «Ή μνημόνιο ή ΣΥΡΙΖΑ».

Πρόκειται για ένα σαφώς παραπλανητικό δίλημμα, γιατί δεν παίρνει υπόψη ότι από τη στιγμή που η απόλυτη φιλελευθεροποίηση εφαρμόζεται στο όνομα του ευρώ και της παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη, ότι αυτή η οικονομική πολιτική έχει επίσημο και γενικό ευρωενωσιακό χαρακτήρα και εφαρμογή.

Δεν γίνεται - είναι ένας κραυγαλέος παραλογισμός - στο όνομα της διάσωσης της χώρας και του ευρώ και της παραμονής σ’ αυτό και, παραπέρα, της μη διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

¨      Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, να απορρίπτεται το μνημόνιο, γιατί εξωθεί την Ελλάδα εκτός ευρώ και η εφαρμογή του δεν διασώζει ούτε το ευρώ ούτε και τη χώρα,  αυτό είναι το βασικό του επιχείρημα, που τελικά αυτό το επιχείρημα καταλήγει στην ανησυχία του ΣΥΡΙΖΑ για τον κίνδυνο διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και…

¨      Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τώρα, με την ταυτόχρονη παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ - γιατί το κόστος εξόδου από το ευρώ θα ήταν πολύ σημαντικό και για τη Γερμανία και για άλλες χώρες εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, να επιχειρείται και για τη διάσωση του ευρώ και για τη διάσωση της χώρας και για να μην υπάρξει κίνδυνος διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εφαρμοστεί το μνημόνιο (όχι μόνο στη χώρα μας αλλά γενικά σε όλες τις χώρες)!

Η καταστροφή και η διάσωση της χώρας μας, η καταστροφή και η διάσωση του ευρώ, η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η διάσωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να έχουν κοινό παρανομαστή! Δεν μπορεί να βασίζονται στην ταυτόχρονη εφαρμογή και απόρριψη του μνημονίου. Επομένως το δίλημμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πυροτέχνημα από τη στιγμή που υποστηρίζει την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κάτι άλλο υπάρχει που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αρνείται επίμονα να το δεχτεί, ενώ το γνωρίζει πολύ καλά. Γι αυτό καταφεύγει και στα πυροτεχνήματα:

¨      Είναι ο ρόλος του ευρώ που απαιτεί για τους εργαζόμενους μνημόνια.
¨      Είναι ο ρόλος του ευρώ που για τους εργαζόμενους απαιτεί ρήξη με το ευρώ για να διασωθεί και η χώρα.
¨      Είναι ο ρόλος του ευρώ που για τους εργαζόμενους απαιτεί ρήξη και αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που έφερε σ’ αυτήν την κατάντια τη χώρα μας.

Το ευρώ συγκεντρώνει και συμπυκνώνει το σύνολο των σχέσεων και των αντιφάσεων της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ενοποίησης και του παγκόσμιου ανταγωνισμού από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για λογαριασμό της. Αυτό δεν μπορεί να παριστάνει ότι το αγνοεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Και πρέπει να το απαντήσει. Να πάρει θέση.

Δεν βρισκόμαστε στο 1992. Επιτέλους, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί - και κατ’ επέκταση και καμιά πολιτική δύναμη, ότι από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνέχεια στην ευρωζώνη δεν γνωρίζει τις συνέπειες. Η Ελλάδα έχασε την παραγωγική της βάση, μεγάλωσε η εξάρτησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκχώρησε τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τα οικονομικά εργαλεία άσκησης της οικονομικής της πολιτικής, έγινε μια χώρα που κατέφυγε στον άκρατο δανεισμό, υπερχρεώθηκε για να φτάσει, τελικά, να χρεοκοπήσει και να αντιμετωπίζει φαινόμενα μαζικής εξαθλίωσης και ανεργίας και τώρα τίθεται υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Δηλαδή τίθεται υπό καθεστώς περιορισμένης εθνικής ανεξαρτησίας.

Η χρεοκοπία δεν είναι ένα γεγονός που συμβαίνει τυχαία κάποια ημέρα και κατά λάθος. Είναι αποτέλεσμα στρατηγικών επιλογών, μιας μακρόχρονης πορείας. Το ευρώ, αποδείχτηκε πια, ότι δεν μπορεί να παίξει το νομισματικό του ρόλο, γιατί η ισχυρή οικονομική ανισομετρία, που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν του το επιτρέπει. Παράλληλα δημιουργεί και ισχυρές αντιθέσεις μέσα στις αστικές τάξεις των χωρών - μελών της αλλά και αποδεικνύεται ότι η λειτουργία του ευνόησε φανερά το τραπεζικό κεφάλαιο και το χρηματοπιστωτικό σύστημα (που με την οικονομική κρίση παρουσίασε και τα μεγαλύτερα προβλήματα) τροφοδοτώντας τη μακροχρόνια ύφεση. Πάνω απ’ όλα ανέδειξε τη Γερμανία σε κυρίαρχη δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καμιά πολιτική δύναμη, επομένως, δεν μπορεί να είναι δέσμια του ευρώ κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα.

• Την ίδια στιγμή η ¨Χρυσή Αυγή» έχει αποδυθεί σε ένα εγκληματικό κυνήγι των μεταναστών και από τη θέση του παρακράτους θέλει να έρθει στη θέση του κράτους, με ό,τι σημαίνει αυτό ακόμη και για την ίδια την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, δείχνοντας φανερά και απροκάλυπτα την εναλλακτική λύση που προετοιμάζεται να ακολουθήσει η άρχουσα τάξη της χώρας με στόχο τη διάσωσή της. Και εδώ δεν μπορεί να υπάρχουν αυταπάτες. Πολύ περισσότερο που τώρα τελευταία θεωρεί σκόπιμο να κάνει επίδειξη της νεοναζιστικής της ταυτότητας ανοιχτά πλέον.

***

• Το μόνο κόμμα που αυτή τη στιγμή μπορεί να δώσει μια ουσιαστική διέξοδο στα τραγικά αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει η χώρα μας και οι εργαζόμενοι είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας, έστω κι αν οι πολιτικοί όροι της παρουσίας του έχουν σημαντικά αλλάξει - και έχουν αλλάξει σε βάρος του και σε μια περίοδο που υπήρχαν οι δυνατότητες για το ακριβώς αντίθετο.

Το καθήκον αυτό μπορεί να το υλοποιήσει με μία σημαντική επισήμανση. Ότι θα κατανοήσει και θα ερμηνεύσει σωστά την ιστορική περίοδο που έχει εισέλθει η χώρα μας και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, ότι θα ανταποκριθεί με την ανάλογη πολιτική και τις ανάλογες πρωτοβουλίες και με μια ηγεσία που θα έχει κύρος και θα σταθεί στο ύψος των ευθυνών της. Γι αυτό το λόγο το προσεχές Συνέδριο είναι απολύτως κρίσιμο για τον προσανατολισμό και τη δράση του Κόμματος.

Και το Κόμμα μας, το ΚΚΕ, έχει τη δυνατότητα να δώσει διέξοδο, γιατί είναι το μόνο κόμμα που διαθέτει ένα μοναδικό εφόδιο. Έχει πολύτιμη και αναντικατάστατη υπεροχή, που επαληθεύτηκε από την ίδια τη ζωή, σε ένα ζήτημα στρατηγικής σημασίας για τη χώρα μας. Την επιλογή ένταξης στην ΕΟΚ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη. Είναι ο κρίκος, ο χρυσός κρίκος,  που συνδέει όλες τις εκφάνσεις της οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής, γενικότερα κοινωνικής ζωής στη χώρα μας.
Η άρχουσα τάξη της χώρας μας γι αυτήν την επιλογή «έπαιξε τα ρέστα της». Και έχασε. Χρεοκόπησε τη χώρα. Χρεοκόπησε το δικό της κράτος. Εξαθλίωσε τον ελληνικό λαό. Τον καταδίκασε σε μια μακροχρόνια φτώχια και ανέχεια για να πληρώσει το μάρμαρο των επιλογών των κεφαλαιοκρατικών δυνάμεων.

Το όραμα καταρρακώθηκε. Δεν ξαναστήνεται εύκολα στα πόδια του. Και οι ιστορικές στιγμές όπου υπάρχει πλήρης σύμπτωση στην κατάρρευση μιας τάξης σε οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, στο γενικότερο οραματικό, δεν είναι συχνές στην ιστορία. Και βρισκόμαστε ακριβώς σε τέτοιες στιγμές.

Είναι οι στιγμές που μπορούν να σημαίνουν την έναρξη μιας «πανεθνικής κρίσης», σημάδια της οποίας ήδη υπάρχουν τόσο σε ό, τι αφορά στην οικονομία όσο και σε ό, τι αφορά στην ιδεολογία και πολιτική, στις σχέσεις των τάξεων και των κοινωνικών στρωμάτων. Μιας πανεθνικής κρίσης που το ΚΚΕ οφείλει να πρωτοπορήσει ως πολιτική δύναμη, εθνική δύναμη του έθνους της εργατικής τάξης, ως «εθνική» πρωτοπόρα δύναμη των λαϊκών δυνάμεων, εκπρόσωπος του λαού και του τόπου.

• Αλλά για να μπορέσει να παίξει αυτόν το ρόλο, όμως, πρέπει να τονιστούν και να τηρηθούν, κι αυτό γίνεται από την πλευρά μας με έμφαση, ορισμένες βασικές προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί σ’ αυτό το καθήκον. Κι αυτές είναι:

Πρώτη. Η βαθύτατη κατανόηση της αδήριτης ανάγκης, που πηγάζει από «τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», να «επιστρέψει» το Κόμμα μας στις επεξεργασίες του 15ου Συνέδριου, που μπορούν  να συμπληρωθούν ή να εκσυγχρονιστούν, όπου είναι απαραίτητο, ιδιαίτερα σε εκείνο το μέρος του Προγράμματος που αναφέρεται στα συγκεκριμένα μέτρα, που έχει ανάγκη η οικονομία της χώρα μας και που σήμερα αποτελούν μέτρα «εκ των ων ουκ άνευ» για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία. Άξονας των συγκεκριμένων μέτρων είναι η οικονομική κρίση και η χρεοκοπία,  η διέξοδος απ’ αυτές.

Στο πλαίσιο αυτό, τα συγκεκριμένα μέτρα θα αντανακλούν, εκτός από την οικονομική αναγκαιότητά τους, και τις σχέσεις των τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων στη χώρα μας (όπως διαμορφώνονται και από την επίδραση ενός ευρύτερου γεωστρατηγικού περιβάλλοντος και της κατάστασης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος συνολικότερα). Θα αντανακλούν  την ένταση της ταξικής πάλης.

Θα αντανακλούν, ταυτόχρονα, και τα συγκεκριμένα βήματα στην ωρίμανση της ταξικής και πολιτικής συνείδησης των λαϊκών μαζών, πάνω και πριν απ’ όλα της εργατικής τάξης, στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του ΑΑΔΜ, της διεκδίκησης της διακυβέρνησης της χώρας και της εξουσίας. Θα είναι τα αναπόφευκτα συγκεκριμένα βήματα, τελικά, στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

Η διαδικασία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη σταδιολογία. Δεν αναιρεί το χαρακτήρα της επανάστασης, αντίθετα, δημιουργεί τους όρους για την πραγματοποίησή της, ξεκαθαρίζει τους όρους των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Πάνω απ’ όλα ξεκαθαρίζει και διαμορφώνει σε κάθε στιγμή τη σχέση της τακτικής με τη στρατηγική, και μάλιστα σε μια περίοδο που ο πολιτικός χρόνος έχει συμπυκνωθεί πολύ, οι εξελίξεις κρίνονται «δια ζώσης» και «τρέχουν» πολύ γρήγορα και οι λαϊκές μάζες μαθαίνουν πάρα πολλά σε πολύ λίγο χρόνο.

Το ερώτημα που τίθεται, ενδεχομένως, και που «κανονικά» δεν πρέπει να τίθεται, είναι: Εάν η διαδικασία αυτή οδηγεί με σιγουριά και στην πραγματοποίηση της επανάστασης. Το ερώτημα αυτό το απαντάνε μόνο οι ανόητοι και όσοι επιδίδονται στο «ευγενές σπορ» της (αντ)επαναστατικής λογοκοπίας. Όσοι, μέσα από τη δική τους «σιγουριά» (στην πραγματικότητα μέσα από τη μικροαστική τους ανασφάλεια) ενοχοποιούν τις λαϊκές μάζες για την «ανοησία» τους, που δεν «καταλαβαίνουν» την ανάγκη της σοσιαλιστικής επανάστασης!  Και εισπράττουν ως πραγματικό αντίτιμο της «ανοησίας» των λαϊκών μαζών το 4.5% και τον ελλοχεύοντα κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξη του Κόμματος. Δηλαδή εισπράττουν την πραγματική απομάκρυνση από τη σοσιαλιστική επανάσταση, χωρίς, στο μεταξύ, να έχουν κερδίσει τίποτα ωφέλιμο για την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό γενικότερα.

Δεύτερη. Η χώρα μας έχει εισέλθει σε μια περίοδο, εδώ και καιρό, που από τα χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν μπορούμε να τη θεωρήσουμε ως μια μακρόχρονη μεταβατική περίοδο, που δεν έχει κλείσει ακόμη, σημαντικών οικονομικών και πολιτικών ανακατατάξεων αλλά, που την ίδια στιγμή, αναδεικνύει και την κατάσταση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

Για τη μεταβατική αυτή περίοδο, που έχει αρχίσει από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης παγκόσμια και στη χώρα μας, θα υπάρξει ιδιαίτερο άρθρο στη «Νέα Σπορά» στο οποίο θα περιγράφονται τα βασικά της χαρακτηριστικά. Γι αυτό το λόγο περιοριζόμαστε να αναφερθούμε στη βασική μας εκτίμηση γι αυτήν.

Πρόκειται για μια περίοδο την οποία μπορεί το Κόμμα μας να την αξιοποιήσει για να ανακάμψει, να επεξεργαστεί τη διέξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία της χώρας, με συγκεκριμένους βασικούς στόχους, που θα είναι και στόχοι του εργατικού και του ευρύτερου λαϊκού κινήματος, ενώ, ταυτόχρονα, το Κόμμα μας θα αναπτύσσει την αυτοτελή του δράση και θα αναδεικνύεται η καθοδηγητική του ικανότητα μέσα από τη δράση του εργατικού κινήματος, να οικοδομείται το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο, που θα διεκδικήσει τη διακυβέρνηση της χώρας και την εξουσία και που αυτή θα στηρίζεται στη μαχητική συμμαχία της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού, της διανόησης και της νεολαίας.

Τρίτη. Είναι αναγκαίο, το έχουμε τονίσει και σε άλλες παρεμβάσεις μας, να υπάρξει στροφή της εργατικής πολιτικής του Κόμματος στα σωματεία και στις ομοσπονδίες, γιατί, ουσιαστικά, εδώ και χρόνια το ΠΑΜΕ, με τον τρόπο που αναπτύσσει τη δράση του,  έχει αποσπάσει τις δυνάμεις του από τα σωματεία και τις ομοσπονδίες. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Η περίοδος από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας ανέδειξε τις ανεπάρκειες του εργατικού κινήματος, που είναι ανεπάρκειες της εργατικής πολιτικής του Κόμματος.

Παρά το γεγονός ότι αναπτύχθηκαν σημαντικοί αγώνες αυτοί ήταν κατώτεροι και των δυνατοτήτων και των αναγκών. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτών των αγώνων ήταν ότι δεν υπάκουαν σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, με βάση το οποίο θα αναπτύσσονται και οι διεκδικήσεις των εργαζομένων με συγκεκριμένα αιτήματα για την ικανοποίηση των άμεσων προβλημάτων τους.

Στην κατεύθυνση αυτή είναι απόλυτα αναγκαίο να επανέλθει ο ρόλος του ΠΑΜΕ στον αρχικά καθορισμένο χαρακτήρα του, κυρίαρχα ως συσπείρωσης σωματείων και ομοσπονδιών, που θα συσπειρώνει το σύνολο των εργατικών δυνάμεων σ’ αυτά τα σωματεία και τις ομοσπονδίες και  θα παίζει το ρόλο ενός πόλου μέσα στο εργατικό κίνημα και όχι μιας παράταξης, που θα καταλήγει στον κάθετο οργανωτικό διαχωρισμό των εργαζομένων μέσα στα ίδια τα σωματεία και τις ομοσπονδίες. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί η ενότητα των εργαζομένων και η ανάπτυξη της κοινής τους δράσης. Παράλληλα με κινήσεις και «από τα πάνω» και «από τα κάτω».

Πολύ περισσότερο πρέπει να κατανοηθεί ότι πρέπει να τελειώσει η σύγχυση γύρω από το ρόλο του Κόμματος μέσα στο εργατικό κίνημα και του ΠΑΜΕ. Το Κόμμα είναι ο επιστημονικός σοσιαλισμός μέσα στο εργατικό κίνημα, γεγονός που δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην εργατική του πολιτική. Το ΠΑΜΕ δεν πρέπει να υποκαθιστά το Κόμμα σ’ αυτό τον ρόλο και να ταυτίζεται ουσιαστικά με το Κόμμα. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο φωνές μέσα στο εργατικό κίνημα για έναν και μοναδικό ρόλο.

Την ίδια στιγμή πρέπει να παρθούν εκείνες οι πρωτοβουλίες, συγκεκριμένες και χειροπιαστές, που θα δίνουν απάντηση στην ανασύνταξη, στην αναζωογόνηση, στον εκδημοκρατισμό, στη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, στις σχέσεις επιχειρησιακών και κλαδικών σωματείων.

Τέταρτη. Διαπράχθηκε ένα θεμελιακό λάθος. Δημιουργήθηκαν τα «φύτρα» του Μετώπου «από τα πάνω» αντί να είναι το αποτέλεσμα «από τα κάτω». Με εξαίρεση το ΠΑΜΕ, που υπήρχε συγκεκριμένη πείρα από το παρελθόν, με τα «114 σωματεία» από τον καιρό της προδικτατορικής ΕΔΑ, που στην πραγματικότητα ήταν πολλές εκατοντάδες περισσότερα, η γενίκευση της δημιουργίας των φύτρων τα καταδίκασε να παραμένουν …φύτρα και παρέσυρε και το ΠΑΜΕ στην ίδια κατάσταση.

Η δημιουργία της ΠΑΣΥ, της ΠΑΣΕΒΕ, του ΜΑΣ και η αλλαγή του ρόλου της ΟΓΕ μας έφερε μπροστά σε ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να περνάει απαρατήρητο. Τα σωματεία δεν λειτουργούν, οι αγροτικοί και φοιτητικοί σύλλογοι επίσης, οι σύλλογοι γυναικών έχουν αδρανοποιηθεί και όλη η δραστηριότητα περιορίζεται σε κινήσεις από τα πάνω.

Το αποτέλεσμα είναι να γίνεται λόγος για εκφυλισμό του κινήματος, και τελευταία να γίνεται λόγος για εκφυλισμό και του εργατικού κινήματος, όπως υποστήριξε η Αλέκα Παπαρήγα στην τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση στο κανάλι «Κόντρα».

Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην εκτίμηση για εκφυλισμό του εργατικού κινήματος και όλων των άλλων κινημάτων. Αυτή η εκτίμηση ασκεί διαλυτική επίδραση στη δράση του εργατικού κινήματος και αποτελεί μια ανεπίτρεπτη δικαιολογία για την πολιτική στάση της ηγεσίας του Κόμματος απέναντι γενικά στο Κίνημα.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι δεν υπάρχουν εκφυλιστικά φαινόμενα, για τα οποία ευθύνεται, κυρίαρχα, ο κυβερνητικός και εργοδοτικός συνδικαλισμός. Αλλά δεν είναι αρκετή αυτή η εξήγηση. Γιατί, τότε, πως δικαιολογείται το γενικό φαινόμενο της χαμηλής έως και ανύπαρκτης συμμετοχής των εργαζομένων και στα σωματεία και στις ομοσπονδίες που ελέγχονται από το ΠΑΜΕ;

Το λάθος που γίνεται, και είναι θεμελιακό λάθος, είναι ότι η ηγεσία του Κόμματος προσπαθεί να δημιουργεί Κίνημα στη θέση του Κινήματος.  Πρέπει, επιτέλους, να γίνει κατανοητό ότι το ΠΑΜΕ δεν είναι ένα ΑΛΛΟ εργατικό κίνημα. Είναι ένας συγκεκριμένος πόλος ΜΕΣΑ στο εργατικό κίνημα. Κι αυτό το γεγονός καθορίζει το ρόλο του και τα καθήκοντά του.

Αν η ηγεσία του Κόμματος έχει την πρόθεση και ίσως τη φιλοδοξία το ΠΑΜΕ να εκπροσωπήσει συνολικά το εργατικό κίνημα, να παίξει το ρόλο μιας ΓΣΕΕ στη θέση της ΓΣΕΕ (εμείς διαφωνούμε κατηγορηματικά σε μια τέτοια εκδοχή, γιατί οδηγεί κατ’ ευθείαν στα «κόκκινα συνδικάτα»), τότε, πρέπει να διακηρυχτεί ανοιχτά για να μην μπερδεύονται οι ρόλοι. Για μας, εάν πράγματι η ηγεσία του Κόμματος κινηθεί σε μια τέτοια κατεύθυνση, είναι βέβαιο ότι θα έρθει, τελικά, ο πραγματικός εκφυλισμός του εργατικού κινήματος, που, πριν απ’ όλα, θα αφαιρέσει δυνάμεις από το ίδιο το ΠΑΜΕ.

Παρά το γεγονός, όμως, ότι κάτι τέτοιο δεν έχει επίσημα διακηρυχτεί το ΠΑΜΕ δείχνει να κινείται στην πράξη σε μια ανάλογη κατεύθυνση. Και στην ίδια κατεύθυνση έχουν οδηγηθεί όλα τα φύτρα του Μετώπου, που, τελικά, η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν συσπειρώνουν πλατιές μάζες και σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε και τις κομματικές δυνάμεις, έχοντας καταδικάσει τις κομματικές δυνάμεις σε ένα κουραστικό και αναποτελεσματικό τρέξιμο και παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων. Οι ίδιες οι κομματικές δυνάμεις, οι ίδιοι άνθρωποι, πότε είναι το Κόμμα, πότε είναι το ΠΑΜΕ, πότε είναι η Λαϊκή Επιτροπή κλπ κλπ!

Στην πραγματικότητα αυτό που λείπει δεν είναι ότι δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει στο εργατικό κίνημα, τι πρέπει να κάνει το ΠΑΜΕ και ποιος είναι ο ρόλος του. Αυτό που λείπει αυτή τη στιγμή είναι ότι το Κόμμα μας δεν έχει πρόταση επεξεργασμένη για την έξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, που να αντιστοιχεί στις συγκεκριμένη κατάσταση, που περνάει η χώρα μας, γιατί έχει αρνηθεί το ίδιο του το Πρόγραμμα,  και που πάνω σ’ αυτήν να στηριχτεί η δράση του ΠΑΜΕ και του εργατικού κινήματος. Του ίδιου του Κόμματος.

Το Κόμμα έχει κάνει ένα μετέωρο άλμα προς τα μπροστά με την «εργατική εξουσία» και «οι ρόδες του γυρνάνε στον αέρα». Έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα κι αυτό επιδρά και στη στάση του στο εργατικό κίνημα, και στη λειτουργία του, και στην επαφή του με τους εργαζόμενους και τις διαθέσεις τους, και στις εκτιμήσεις του, και στο ίδιο του το κύρος μέσα στο λαό. Και ειδικά για το τελευταίο, το κύρος του, η ηγεσία έχει τεράστιες ευθύνες.

Πέμπτη. Πρόκειται για το ζήτημα των σχέσεων του Κόμματος με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι καιρός οι σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων να εξομαλυνθούν, όχι με την έννοια των φιλικών ή εχθρικών διαθέσεων του ενός ως προς το άλλο, αλλά με την έννοια δύο κομμάτων, που το καθένα αντιπροσωπεύει διαφορετικές κοινωνικές αναφορές και κοσμοθεωρίες μέσα στην ελληνική κοινωνία. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως σύνολο, είναι ένας πολιτικός χώρος του μικροαστικού σοσιαλισμού, που τείνει να ενιαιοποιηθεί και έχει εγκλωβιστεί στην αστική ιδεολογία. Αντιπροσωπεύει τα σύγχρονα μικροαστικά στρώματα, κυρίως μεσαία και ανώτερα, ενώ, στη σημερινή φάση της πολιτικής ζωής, επηρεάζει σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης, κυρίαρχα στα αστικά κέντρα. Στην ιδεολογία του έχει ενσωματώσει βασικές θέσεις της άρχουσας τάξης, με πρώτη και σημαντικότερη τη στρατηγική της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και τη λειτουργία της  αγοράς και το ρόλο της λεγόμενης ιδιωτικής πρωτοβουλίας, τους θεσμούς της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, γεγονός που τον κάνει να μην μπορεί να υπερασπιστεί τις σοσιαλιστικές του διακηρύξεις, να εγκαταλείπει και να απομακρύνεται από ριζοσπαστικές του θέσεις και από την αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή πάλη, πολύ περισσότερο να μη μπορεί να τη διεξάγει με συνέπεια και σταθερότητα. Είναι ένας πολιτικός χώρος που δεν έχει καμία σχέση με τον επιστημονικό σοσιαλισμό, με τον Μαρξισμό - Λενινισμό, παρά την ύπαρξη δυνάμεων στο εσωτερικό του, που κινούνται σε μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, τάσσονται υπέρ της εξόδου από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάνουν λόγο ότι ο τελικός τους στόχος είναι ο σοσιαλισμός. Είναι ένα κόμμα, που, γενικά, εντάσσεται στο χώρο της Αριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή του μορφή και πολιτική έκφραση, παρά το γεγονός ότι έχει προέλθει από διασπάσεις του κομμουνιστικού κινήματος, έχει εγκαταλείψει τις αρχικές του ιστορικές καταβολές, την όποια κομμουνιστική του αναφορά. Από την άποψη αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί έναν πολιτικό χώρο που δεν έχει, πια, ουσιαστική σχέση με τις δυνάμεις από τις οποίες προήλθε. Κατά προέκταση η κριτική πολιτική στάση απέναντί του πρέπει, και πολύ περισσότερο για τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, να αφορά τη σημερινή του πολιτική του θέση και στάση στο πολιτικό σύστημα, σε συνάρτηση με τις κοινωνικές δυνάμεις που εκφράζει.

Μια τέτοια στάση απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ διακανονίζει τις πολιτικές σχέσεις και την πολιτική κριτική από την πλευρά του Κόμματος ως προς αυτόν, φέρνει στο επίκεντρο τα προγράμματα των δύο κομμάτων, ειδικότερα τους όρους εξόδου από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία, τα κυρίαρχα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, τα οποία απασχολούν τους εργαζόμενους και από τα οποία εξαρτάται το μέλλον της χώρας. Απελευθερώνει τις δυνάμεις του ΚΚΕ να σταθούν απέναντι στις δυνάμεις που επηρεάζει ο ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα του παρόντος και του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος, αναδεικνύει την πολιτική και ιδεολογική υπεροχή του Κόμματος, κάνει κατανοητές και ξεκάθαρες τις διαφορές, δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στην πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση, πολιτικά εξορθολογίζει και αποσαφηνίζει τους όρους κοινής δράσης, δημιουργεί έδαφος μέσα στο εργατικό κίνημα να αποσπαστούν δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ από τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό και να δημιουργηθούν πιο ουσιαστικά ρήγματα μ’ αυτόν, προσθέτει περισσότερους θετικούς όρους για την απομόνωση του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Τελικά. Η στάση του Κόμματος απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει ως πρώτο και κυρίαρχο κριτήριο τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπεί και με βάση αυτό το γεγονός να αντιμετωπίζεται η πολιτική του, στο εάν ανταποκρίνεται αυτή η πολιτική ή όχι στα συμφέροντα αυτών των μικροαστικών στρωμάτων, ιδιαίτερα των κατώτερων και μεσαίων, των εργαζομένων που επηρεάζει. Γι αυτό το λόγο πρέπει να γίνεται αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και των δυνάμεων που τον ακολουθούν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς επειδή έχει εγκλωβιστεί στην αστική ιδεολογία και έχει ενσωματώσει ως δική του επιλογή τη στρατηγική επιλογή της άρχουσας τάξης είναι και θα είναι ευάλωτος στις πιέσεις που ασκούνται πάνω του από την άρχουσα τάξη. Οι πιέσεις αυτές ασκούνται και θα ασκούνται κυρίαρχα πάνω στην ηγεσία του.  Μέσα απ’ αυτές τις πιέσεις η άρχουσα τάξη αποσκοπεί στο να στρέψει τα μικροαστικά στρώματα προς το μέρος της. Η εργατική τάξη και το κόμμα της δεν μπορούν να είναι αδιάφοροι σε τέτοιες κινήσεις. Στη γνωστή ταλάντευση των μικροαστικών στρωμάτων πρέπει να προσπαθήσουν, η εργατική τάξη και το κόμμα της, να απαντήσουν με τη σταθερότητα της στάσης τους και την ενσωμάτωση των αιτημάτων των μικροαστικών στρωμάτων στις διεκδικήσεις τους, για να τα συσπειρώσουν και να δημιουργήσουν όρους κοινωνικής συμμαχίας.  Αυτή η στάση απαιτεί τη θεμελιωμένη και αυστηρή κριτική της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.

Έκτη. Αφορά στο ίδιο το Κόμμα μας. Στις παρεμβάσεις που έχουμε πραγματοποιήσει μέχρι τώρα από την «Νέα Σπορά» έχουμε περιγράψει πολύ βασικές πλευρές της λειτουργίας και της δράσης του Κόμματος. Εδώ θα συμπυκνώσουμε στο κυρίαρχο ζήτημα που χαρακτηρίζει το κομματικό μας πρόβλημα. Το Κόμμα πρέπει να αποκαταστήσει τους λενινιστικούς κανόνες λειτουργίας και δράσης, να αποκαταστήσει το Μαρξισμό - Λενινισμό και να αποκοπεί οριστικά και αμετάκλητα από ιδεολογικές επιρροές ξένες προς αυτόν και από μια ακατάσχετη και χωρίς αντίκρισμα γενικολογία.

Μόνο μ’ αυτούς τους όρους θα μπορέσει να κατανοήσει τα ζητήματα τακτικής και να εντάξει αυτήν αρμονικά στη στρατηγική του. Μόνο κάτω απ’ αυτούς τους όρους θα μπορέσει να προσεγγίσει τη σημερινή πραγματικότητα, να καθορίσει τα επαναστατικά του καθήκοντα, να παίξει το ρόλο του ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορέσει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, να ανακάμψει, να δημιουργήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού, να διεκδικήσει η εργατική τάξη την εξουσία.

Μπροστά στο 19ο Συνέδριο του Κόμματος, αυτά τα ζητήματα που θίχτηκαν, δεν μπορεί παρά να κατανοηθεί από την ηγεσία του Κόμματος ότι είναι τα κατ’ εξοχήν σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τις κομματικές δυνάμεις, τους φίλους, τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους του Κόμματος. Από το πώς θα επιλυθούν αυτά τα ζητήματα θα εξαρτηθεί η ύπαρξη η ίδια του Κόμματος, η ενότητα των γραμμών του η ιδεολογική του ταυτότητα, η αποτελεσματικότητα της δράσης του, το κύρος του μέσα στην ελληνική κοινωνία και διεθνώς. Το γεγονός αυτό η ηγεσία του Κόμματος δεν μπορεί να το παρακάμψει με κανένα τρόπο γι αυτό και δεν μπορεί να δείχνει την εμμονή της σε επιλογές που η ίδια η ζωή τις απέρριψε και το Κόμμα τις πλήρωσε.
Περισσότερα... "

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

«Μετά την επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ… στη χώρα του Πολ Τόμσεν»

Πρώτο Μέρος


Τελικά, η πολιτική διαπραγμάτευση, για την οποία μας είχε προϊδεάσει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πραγματοποιήθηκε μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Στην Ελλάδα. Άρχισε από τη στιγμή της άφιξης της Άνγκελα Μέρκελ, μέσα στο αυτοκίνητο, που θα την μετέφερε μαζί με  τον Αντώνη Σαμαρά στο Μέγαρο Μαξίμου. Συνεχίστηκε στο πρωθυπουργικό γραφείο αλλά και στους κήπους του Προεδρικού Μεγάρου!

Είναι φανερό. Μέχρι και η δημόσια εικόνα των σχέσεων Σαμαρά - Μέρκελ  χρησιμοποιήθηκε για να εμπεδωθεί η «αλλαγή» στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, που συμπαρασύρουν και τις σχέσεις Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, το εάν θα παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη!

Ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς είχε την υψηλή τιμή να υποδεχτεί το μεγάλο αφεντικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που, από τον πολύ μεγάλο πόνο που αισθανόταν από τις θυσίες που υφίσταται ο ελληνικός λαός, έσπευσε να μας απαλλάξει και από τα «έξοδα ταξιδίου» για την πολιτική διαπραγμάτευση.

Στα γρήγορα - γρήγορα η Άνγκελα Μέρκελ ανταποκρίθηκε, υποτίθεται, στην πρόσκληση, που της είχε απευθύνει στο πρόσφατο ταξίδι του στη Γερμανία ο Αντώνης Σαμαράς,  και δεν ήταν λίγοι εκείνοι, από τη στιγμή που γνωστοποιήθηκε το ταξίδι της στη χώρα μας,  που εύχονταν ολημερίς και ολονυκτίς να έφερνε μαζί της και το «καλό μήνυμα»!

Το παρασκήνιο, βέβαια, που προηγήθηκε, ήδη, είχε διαρρεύσει.

Αμέσως μετά την τελευταία επίσκεψη της τρόικας στον πρωθυπουργό, μια επίσκεψη που χρονομετρήθηκε μόλις 35 λεπτά, και μπροστά στην σκληρή στάση που κράτησε η τρόικα - αυτή τη φορά στο σύνολό της και όχι μόνο ο Πολ Τόμσεν, ο πρωθυπουργός τους ανήγγειλε ότι: «Τελειώσαμε, θα απευθυνθώ στους προϊσταμένους σας»!  Και το έκανε!

Ο πρωθυπουργός προχώρησε στο να κάνει το προφανές και αυτονόητο. Όταν δεν σε ακούνε οι «υπάλληλοι» η μόνη λύση που έχει κανείς στη διάθεσή του είναι να απευθυνθεί στους προϊστάμενους! Και έτσι ο Αντώνης Σαμαράς ήρθε, πάραυτα, σε τηλεφωνική επικοινωνία με την Άνγκελα Μέρκελ! Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας τους η Άνγκελα Μέρκελ άκουσε τα «παράπονα» του Αντώνη Σαμαρά για τα εμπόδια που παρεμβάλλει η τρόικα στο να οριστικοποιηθεί το πακέτο αντεργατικών μέτρων.

Μετά από αυτήν τη συνομιλία η Άνγκελα Μέρκελ επανεξέτασε την πρόσκληση του Αντώνη Σαμαρά για επίσκεψη στη χώρα μας, που όταν την έκανε δεν της είχε δώσει και τόση μεγάλη σημασία ούτε ήταν ζήτημα άμεσης προτεραιότητας,  και κατέληξε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να επισκεφθεί την Αθήνα.

Αμέσως μετά την επίσημη δημοσιοποίηση της αναγγελίας ότι καταφθάνει στην Αθήνα η Άνγκελα Μέρκελ, οι πάντα γνωστοί και μη εξαιρετέοι δημοσιογράφοι και σχολιαστές, που εμφανίζονται καθημερινά στα κεντρικά δελτία των τηλεοπτικών σταθμών ή αρθρογραφούν σε πολύ γνωστές εφημερίδες άρχισαν να δίνουν μαθήματα προς την κυβέρνηση για την τήρηση της παραδοσιακής ελληνικής φιλοξενίας. «Να της πείτε την αλήθεια»! «Να της πείτε την πραγματικότητα»!! «Μη νομίσετε ότι δεν είναι ενημερωμένη»!!! «Είναι η τελευταία ευκαιρία μας»!!!!

Και το ερώτημα που προκύπτει είναι: Ποια είναι τελικά η αλήθεια, ποια είναι η πραγματικότητα, για την οποία είναι και «ενημερωμένη» η Άνγκελα Μέρκελ, ώστε η επίσκεψή της στη χώρα μας να είναι τόσο καθοριστική που θα χαρακτηριζόταν ως η τελευταία ευκαιρία γι αυτήν;

Ας εξετάσουμε το οικονομικό και πολιτικό τοπίο που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας και, ίσως, μ’ αυτόν τον τρόπο, αποσαφηνιστεί περισσότερο και ο χαρακτήρας της επίσκεψης της Άνγκελα Μέρκελ αλλά και οι εξελίξεις που ήρθαν στη συνέχεια.
¨    Η χώρα μας ανεπίσημα αλλά επί της ουσίας έχει χρεοκοπήσει. Την ίδια στιγμή παραδέρνει μέσα στην οικονομική κρίση. Το χρέος δεν θεωρείται βιώσιμο, κι αυτό λέγεται ανοιχτά πλέον από το ΔΝΤ. Για το 2012  προβλέπεται η ύφεση να φτάσει γύρω στο 7% επί του ΑΕΠ, σχεδόν πενταπλάσια απ’ αυτή που πρόβλεπαν τρόικα, ΔΝΤ και το Υπουργείο Οικονομικών. Για το 2013 προβλέπεται ύφεση 5% επί του ΑΕΠ, που όμως αφήνεται ανοιχτό και για μεγαλύτερη. Η ανεργία στους νέους έχει φτάσει στο πρωτοφανές επίπεδο του 55%. Η μετανάστευση ξαναφούντωσε κυρίως μεταξύ των νέων επιστημόνων. 400.000 οικογένειες δεν διαθέτουν ούτε ένα εργαζόμενο μέλος. Πάνω από 420.000 παιδιά ζουν κάτω από το όριο φτώχιας. Πάνω από το 52% των οικογενειών στη χώρα μας δεν εξασφαλίζουν συνθήκες υγιεινής διατροφής. Η συνολική ανεργία ξεπέρασε το 25%. Την ίδια στιγμή η κυβερνητική ΓΣΕΕ ανακοινώνει ότι η πραγματική ανεργία ξεπερνάει το 30%. Εκκρεμεί το πακέτο των 13.5 δισ. ευρώ (το καταληκτικό ύψος του πακέτου είναι άγνωστο πού θα φτάσει με επιμήκυνση ή χωρίς επιμήκυνση). Η Κριστίν Λαγκάρντ πρόβλεπε και επιβεβαιώθηκε ότι θα χρειαστούν και νέα μέτρα και ότι θα υπάρξει χρηματοδοτικό κενό. Η κυβέρνηση δεν το αρνείται και το υπολογίζει στα 12-14 δισ. ευρώ αλλά, ταυτόχρονα, δηλώνει ότι δεν θα χρειαστεί νέος δανεισμός – αλλά ποιος να την πιστέψει. Την ίδια στιγμή, ξένοι εκτιμητές υπολογίζουν ότι το νέο χρηματοδοτικό κενό θα αγγίξει τα 20 δισ. και άλλοι μιλάνε ότι ίσως ξεπεράσει τα 30 δισ. ευρώ, αυτό το τελευταίο τείνει να επισημοποιηθεί και όλο και πιο συχνά αναφέρεται. Όλα τα παραπάνω συνδυάζονται με την επιμήκυνση, την αναδιάρθρωση του χρέους, τις εσωτερικές αναδιαρθρώσεις που απαιτεί η τρόικα, με τις διάφορες εκδοχές για το πώς θα επιλυθεί το «ελληνικό ζήτημα». 
¨    Η κυβέρνηση, μπροστά στη δύσκολη κατάσταση που διαμορφώθηκε αισθάνθηκε να μπαίνει σε τροχιά κατάρρευσης. Είναι ενδεικτικό ότι ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε ανενδοίαστα τη δύσκολη θέση της κυβέρνησης για να απευθυνθεί στους «προϊσταμένους» της τρόικας, δια μέσου συνεντεύξεων, για να προβλέψει - και παράλληλα να στείλει το μήνυμα προς τα «έξω», ότι εάν καταρρεύσει η κυβέρνηση θα επικρατήσει το χάος στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, προς τα «μέσα» δήλωνε ότι «δεν θα γίνει η Ελλάδα ξέφραγο αμπέλι». Όλα τα παραπάνω σήμαιναν επαιτεία και υποτέλεια προς τα «έξω», καταστολή προς τα «μέσα». Πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη ότι ήδη είναι φανερές οι αντιθέσεις, πραγματικές ή τεχνητές, μεταξύ των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση.
¨    Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε πορεία διάλυσης. Η ΔΗΜΑΡ αντιμετωπίζει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα και έχουν δημιουργηθεί φυγόκεντρες τάσεις. Η Νέα Δημοκρατία, παρ’ όλο που παρουσιάζεται να αντέχει, δεν φαίνεται ικανή ότι θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τις λαϊκές αντιδράσεις υπό το βάρος των αλλεπάλληλων μέτρων που παίρνει η τρικομματική κυβέρνηση και που παίζει σ’ αυτήν πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι κοινοβουλευτικές τους ομάδες πιέζονται. Συνολικά, δηλαδή, ο κυβερνητικός συνασπισμός δείχνει να κλονίζεται και τα σημάδια μιας νέας πολιτικής κρίσης στους «από πάνω» είναι εντελώς φανερά. Ήδη αυτή η κατάσταση αντιμετωπίζεται, ως ενδεχόμενο, από την άρχουσα τάξη, αφού δημοσιογραφικά της όργανα εκλαϊκεύουν την ανάγκη για ένα καινούργιο πολιτικό σκηνικό, γιατί το υπάρχον πια δεν καλύπτει τις ανάγκες της.
¨    Την ίδια στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να διευρύνει τη βάση επιρροής του αποβάλλοντας το όποιο ριζοσπαστικό στοιχείο διέθετε ο πολιτικός του λόγος. Η επιλογή που έχει κάνει, παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον φέρνει να ταυτίζεται η στρατηγική του με εκείνην της άρχουσας τάξης και ο πολιτικός του λόγος να φτάνει και να εξαντλείται μέχρι τον Χέλμουτ Σμίτ. Αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο αποστερείται της δυνατότητας να αντιμετωπίσει την οικονομική πραγματικότητα της χώρας μας και  οδηγείται σε «λύσεις φυγής». Συνολικές και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με δυό λόγια: Μη πραγματοποιήσιμες.

Αυτό συμβαίνει, γιατί γνωρίζει από τώρα ότι δεν θα διαθέτει, ως πιθανή κυβέρνηση, τα οικονομικά εργαλεία για να στοιχειοθετήσει και κατ’ επέκταση να εφαρμόσει μια οικονομική πολιτική κόντρα στο μνημόνιο, αυτό που υποσχέθηκε. Γι αυτό το λόγο όλο και βαραίνουν, ως προς το οικονομικό του πρόγραμμα, αναλύσεις τύπου Γιώργου Σταθάκη, που πρόσφατα διαβάσαμε και που φέρνουν τη σταθεροποίηση της οικονομίας και ως επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ. Όλοι μας, όμως, ξέρουμε πως σταθεροποίηση στην οικονομία σημαίνει λιτότητα για τους εργαζόμενους, για να έρθει κάποτε - άραγε πότε, και η περιβόητη ανάπτυξη. Πάλι οι εργαζόμενοι στην πρέσα και με τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρακτικά, όμως, αυτές οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ σημαίνουν εγκατάλειψη της όποιας αντιμνημονιακής πολιτικής, ανεξάρτητα από το τι ισχυρίζεται.

Παράλληλα, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ αξιοποιεί πολιτικά γεγονότα, όπως ήταν το ζήτημα των λιστών, οι χειρισμοί γύρω από αυτές με την εμπλοκή πολιτικών προσώπων, όπως, επίσης, κι αυτήν την ίδια την επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ. Ο στόχος σαφής. Να πλήξει ταυτόχρονα ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία και ΔΗΜΑΡ, προκειμένου να ενισχύσει την επιρροή του στη βάση αυτών των κομμάτων και να καρπωθεί από τη διάχυτη γενική δυσαρέσκεια που επικρατεί στους εργαζόμενους και συνολικά στον ελληνικό λαό.
¨    Οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» προσπαθούν να εμφανιστούν στο ρόλο του υπερασπιστή της ισοτιμίας της χώρας μας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως προς τη Γερμανία και τους άλλους εταίρους, παρουσιάζοντας  υποτελή την κυβέρνηση και τα κόμματα που τη στηρίζουν, ότι υποχωρεί αυτή μπροστά στην ηγεμονική στάση της Άνγκελα Μέρκελ και την πολιτική της, η οποία οδηγεί ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια αδιέξοδη πορεία. Προφανώς εκφράζει τις ανησυχίες ενός τμήματος της άρχουσας τάξης, που βλέπει να οξύνεται επικίνδυνα η οικονομική και η πολιτική κατάσταση στη χώρα. Δεν είναι λίγοι οι σχολιαστές που αναφέρονται στην εσωτερική κατάσταση αυτού του κόμματος και την περιγράφουν ως σημαντικά προβληματική.   
¨    Η ηγεσία του ΚΚΕ, του δικού μας Κόμματος, παρουσιάζεται αμήχανη. Στερείται ουσιαστικού πολιτικού λόγου. Μπροστά στην όξυνση της οικονομικής κρίσης και στο πως εκφράζονται ανοιχτά, πλέον, οι σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης  με τη χώρα μας και ιδιαίτερα με τις ηγετικές της δυνάμεις, μπροστά στο τι πολιτικά συμπεράσματα αναδεικνύονται από τις τρέχουσες εξελίξεις, στο τι καθήκοντα μπαίνουν δεν φαίνεται να μπορεί να σταθεί κριτικά ως προς την πολιτική γραμμή που ακολούθησε και ακολουθεί, να πάρει σημαντικές πρωτοβουλίες για να ανατρέψει το σε βάρος του Κόμματος κλίμα.

Εμφανίζεται σαν να μην έχει αποφασίσει «για το τι πρέπει να αφήσει και το τι πρέπει να πιάσει». Εξακολουθεί να υποστηρίζει μια πολιτική γραμμή, που δοκιμάστηκε και δεν έγινε αποδεκτή από τους εργαζόμενους αλλά και που συγκρούεται καταφανώς πια με τη ζωντανή πραγματικότητα. Τώρα πια είναι πασιφανής η έλλειψη μιας τακτικής που θα συνδύαζε τα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων με τη διέξοδο από την οικονομική κρίση και την αντιμετώπιση της χρεοκοπίας στην κατεύθυνση που πρόβλεπε το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου.

Ο «μικρός ιμπεριαλιστής» κατάντησε έρμαιο της τρόικας και δημόσιος επαίτης της Άνγκελα Μέρκελ. Από τη μια η τρόικα πρότεινε την απαλλαγή των τραπεζών από τα 550 εκ. ευρώ που οφείλουν στο κράτος και αντέτεινε και αντιτείνει νέες μειώσεις μισθών, απαίτησε (δίκην αστείου) μέχρι και την εκκένωση των νησιών μας με λίγους κατοίκους (μέχρι 150). Από την άλλη η Άνγκελα Μέρκελ απλώνει μακρύτερα και χώνει πιο βαθιά το χέρι της στην οικονομία της χώρας. Προσεύχεται(!), όμως, για τους εξαθλιωμένους εργαζόμενους,  ενώ, την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας πηγαίνουν στο FYROM ακόμη και για ένα κούρεμα ή στη διπλανή Βουλγαρία για να αγοράσουν πιο φτηνά τρόφιμα! Είναι ενδεικτικό ότι 32.000 αυτοκίνητα πέρασαν τον προηγούμενο Αύγουστο στη FYROM για προμήθειες τροφίμων και καυσίμων.
¨    Τέλος, η «Χρυσή Αυγή», προπαγανδίζοντας με ανοιχτά προβοκατόρικο τρόπο ότι θα είναι η επόμενη ηγεσία της χώρας έχει περάσει σε μια πολύ πιο επιθετική στάση, αντιγράφοντας χιτλερικές μεθόδους, με καθαρό στόχο να τρομοκρατήσει τον ελληνικό λαό, να του καλλιεργήσει άκρως συντηρητικά και ξενοφοβικά χαρακτηριστικά, να του αναστείλει το αγωνιστικό φρόνημα.

Είναι αδιαμφισβήτητα το μακρύ χέρι της άρχουσας τάξης και ενθαρρύνεται για τη δράση της απ’ αυτήν σε συγκεκριμένο, καλά σχεδιασμένο και κατευθυνόμενο ρόλο. Δημαγωγεί στη βάση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας για να επιδεικνύεται ότι υπερασπίζεται την εθνική ανεξαρτησία και την υπερηφάνεια του ελληνικού λαού. Εκμεταλλεύεται την οικονομική κρίση και την εξαθλίωση και πατώντας πάνω στα αισθήματα ανασφάλειας καθημερινά προσπαθεί να διεισδύει στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Την ίδια ώρα, όμως, δεν βάζει θέμα εξόδου από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση με πρόσχημα ότι «έχουμε πληρώσει ακριβά το ευρώ».

Από κάθε άποψη, λοιπόν, η κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι καλή αλλά υπό το πρίσμα της θεώρησης και της αντιμετώπισης μιας μεγάλης δύναμης, που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση,  είναι ευνοϊκή, και στην προκειμένη περίπτωση ιδιαιτέρως ευνοϊκή για τη Γερμανία. Και είναι φυσικό η στάση της Γερμανίας να επιδρά και να βαραίνει στην επίλυση του «ελληνικού ζητήματος».

Είναι ευνοϊκή και για έναν άλλο λόγο, πολύ σημαντικό, που δυστυχώς υπάρχει, ενώ δεν θα έπρεπε.

Το εργατικό κίνημα, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες κινητοποιήσεις έδειξαν ότι είναι ζωντανές οι αγωνιστικές διαθέσεις στους εργαζόμενους, εν τούτοις, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι, αυτήν τη στιγμή, είναι σε θέση να ανατρέψει την κυρίαρχη πολιτική που εφαρμόζεται. Και εδώ υπάρχουν καίριες ευθύνες για την κατάσταση του εργατικού κινήματος. Ευθύνες που δεν είναι μόνο των ξεπουλημένων ηγεσιών της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού, της Αυτόνομης Παρέμβασης, που σέρνεται τόσο καιρό πίσω από τον κυβερνητικό συνδικαλισμό της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ. Υπάρχουν ευθύνες και στην ηγεσία του Κόμματος για το πώς σχεδίασε και εκπληρώνει το ρόλο του ΠΑΜΕ.

***
Μέσα σ’ αυτό το πολύ συγκεκριμένο τοπίο για τη χώρα μας και τους εργαζόμενους πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ,  η οποία ήρθε  στην Ελλάδα και έφυγε απ’ αυτήν, ως επικυρίαρχη μιας χρεοκοπημένης χώρας (που η ίδια με την οικονομική πολιτική, που επιβάλλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνέβαλε αποφασιστικά, και κατά τη γνώμη μας και σχεδιασμένα, να φτάσει ως εδώ που έφτασε), σε ένα ταξίδι με πολλαπλές σκοπιμότητες.

Είναι η κατάλληλη στιγμή η Γερμανία να διεισδύσει περισσότερο στην Ελλάδα. Να αξιοποιήσει τη γεωστρατηγική της θέση. Να κερδίσει ακόμη περισσότερο από τα φιλέτα των αποκρατικοποιήσεων. Ήδη είχε εκδηλωθεί το ζωηρό ενδιαφέρον από την πλευρά της Γερμανίας για επενδύσεις στην ενέργεια, για κρατικές βιομηχανίες, σιδηροδρόμους, για το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού, για τα πετρέλαια, για επενδύσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση (διαχείριση και επεξεργασία απορριμμάτων), στην υγεία, να καταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα μια ΑΟΖ.

Είναι, όμως, και μια επίσκεψη που έγινε την ίδια στιγμή, που οι «Νότιοι» της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντώνται και συντονίζουν τη στάση τους, που ο Μόντι δηλώνει ότι πρέπει να προχωρήσουν οι αποφάσεις της Συνόδου του περασμένου Ιούνη και που πρόβλεπαν την τραπεζική ενοποίηση, κάτι που αρχικά δέχτηκε η Γερμανία για να αρνηθεί και να σαμποτάρει στη συνέχεια.

Είναι και η στάση των ΗΠΑ, που αντανακλάται στη στάση του ΔΝΤ, που πλέον η αντιπαράθεση Σόϊμπλε και Λαγκάρντ έχει πάρει ανοιχτό και ξεκάθαρο χαρακτήρα. Ορισμένοι παρατηρητές σχολιάζουν και προβλέπουν ότι ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές η στάση των ΗΠΑ θα γίνει πιο ξεκάθαρα σκληρή απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εν όψει και των εξελίξεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και ευρύτερα, γεγονός που σαφώς επηρεάζει και τη χώρα μας και το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

Παραπέρα, αναμένεται να κλείσει το πακέτο των μέτρων με παραπάνω από 9 δισ. σε μειώσεις μισθών και συντάξεων, να ρυθμιστούν εργασιακές σχέσεις, να προωθηθούν οι περίφημες αναδιαρθρώσεις, ό,τι, δηλαδή, τόσο καιρό πίεζε ασφυχτικά η Γερμανία και εξυπηρετεί τη δημοσιονομική πειθαρχία και την υποτίμηση της εργατικής δύναμης, να ολοκληρωθούν τα 89 μέτρα, «κληρονομιά» της κυβέρνησης Παπαδήμου, για την οποία πλέον μπήκε όρος από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (προϋπόθεση για να εκταμιευτεί η επόμενη δόση των 31 δισ. ευρώ πρέπει να ολοκληρωθούν αυτά τα μέτρα με ψήφιση στη βουλή και εφαρμογή τους στην πράξη και ψήφιση νέου φορολογικού νόμου). Δηλαδή φανερά και απροκάλυπτα νομοθετεί στην Ελλάδα η τρόικα και η ελληνική Βουλή απλώς επικυρώνει.

Φυσικά στην κατεύθυνση αυτή η στήριξη της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά - στήριξη που αυτονόητα παρέχεται από μόνο το γεγονός της επίσκεψης, πέραν των άλλων επιδιώξεων της Άνγκελα Μέρκελ - χρειάζεται πριν απ’ όλα για την εξυπηρέτηση των ευρύτερων σχεδίων της ίδιας της Γερμανίας.

Μια κατάρρευση της κυβέρνησης και της Ελλάδας εκ των πραγμάτων θα έχει σοβαρές επιδράσεις συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα «αντέχει» μέχρι το Νοέμβρη (μέχρι το Γενάρη, λένε άλλοι). Αυτό λέγεται. Το δηλώνει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Αυτήν τη στιγμή για την προστασία συνολικά των συμφερόντων της Γερμανίας και του ρόλου της στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και για τη μεγάλης σημασίας γεωστρατηγική περιοχή της Μέσης Ανατολής είναι αναγκαίο να στηριχτεί η ελληνική κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία, που είναι η μόνη σχετικά σταθερή πολιτική δύναμη στην τρικομματική κυβέρνηση(όσο σταθερή είναι κι αυτή και όση σταθερότητα τελικά της προσδίδει η Άνγκελα Μέρκελ).

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, από την πλευρά της κυβέρνησης, επιχειρείται να δοθεί μια πιο ευρεία ερμηνεία:  «Για το επιτελείο του κ. Σαμαρά η επιλογή της κυρίας Μέρκελ να επισκεφθεί την Αθήνα είναι ένας πολιτικός συμβολισμός βαθύτατα ιστορικός και με αυτήν επιδιώκει να σταματήσει τη συζήτηση για πιθανή έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη και να στείλει μήνυμα στις αγορές» μας πληροφορεί το ηλ. «Βήμα».

Είναι πολύ πρόωρο ακόμη να δώσει κανείς μια τέτοια ερμηνεία, τόσο βολική για την κυβέρνηση. Και δεν μιλάμε για τον «ιστορικό» της χαρακτήρα. Μιλάμε για άμεσα και πρακτικά αποτελέσματα. Γιατί και η δόση των 31 δισ. μετατίθεται για μετά τα μέσα του Νοέμβρη, αφού το προσεχές Eurogroup «δεν πρόκειται να πάρει σοβαρές αποφάσεις για την Ελλάδα», μας ξεκαθαρίζουν οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε η επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ «κλειδώνει» την Ελλάδα στη ζώνη του ευρώ και με την έννοια αυτή της εξασφαλίζουν την εμπιστοσύνη λεγόμενων  αγορών, όπως διακαώς επιθυμεί η κυβέρνηση.

Όλα θα εξαρτηθούν, σ’ αυτό το επίπεδο, από την πολιτική διαπραγμάτευση, που θα γίνει τώρα στο πλαίσιο του Eurogroup, η οποία θα είναι μάλλον όχι τόσο ευνοϊκή για τη χώρα μας και με πολλούς αστερίσκους και υποσημειώσεις. Και εξ αυτού προκύπτει ότι οι μέρες που έρχονται θα φέρουν στην Ελλάδα πρόσθετες δυσκολίες. Πράγμα που σημαίνει ότι βρισκόμαστε μπροστά στην πολλαπλώς επιβεβαιωμένη αλήθεια, στην «ανάγκη» για αλλεπάλληλα μέτρα, που θα εξαθλιώσουν ακόμη περισσότερο τους εργαζόμενους και ότι η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ δεν είναι εξασφαλισμένη. Άλλωστε η Άνγκελα Μέρκελ ξεκαθάρισε ότι: «Εύχομαι και ελπίζω να παραμείνετε στο ευρώ», έστω κι αν μετά την επίσκεψή της στην Αθήνα τροποποίησε κάπως τις δηλώσεις της. Ως προς την πραγματική της στάση και οι νέες δηλώσεις δεν αποσαφηνίζουν τα πράγματα.

Οι απαιτήσεις της τρόικα, μετά την επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ, πολλαπλασιάστηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε αποτυπώθηκαν στη φράση ανώτατου στελέχους του υπουργείου οικονομικών ότι «αυτοί ζητάνε τη μάνα τους και τον πατέρα τους»(!), γεγονός που δείχνει ότι στην πράξη η τρόικα είναι το πραγματικό αφεντικό στη χώρα μας, αφού ανατρέπει το σχεδιασμό της κυβέρνησης που βιαζόταν να κλείσει το πακέτο μέτρων όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τελικά επεκράτησε η τρόικα με «το έτσι θέλω», δηλαδή παρεμβάλλοντας συνεχώς καινούργιες απαιτήσεις, και η κυβέρνηση σύρθηκε στην κυριολεξία πίσω απ’ αυτήν σε ένα ρεσιτάλ υποτέλειας με μπόλικες δόσεις «αντίστασης»!

Την ίδια στιγμή υπάρχουν και οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ, που, πιο καθαρά από ποτέ, η επικεφαλής του, η Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε ότι η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να αντιμετωπίσει τη δύσκολη κατάσταση που περνάει. Πράγμα που οδηγεί στη πολυσηζητημένη επιμήκυνση του προγράμματος διάσωσης και στην πιθανή αναδιάρθρωση του χρέους.

Η λύση, όμως, που προτείνει η Λαγκάρντ συγκρούεται με τα συμφέροντα της Γερμανίας, έχει κόστος γι αυτήν, ενώ, από την άλλη, και παράλληλα, γίνεται μια προσπάθεια να ενταχθεί σε μια συνολικότερη λύση - ρύθμιση, που θα αφορά την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Κύπρο - η οποία, μέχρι στιγμής, δεν προτίθεται να υπογράψει ένα μνημόνιο με τους όρους που τίθενται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή, όμως, η ρύθμιση θα είναι προϊόν πολιτικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των «ισότιμων εταίρων» και παρουσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Στη συνάντηση του Eurogroup στις 18 του Οκτώβρη ο πρωθυπουργός πηγαίνει με τη φιλοδοξία να αποσπάσει μια φράση για την Ελλάδα. Μια αναφορά!

Σε κάθε περίπτωση, και σε όποιο πλαίσιο τελικής ρύθμισης και με όποιο πακέτο μέτρων αποφασιστεί για τη χώρα μας (οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα θα συνεχιστούν και μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup), δεν πρόκειται τα πράγματα να γίνουν πιο εύκολα για τη χώρα μας και σε ό,τι αφορά το χρέος και σε ό,τι αφορά την οικονομική κρίση. Αντίθετα. Θα οξυνθούν θεαματικά τα προβλήματα των εργαζομένων με μεγάλη βεβαιότητα και μακροχρόνια, αφού, πλέον, έχει αναιρεθεί στην πράξη κάθε εργατική κατάκτηση. Μόνο το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι θα καταλήξουν να ζουν με βάση τον κατώτατο μισθό μας βεβαιώνει για το καθεστώς ανέχειας και εξαθλίωσης που θα περιέλθουν. 

Το συμπέρασμα είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε εξελίξεις, και ιδιαίτερα μετά τις αμερικάνικες εκλογές, που σημάδια της ήδη αρχίζουν να φαίνονται και που απ’ ότι μπορεί να υπολογίζει κανείς θα είναι πολύ σημαντικές για το μέλλον της χώρας μας, για τη στάση της άρχουσας τάξης, για το πολιτικό σκηνικό που θα διαμορφωθεί, για την κοινωνική κατάσταση που θα επικρατήσει, σ’ ένα γεωστρατηγικό περιβάλλον που διασταυρώνονται τα αντίθετα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, με «παρούσες» την οικονομική κρίση και την χρεοκοπία της χώρας μας, γεγονός το οποίο καθιστά τις εξελίξεις πιο περίπλοκες και πιο σύνθετες. 

Το κυρίαρχο ζήτημα που αναδεικνύεται, σ’ αυτές τις συνθήκες, είναι το ποια πρέπει να είναι η διέξοδος, ποια είναι τα καθήκοντα του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Αλλά αυτό το ζήτημα θα είναι το αντικείμενο της δεύτερης συνέχειας της ανάλυσης.

(Ακολουθεί το δεύτερο μέρος)
Περισσότερα... "

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

«Καλώς ήρθατε στη χώρα του Πολ Τόμσεν»


Μ’ αυτά τα λόγια άνοιξε την εκπομπή του γνωστός δημοσιογράφος σε ραδιοφωνικό σταθμό με μεγάλη ακροαματικότητα εκφράζοντας την οργή του για το «πώς είναι δυνατόν ένας υπάλληλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου να πετάει τα χαρτιά κατάμουτρα στον υπουργό οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα μέσα στο γραφείο του» και να του λέει: «Αυτά δεν τα δεχόμαστε»!

Ο Τύπος έχει αναφερθεί σε διάφορες απαντήσεις που φέρεται ότι έδωσε υπουργός οικονομικών. Λέγεται ότι έφτασε να απειλεί ακόμη και με παραίτηση.

Παρά το γεγονός ότι το επεισόδιο θεωρήθηκε, λίγο - πολύ, από τεχνητά «τραβηγμένο» έως και κατασκευασμένο,   ότι σκόπιμα αξιοποιήθηκε από τους Αντώνη Σαμαρά - Ευάγγελο Βενιζέλο - Φώτη Κουβέλη για να κάνουν επίδειξη των αντιστασιακών και των διαπραγματευτικών τους προσπαθειών, προκειμένου να δικαιολογηθούν και  σε κάποιο βαθμό να διασωθούν στα μάτια του ελληνικού λαού από την υποτέλεια που επέδειξαν απέναντι στο ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι στερείται πολιτικής σημασίας, ότι δεν αναδεικνύει πραγματικές καταστάσεις. Διαφορετικά, κατά τη γνώμη μας,  δεν θα ήταν δυνατό να  χρησιμοποιηθεί ως τέτοιο.

Αλλά ποιο ήταν το επίδικο ζήτημα που έφτασε τον υπουργό οικονομικών να απειλήσει με παραίτηση;

Οι εκπρόσωποι της τρόϊκα, ουσιαστικά, απαίτησαν και τα 11.5 δις. ευρώ,  που αφορούσαν το νέο πακέτο μέτρων σε βάρος των εργαζομένων, να προέλθουν από την περικοπή των μισθών, συντάξεων και επιδομάτων για να είναι σίγουροι ότι θα εισπραχθούν και όχι από τη μείωση δαπανών από τις λεγόμενες διαρθρωτικές αλλαγές (οι  οποίες στην πραγματικότητα αφορούν κοινωνικές δαπάνες, δηλαδή και πάλι το κόστος τους θα το πληρώσουν οι εργαζόμενοι) και που δεν ήταν βέβαιοι ότι τελικά θα εισπραχθούν τα αντίστοιχα κονδύλια. Επομένως θα υπήρχε και πάλι «τρύπα».

Στο μεταξύ, οι εκπρόσωποι της τρόϊκα, για να σιγουρευτούν για τα 11.5 δισ. πρόσθεταν κι άλλα μέτρα και ζήτησαν να συμπεριληφθούν στο τελικό πακέτο μέτρων το οποίο έπρεπε να οριστικοποιηθεί, υποτίθεται, για να παρουσιαστεί στη συνάντηση του Eurogrouping, μετά στη συνάντηση του Eurogroup στις αρχές του Οκτώβρη (08/10/2013) κι από εκεί να πάρει το δρόμο του για τη συνάντηση κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα πραγματοποιηθεί τον ίδιο μήνα (18 - 19/10/2012). Απ’ ότι φαίνεται μπορεί να μην είναι δυνατή η κατάθεση του προγράμματος ακόμη και στη Συνάντηση Κορυφής.

Το βάρος, φαίνεται, της άρνησης προς τον υπουργό οικονομικών του κονδυλίου που θα προερχόταν από τις διαρθρωτικές αλλαγές - αντιλαϊκές πάντα, το ανέλαβε να το διατυπώσει ο Πολ Τόμσεν και έτσι του βγήκε το όνομα στη δημοσιότητα.

Με το εν λόγω στέλεχος του ΔΝΤ ο Τύπος έχει ασχοληθεί πολλές φορές. Τον παρουσιάζουν σαν ένα στέλεχος δύστροπο, μονόχνοτο, αγέλαστο, γραφειοκράτη, καριερίστα, σκληρό διαπραγματευτή, ανυποχώρητο στις απαιτήσεις του, που στα πενήντα πέντε του έχει αναρριχηθεί και πετύχει στην ιεραρχία του ΔΝΤ με την πολύ δουλειά και τη ψυχρή λογική ενός Δανού «για επικίνδυνες αποστολές». Ουσιαστικά τον παρουσιάζουν ως «ψυχρό εκτελεστή».

Κατά τη γνώμη μας τον «αδικούν». Όχι γιατί μπορεί να μην ισχύουν όλα τα παραπάνω αλλά γιατί είναι φανερή η προσπάθεια να του φορτώσουν, ως προσωπικότητα με όλα του τα «κουσούρια», το βάρος μιας αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής, που είναι η πάγια οικονομική πολιτική του ΔΝΤ και των υπόλοιπων της τρόϊκα - Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Ο Πολ Τόμσεν (ΔΝΤ) και οι δύο άλλοι της αντιπροσωπείας της τρόϊκα, Ματίας Μόρς (ΕΕ) και Κλάους Μαζούχ (ΕΚΤ), εφαρμόζουν τις οικονομικές πολιτικές των αφεντικών τους και τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Εφαρμόζουν το Μνημόνιο δηλαδή, που είναι η επίσημη οικονομική πολιτική για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εκθέσεις τους δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να υλοποιούν τις κατευθύνσεις, με σίγουρα και συγκεκριμένα μέτρα, του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των τραπεζιτών.

Η αρχή είναι μία και μοναδική. «Τα λεφτά μας (σας) εδώ και τώρα»! Όλα αυτά στο όνομα της διάσωσης της Ελλάδας από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία! Με δυο λόγια, ο Πολ Τόμσεν και οι «συν αυτώ», χρησιμοποιούνται από την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά - Ευάγγελου Βενιζέλου - Φώτη Κουβέλη για να «πατήσουν στο σβέρκο» τον ελληνικό λαό και να του διαμορφώσουν τη συνείδηση ώστε να γίνουν, «εξ ανωτέρας ανάγκης», αποδεκτά τα νέα αντιλαϊκά μέτρα και όσα θα επακολουθήσουν.

Αν υπάρχει κάτι που κάνει πιο «επιθετικό» τον εκπρόσωπο του ΔΝΤ είναι, ίσως, η εκτίμηση που φέρεται να έχει καταλήξει η ηγεσία του ΔΝΤ ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν βγαίνει με τίποτα. Η Ελλάδα πρέπει να καταβάλει στο ΔΝΤ 9,5 δισ. ευρώ για το 2014 και 10,8 δισ. ευρώ για το 2015.
Υπάρχει και συζητιέται ένα σενάριο που εξετάζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση να πιεστεί το ΔΝΤ να καθυστερήσει η αποπληρωμή των δόσεων, κάτι που ωστόσο δεν επιθυμούν αξιωματούχοι του οργανισμού, οι οποίοι «χάνουν την υπομονή τους με  την έκθεση του Ταμείου στο υψηλού ρίσκου ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης» (WS Journal - Ποιος θα πληρώσει τη διάσωση της Ελλάδας, από το «Βήμα»).

Ορισμένοι πολιτικοί και οικονομικοί σχολιαστές, που πυκνώνουν πολύ τελευταία, στο επεισόδιο αυτό διαβλέπουν και μια αντιπαράθεση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ. Γι αυτό και υποστηρίζουν ότι η έκθεση της τρόϊκα θα κατατεθεί μετά τις αμερικανικές εκλογές και ότι ο Πολ Τόμσεν «τράβηξε» τις απαιτήσεις του για να κερδίσει χρόνο και για να καταστήσει ακόμα πιο σαφές στη Γερμανία ότι θα χρειαστεί μια νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, την οποία βέβαια θα την αντιμετωπίσουν και θα τη χρεωθούν οι ευρωενωσιακοί εταίροι της Ελλάδας. 


Απ’ αυτό το επεισόδιο, όμως, που με δημοσιογραφική άδεια δόθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο προς τα «έξω», μπορούμε να συνάγουμε ορισμένα συμπεράσματα, που είναι αξιοπρόσεχτα, ισχύουν γιατί είναι πραγματικά, επαληθεύονται από όσα συνέβησαν ή και δεν συνέβησαν μεταξύ Γιάννη Στουρνάρα και Πολ Τόμσεν και είναι μεγάλης πολιτικής σημασίας:

Πρώτο. Πάνω στην «καμπούρα» της χώρας μας - χρεοκοπία και οικονομική κρίση - παίζονται διεθνή παιχνίδια, που είτε αφορούν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές και τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστεί το «ελληνικό ζήτημα», για να μην υπάρξουν διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις, είτε τους σχεδιασμούς της Γερμανίας. Παρά το γεγονός ότι η Άνγκελα Μέρκελ φέρεται να έχει «κλείσει την πόρτα στο ενδεχόμενο ενός Gr-exit» (εξόδου από το ευρώ), στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει για το πώς σκέφτεται η άρχουσα τάξη της Γερμανίας (που φέρεται να είναι διασπασμένη) και η καγκελάριος της Γερμανίας (που φέρεται ότι προσπαθεί να βρει ένα συμβιβασμό) και ότι από την πλευρά της Γερμανίας επιδιώκεται να κερδηθεί χρόνος προκειμένου μια έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη να είναι οικονομικά με τις λιγότερες συνέπειες, όταν θα αποφασιστεί. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν και οι επικείμενες εκλογές στη Γερμανία, που η Άνγκελα Μέρκελ θα διεκδικήσει την τρίτη θητεία της.

Δεύτερο. Διαπιστώνουμε το τι σημαίνει στην πράξη, πολιτικά και οικονομικά,  αφαίρεση  κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός κράτους και εκχώρησή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (και κατά προέκταση στο ΔΝΤ, αφού κι αυτό εμπλέκεται στη τρόϊκα), της οποίας, υποτίθεται, ότι αυτό το κράτος είναι και εξακολουθεί να παραμένει ισότιμος εταίρος.

Ένας «υπάλληλος» της τρόϊκας υπαγορεύει, και με τον τρόπο που υπαγορεύει, στον υπουργό οικονομικών του υποτιθέμενου ισότιμου εταίρου, την οικονομική πολιτική που πρέπει να εφαρμόσει. Ο πρωθυπουργός της χώρας και οι άλλοι αρχηγοί που στηρίζουν την κυβέρνηση, ως άεργοι πολιτικοί, αναμένουν απλώς τα μέτρα που υπαγορεύονται από τον υπάλληλο. «Αντιστέκονται» κυρίως για το «φαίνεσθαι», στο βαθμό που βρίσκονται μπροστά σε ένα πάνδημο ξεφωνητό.

Τρίτο. Η κυβέρνηση του υποτιθέμενου ισότιμου κράτους επωφελείται από την ίδια την ανισοτιμία της χώρας(!) για να προβάλει ένα κατασκευασμένο ή και τραβηγμένο επεισόδιο πολλαπλών σκοπιμοτήτων για να εμφανίσει στον ελληνικό λαό ότι αντιστέκεται και αντιτίθεται ενάντια στην ίδια την τρόϊκα, που εφαρμόζει την κεντρική οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία το υποτιθέμενο ισότιμο κράτος την έχει αποδεχτεί και την έχει συναποφασίσει (από κοινού με τους άλλους εταίρους ως τυπικά ισότιμος εταίρος)!

Πρώτο ρόλο σ’ αυτό το ανήθικο παιχνίδι παραπλάνησης του ελληνικού λαού παίζουν οι πιο ακραιφνείς οραματιστές για μια «Ομοσπονδιακή Ευρώπη», που αντλούν την πολιτική τους καταγωγή από τα βάθη της «Ανανεωτικής Αριστεράς» και που σαν «λαγοί» ξελασπώνουν την άρχουσα τάξη και το πολιτικό της σύστημα δηλώνοντας με θράσος: «Συνεχίζεται η διαπραγμάτευση, η τρόικα πρέπει να σταματήσει να επιτίθεται στην ελληνική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία έχει συγκεκριμένες αντοχές και η λειτουργία της κοινωνίας έχει τα όρια της» και στη συνέχεια να δηλώσει «ότι τώρα αρχίζει η αντιμετώπιση της τρόϊκας» (Φώτης Κουβέλης).

Στο μεταξύ όλες οι πληροφορίες συνέτειναν στο ότι η «διαφορά» των αρχηγών των κομμάτων, που στηρίζουν την κυβέρνηση, με την τρόϊκα βρισκόταν στο υπόλοιπο ποσό που είχε απομείνει, αφού είχαν ήδη συμφωνηθεί περίπου τα 9.5 δισ., που αντλούνταν από τη μείωση των μισθών και των συντάξεων και από την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67.

Αφορούσε, δηλαδή, τα περίπου 2 δισ. μέχρι τα 11.5 δισ.. Θυμίζουμε, όμως, ότι τα 9.5 δισ. ξεκίνησαν από τα 5.5 δισ., τα οποία 5.5 δισ. είχαν ξεκινήσει από τα… 0 δισ., μια και η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί προεκλογικά και επανέλαβε μετεκλογικά ότι δεν θα προχωρήσει σε άλλες περικοπές μισθών και συντάξεων, ότι δεν θα πάρει άλλα «οριζόντια μέτρα».

Τέταρτο. Μετά την αποχώρηση της τρόικας και την επιστροφή της γνωρίζουμε ότι το συνολικό πακέτο των μέτρων αφορά 13.5δισ. ευρώ, ότι από την πολύ «αντίσταση» που ασκεί η τρικομματική κυβέρνηση πάνω στην τρόϊκα τα 9.5δισ. θα φτάσουν τελικά τα 10.5δισ. και ότι θα προστεθούν άλλα 3δισ. σε νέους φόρους.

Γνωρίζουμε επίσης ότι η κυβέρνηση βρίσκεται και πάλι μπροστά στο ίδιο πρόβλημα (να της αμφισβητεί η τρόϊκα τη δυνατότητα είσπραξης 2δισ.) και ότι τελικά για να συμφωνηθεί το τελικό πακέτο θα γίνει πολιτική διαπραγμάτευση με τους «προϊσταμένους της τρόϊκα»!  Δηλαδή,  διαφορά ως προς την ουσία της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει διαφορά ως προς το μείγμα μιας αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής, που πρέπει να εξασφαλίζει τους δανειστές της χώρας μας και η οποία πρέπει να φτάσει, για να εγκριθεί, στην πολιτική διαπραγμάτευση με τους προϊσταμένους των «υπαλλήλων»! Μας περιμένουν, λοιπόν, οι προϊστάμενοι… Σόϊμπλε, Μέρκελ, Ολάντ κλπ.

Άπ’ ότι φαίνεται όλα τα πράγματα, κάποια στιγμή, παίρνουν τη θέση τους. Έτσι ο υπουργός οικονομικών, αφού «άστραψε και βρόντηξε» στον Πολ Τόμσεν, πήρε τελικά υπόψη τις «κόκκινες γραμμές» που του έθεσε ο …«υπαλληλάκος» του ΔΝΤ και άλλαξε το μείγμα των μέτρων της δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση που του υποδείχτηκε αλλά και πάλι οι υπάλληλοι ήταν ανένδοτοι.

Εδώ λήγει η αντιστασιακή δράση του υπουργού οικονομικών και της κυβέρνησης και πάνω απ’ όλα των πολιτικών αρχηγών που στηρίζουν αυτήν την κυβέρνηση, που αστράφτει και βροντάει απέναντι στη τρόϊκα! Είμαστε υπό αναμονή για την πολιτική διαπραγμάτευση.

Πέμπτο. Όλοι ασφαλώς θα θυμόμαστε την περίφημη τοποθέτηση του Γιώργου Παπανδρέου, ως πρωθυπουργού της χώρας, για την εκχώρηση εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (μπορούμε επίσης να θυμίσουμε την προσφώνηση της Άννας Ψαρούδα - Μπενάκη, ως Προέδρου της Βουλής, αμέσως μετά την εκλογή του Κάρολου Παπούλια ως Προέδρου της Δημοκρατίας για το ίδιο θέμα).

Οι πάντες από τον αστικό κόσμο είχαν πλήρη γνώση και συναίσθηση για την εκχώρηση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ομολογούσαν αλλά και τη δικαιολογούσαν στο όνομα του οράματος της «Ενωμένης Ευρώπης».

Ουσιαστικά ο αστικός πολιτικός κόσμος δεν έκανε τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από το να επισημάνει και να εκλαϊκεύσει τη νέα ανισότιμη θέση της χώρας μας μέσα σε μια διακρατική καπιταλιστική συμμαχία, την οποία παραπλανητικά και ψευδώς την παρουσίαζε ως ισότιμη, στην οποία κουμάντο ασφαλώς θα έκαναν οι μεγάλες δυνάμεις της συμμαχίας αυτής και ιδιαίτερα η Γερμανία, αλλά πάνω απ’ όλους το τραπεζικό κεφάλαιο. Η πράξη το απέδειξε.

Έκτο. Στο οικονομικό επίπεδο η πρώτη συνέπεια της εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η απώλεια των οικονομικών εργαλείων για την άσκηση της οικονομικής και γενικότερα αναπτυξιακής πολιτικής εκ μέρους της χώρας μας. Η Ελλάδα, εφεξής, έπρεπε να ακολουθήσει την οικονομική πολιτική που κατάληγαν οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Διασκέψεις Κορυφής.

Αδιαμφισβήτητο δόγμα για την ασκούμενη οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν η στήριξη και διάσωση του ευρώ. Είναι η οικονομική πολιτική που κατά κυρίαρχο τρόπο επιβάλλει η Γερμανία και που την επιβεβαιώνει ανά πάσα στιγμή.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, μιλώντας στους ξένους ανταποκριτές στο Βερολίνο (Παρασκευή 21/09/2012), σαφέστατος για μια άλλη φορά, ξεκαθάρισε και πάλι, σε ότι αφορά στη σχέση της Γερμανίας με το ευρώ, ότι «είμαστε οι μεγάλοι κερδισμένοι από αυτό» και ότι «αν καταργηθεί το κοινό νόμισμα, η Γερμανία θα χάσει περισσότερα από την Ελλάδα». Ιδιαιτέρως ειλικρινής ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας με την ανάλογη δόση κυνισμού, που χαρακτηρίζει έναν πολιτικό εκπρόσωπο της γερμανικής ολιγαρχίας και μιας μεγάλης δύναμης με παγκόσμιο ρόλο.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ξεκαθάρισε, επίσης, σε ότι αφορά στην Ελλάδα ότι: «Με το δεύτερο πακέτο βοήθειας φτάσαμε στα όρια του οικονομικά δυνατού» και ότι  «θλίβομαι όταν ακούω για τρίτο πακέτο, για επιμήκυνση δύο, τριών ή τεσσάρων ετών ή για άλλες διευκολύνσεις».

Διευκρινίζοντας ότι το δεύτερο πακέτο είναι ηλικίας μόλις τεσσάρων  μηνών και το γεγονός ότι η εφαρμογή του συνοδεύεται από φαινόμενα ύφεσης δεν είναι καθοριστικής σημασίας (!), ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας  πρόσθεσε ότι «η αξία του δεν μπορεί να αποδειχθεί μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα», για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως «εξάλλου, κάθε βαθιά προσαρμογή της οικονομίας οδηγεί αναπόφευκτα σε ύφεση - σε κρίση προσαρμογής»!

Με δύο λόγια ο Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε μας λέει ότι δεν έχει καμία σημασία η ύφεση στην οικονομία και η φτώχια στους εργαζόμενους αρκεί να πετύχουν οι «βαθιές προσαρμογές»!

Παραπέρα, επέμενε ότι το ίδιο το πακέτο ήταν εξαιρετικά φιλόδοξο και εκπονήθηκε μέσα σε εξαιρετικά δύσκολο οικονομικό περιβάλλον. Η εγκατάλειψή του θα ήταν πιστοποιητικό αποτυχίας. Ούτε αυτό το πρόγραμμα θα λήξει λοιπόν, ούτε θα αρχίσει άλλο. «Δεν θέλω να συμμετάσχω σε σπέκουλες» είπε. «Αυτό αναστατώνει τις αγορές και προκαλεί ζημιά κυρίως στους Έλληνες» (Όλα τα αποσπάσματα έχουν παρθεί από το «Βήμα» και την ανταπόκριση του Ν. Χειλά από το Βερολίνο).

Μέσα από μια τέτοια τοποθέτηση ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε προδιέγραψε τα όρια της πολιτικής της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Ελλάδα. Πολιτική στάση και πολιτικός λόγος σε ρυθμό υπαγόρευσης της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα, δηλαδή, δύο υποτιθέμενων ισότιμων εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή δύο αλληλοεξαρτώμενων εταίρων από ένα κοινό όραμα.

Υπάρχει ακόμη μια δήλωση του Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε, που ούτε λίγο ούτε πολύ μας λέει ότι η τελική έγκριση της εκταμίευσης των 31 δισ. θα γίνει όχι μόνο με οικονομικά αλλά και πολιτικά κριτήρια. Απ’ ότι μπορούμε να διαπιστώσουμε στην πράξη τα πράγματα έφτασαν στην πολιτική διαπραγμάτευση, γεγονός που κρατάει την Ελλάδα σε ένα καθεστώς «κρύου και ζεστού ντους», γιατί τι ακριβώς θα αφορούν τα πολιτικά κριτήρια και η πολιτική διαπραγμάτευση.

Έβδομο. Από την άλλη, βέβαια, ταυτόχρονα, υπάρχουν δημοσιεύματα, τα οποία κάνουν λόγο για ένα νέο κούρεμα ως προς το δημόσιο χρέος και για ένα  νέο πακέτο βοήθειας προς την Ελλάδα, ακόμη και για παράταση του χρόνου εφαρμογής του προγράμματος που συμφωνήθηκε με την τρόϊκα, γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να περάσει σε χαμηλό προφίλ την ελληνική κρίση. Όλα τα παραπάνω, όμως, τα αρνείται η Γερμανία. Παράταση στην εφαρμογή σημαίνει νέος δανεισμός για τη χώρα μας.
Σε κάθε περίπτωση, οποιοσδήποτε δρόμος κι αν επιλεγεί, αυτό απομένει να το δούμε, η ουσία και το περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται δεν πρόκειται να αλλάξει. Ο χαρακτήρας των οικονομικών μέτρων θα είναι βαθύτατα αντιλαϊκός και αντεργατικός.

Και κάτι  που στην εξέλιξή του θα γίνεται όλο και πιο σημαντικό. Θα είναι μια μακροχρόνια  οικονομική πολιτική που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το 2020 θα φέρει το χρέος της χώρας στο πολυπόθητο 120% του ΑΕΠ ούτε την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, όπως συνηθίζεται να λέγεται.

Η πολιτική αυτή θα υπηρετεί πρωτίστως τη διάσωση του ευρώ ως διεθνούς ανταγωνιστικού, αποθεματικού νομίσματος, γεγονός που σημαίνει ότι θα υπηρετεί πάνω απ’ όλα τις ηγεμονικές και στρατηγικής σημασίας επιδιώξεις της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε παγκόσμιο επίπεδο. Και με την έννοια αυτή παραμένει ανοιχτό το θέμα του εάν θα εξακολουθήσει η Ελλάδα να είναι μέλος της ευρωζώνης.

Οι τελευταίες δηλώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ περιπλέξανε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Ουσιαστικά διέψευσε τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά λέγοντας ότι τα 11.5 δισ. (που έγιναν 13.5δισ.) δεν αρκούν και ότι θα χρειαστούν και άλλα μέτρα, γιατί δεν υπάρχουν «έσοδα» εξ αιτίας της ύφεσης και ότι θα υπάρξει χρηματοδοτικό κενό. Εδώ επιβεβαιώνεται η διαφορά ανάμεσα στο ΔΝΤ και την Γερμανία, διαφορά που οξύνεται και αφορά την αποτελεσματικότητα των μέτρων, με αποτέλεσμα να υπάρχει ακόμη και το ενδεχόμενο αποχώρησης του ΔΝΤ από την τρόϊκα.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν αποκλειστικά σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Στο πλαίσιο του κοινού νομίσματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  δηλαδή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο και καμία πιθανότητα για την εφαρμογή μιας άλλης οικονομικής πολιτικής που θα υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Όγδοο. Η κατάσταση που διαμορφώνεται μας επιβεβαιώνει με πολλά και πρόσθετα επιχειρήματα ότι ο ισχυρισμός του ΣΥΡΙΖΑ (και άλλων κομμάτων) ότι μπορεί να εφαρμόσει, ως κυβέρνηση, μια άλλη πολιτική στο πλαίσιο παραμονής της χώρας μας στο ευρώ είναι παντελώς έωλος. Αυτό που μπορεί να συμπεράνει κανείς, πιο εύκολα τώρα απ’ ότι πιθανά προηγούμενα, είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια αντιμνημονιακή φιλολαϊκή οικονομική πολιτική, που θα βγάλει τη χώρα από την οικονομική κρίση, που θα αντιμετωπίσει τη χρεοκοπία και θα ανακουφίσει τους εργαζόμενους στη θέση μιας μνημονιακής οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ελληνικής κυβέρνησης.

Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται μπροστά σε έναν πολιτικό και οικονομικό διχασμό:

¨      Από τη μια διαβεβαιώνει την προσήλωσή του ότι τάσσεται αναφανδόν ενάντια στη μνημόνιο, ενώ, ταυτόχρονα, εξακολουθεί να υποστηρίζει την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το γεγονός αυτό, και σε συνάρτηση με τις δυσκολίες που παρουσιάζει η υποστήριξη μιας τέτοιας θέσης, τον έχει κάνει να επιδίδεται σε πολιτικές πιρουέτες προσαρμογής του πολιτικού του λόγου για μια κυβερνητική πολιτική, που στο οικονομικό της περιεχόμενο δεν θα απέχει απ’ όσα δημοσίως ισχυρίζονται οικονομικά του στελέχη, όπως ο Γιάννης Δραγασάκης και ο Γιώργος Σταθάκης.

¨      Από την άλλη δεν έχει μπει ποτέ στον κόπο να αποδείξει πως θα μπορέσει να εφαρμόσει μια αντιμνημονιακή πολιτική στη θέση μιας μνημονιακής πολιτικής και αρκείται σε πολιτικές μόνο διαβεβαιώσεις, που, όμως, εύκολα και γρήγορα μπορούν να εξανεμιστούν, για να μην πούμε ότι ήδη εξανεμίστηκαν, μπροστά σε μια πραγματικότητα, που είναι αδιάψευστος μάρτυρας και βοά.

Ένατο. Έρχεται και πάλι μπροστά μας η επικαιρότητα και η χρησιμότητα των επεξεργασιών του 15ου Συνεδρίου του Κόμματος και του Προγράμματός του. Η πολύ μεγάλη αναγκαιότητα της δημιουργίας του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου, που θα διεκδικήσει την πολιτική εξουσία και τη διακυβέρνηση της χώρας.

Τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η χώρα μας είναι τόσο προφανή, που, εμείς, τα μέλη και στελέχη του Κόμματος που εκφράζονται μέσα από τη «Νέα Σπορά»  πιστεύουμε ότι θα ξαναβρεθούμε, ως Κόμμα, ως ΚΚΕ, μπροστά στην ανάγκη να προβληθεί η συγκεκριμένη πρόταση του 15ου Συνεδρίου στο επόμενο χρονικό διάστημα, που, μπροστά στην όξυνση της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, οι πιέσεις που θα δεχτεί το Κόμμα θα είναι πολύ μεγάλες και οι κίνδυνοι για ένα χειρότερο αποτέλεσμα ακόμα μεγαλύτεροι. Το λάθος που γίνεται μέχρι τώρα δεν μπορεί να επαναληφθεί.

Δέκατο. Το λάθος, όμως, αυτό της ηγεσίας του Κόμματος έχει θεωρητική έδραση. Η ρίζα του λάθους βρίσκεται στις θεωρητικές επεξεργασίες της ηγεσίας του Κόμματος, που σχετίζονται με το πώς αντιλαμβάνεται τη δημιουργία επαναστατικής κατάστασης και τη μετατροπή του ΑΑΔΜ σε επαναστατικό μέτωπο, οπότε προκύπτει η σοσιαλιστική εξουσία, με τις μορφές περάσματος στο σοσιαλισμό,  με τη θέση και το ρόλο της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και την ύπαρξη ή όχι ενδιάμεσης εξουσίας ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.

Τελικά μέσα από το συνδυασμό όλων των παραπάνω παραγόντων προέκυψε σε μια περίοδο, που δεν υπήρχε καν ΑΑΔΜ, πολύ περισσότερο επαναστατικό μέτωπο, που δεν υπήρχε επαναστατική κατάσταση, να καταλήξει να αρνηθεί η ηγεσία του κόμματος, ακόμη και μπροστά στις εκλογές, να προβάλει τη θέση του 15ου Συνεδρίου, που αφορούσε τη δημιουργία κυβέρνησης του ΑΑΔΜ και του αντίστοιχου προγράμματός της και προτίμησε να μιλάει για την εργατική λαϊκή εξουσία, δηλαδή, έκανε προπαγάνδα με ένα σύνθημα για τη σοσιαλιστική εξουσία και το πώς θα οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός!

Ενδέκατο. Εκείνη η επεξεργασία του Κόμματος, που δέχτηκε στην κυριολεξία στραπάτσο από την αρθογραφία, που ακολούθησε το συγκεκριμένο (υπαρκτό ή ανύπαρκτο) επεισόδιο μεταξύ Πολ Τόμσεν και Γιάννη Στουρνάρα, είναι η θεωρία της μη εξαρτημένης Ελλάδας. Οπαδοί αυτής της θεωρίας είναι η ηγεσία του Κόμματος, ο ΣΥΡΙΖΑ (όχι στο σύνολό του), η ΔΗΜΑΡ και όλοι οι νεοτροτσκίζοντες ανόητοι ζηλωτές της «ιμπεριαλιστικής Ελλάδας», του «μικρού ιμπεριαλιστή» και της «αλληλεξάρτησης», της «ιμπεριαλιστικής πυραμίδας» και άλλων νεοτροτσκιστικών φληναφημάτων.

Όλοι αυτοί οι οπαδοί της μη εξαρτημένης Ελλάδας είναι ταυτόχρονα οπαδοί της μη επιστροφής στη δραχμή (με εξαιρέσεις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού)  και υπέρ της παραμονής στο ευρώ (γιατί «η αποχώρηση από το ευρώ θα ήταν καταστροφική»), για όσο χρονικό διάστημα οι μεν θα «αγωνίζονται» για να φέρουν το σοσιαλισμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση «από τα μέσα» και οι άλλοι, όπως η ηγεσία του Κόμματος, για να αποδεσμευτεί η Ελλάδα με σοσιαλιστική επανάσταση.

Όπως εύκολα μπορούν να αντιληφθούν όλοι το τελικό αποτέλεσμα, είτε είσαι οπορτουνιστής του ΣΥΡΙΖΑ είτε επαναστάτης της ηγεσίας του Κόμματος, είναι το ίδιο. Ευρώ και ξερό ψωμί! Έως ότου έρθει ο «σοσιαλισμός» του ΣΥΡΙΖΑ από τα μέσα και έως ότου έρθει ο σοσιαλισμός της ηγεσίας του Κόμματος από τα έξω!!!

¨      Για να δούμε τώρα ποιος γενναίος ή γενναία από την ηγεσία του Κόμματος θα υπογράψει ξανά κείμενο που να υποστηρίζει τη θεωρία της μη εξαρτημένης Ελλάδας ή της αλληλεξάρτησης, την ώρα που ένας Πολ Τόμσεν «κόβει και ράβει» κατά πως του υπαγορεύουν τα αφεντικά του και υπαγορεύει με τη σειρά του στην κυβέρνηση! Την ώρα που μια υπάλληλος του ΔΝΤ ελέγχει τον προϋπολογισμό του υπουργείου άμυνας και παρελαύνει μπροστά της η ηγεσία του Ελληνικού Στρατού! Την ώρα που η κυβέρνηση - των τριών ευρωπαϊστών αρχηγών, αδημονώντας, αναμένει τους «χρησμούς» του Πολ Τόμσεν και βιάζεται κι από πάνω, για να καταλήξει, στο τέλος, στην πολιτική διαπραγμάτευση!

¨      Για να δούμε τώρα ποιος ή ποια θα ισχυριστεί ότι η αποχώρηση από το ευρώ και η επιστροφή στη δραχμή θα είναι καταστροφική, όταν στη Γερμανία αυξάνουν συνεχώς οι εργαζόμενοι (αυτή τη στιγμή ξεπερνάνε τα 7 εκατ.) που αμείβονται με 400 ευρώ το μήνα!  Πόσο χαμηλότερα μπορούν να πάνε οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση από το ευρώ ώστε να μη συγκρίνονται με τους Γερμανούς των 400 ευρώ!

¨      Για να δούμε τώρα αν θα συνεχίσουν να γίνονται οι αναφορές στους μισθούς Κίνας την ώρα, που όλως περιέργως, ξεχνιέται η κατάσταση των εργαζομένων στις ΗΠΑ, τη Γερμανία, στη Μ. Βρετανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, που εκεί καθιερώθηκαν μισθοί πιο μικροί ακόμη κι από τους ελληνικούς και πιο μπροστά απ’ ότι στην Ελλάδα! Γιατί ξεχνιόνται συστηματικά αυτές οι χώρες και γίνεται συνεχής αναφορά μόνο στους μισθούς της Κίνας;

Ας σκεφτούμε μόνο το γεγονός και την εικόνα που σχηματίζεται στο μυαλό του κάθε εργαζόμενου, που του κόβουν το μισθό, ή του συνταξιούχου, που χάνει από την πενιχρή του σύνταξη, ότι ένας υπάλληλος του ΔΝΤ, εκ μέρους της τρόϊκας, οδηγεί τον υπουργό οικονομικών σε παραίτηση, ο οποίος, ταυτόχρονα τον ρωτάει αν επιδιώκει να ρίξει την κυβέρνηση (που το πας;).

Οι πιο σοβαροί αρθρογράφοι της άρχουσας τάξης έβαλαν θέμα σεβασμού του ελληνικού λαού κι αυτής της χώρας, κι άλλοι αναρωτήθηκαν ότι «αν είναι με το ευρώ να φτάσουμε στο 50% ανεργία τότε τι το θέλουμε»; Μέχρι και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τροποποίησε το λεξιλόγιό του!

Όλοι αυτοί οι θιασώτες της μη εξάρτησης τι ερώτημα θα βάλουν τώρα; Θα σκεφτούν τι ζημιά έκαναν στο Κόμμα που έφτασαν να υιοθετούν όλα τα επιχειρήματα της άρχουσας τάξης ή να τροφοδοτούν την άρχουσα τάξη με επιχειρήματα για την παραμονή της χώρας στο ευρώ, μπροστά στην υποτιθέμενη καταστροφή που θα υποστεί με την έξοδό της από αυτό;

Δωδέκατο. Τέλος, θα τοποθετηθούμε, επίσης για άλλη μια φορά, και για την πολιτική στάση του ΣΥΡΙΖΑ, με την ελπίδα ότι θα σταματήσουν οριστικά οι ανηθικότητες που διαπράττονται σε βάρος μας, από διάφορες μεριές και με διάφορες αναφορές είτε στον ΣΥΡΙΖΑ είτε σε πράγματα και πρόσωπα, με τα οποία δεν έχουμε καμία σχέση, είτε σε ηγεσίες.

Είναι φανερό ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει χαράξει την πορεία της με τις συγκεκριμένες επιλογές που έκανε και κάνει (δεν θα ήταν και κάποια σημαντική διαπίστωση ούτε επίσης κάποια πολιτική επαλήθευση, γιατί δεν τρέφαμε αυταπάτες). Άλλωστε πάρα πολύ έγκαιρα, προεκλογικά ακόμη, σχολιάσαμε τις προγραμματικές αρχές του ΣΥΡΙΖΑ και τοποθετηθήκαμε. Αυτό που δεν έχει κριθεί ακόμα με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι η στάση των λαϊκών μαζών που τον στηρίζουν.

Γι αυτό το λόγο, και μπροστά στην περαιτέρω όξυνση της οικονομικής κρίσης, που θα επηρεάσει οπωσδήποτε τις πολιτικές εξελίξεις, είναι διαφορετικό πράγμα η πολιτική στάση απέναντι στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ από τη στάση απέναντι στις λαϊκές μάζες που επηρεάζει αυτήν τη στιγμή. Ακριβώς γι αυτό μιλάμε και για προσωρινή αναδίπλωση των λαϊκών μαζών που δεν αφορά κατ’ αποκλειστικότητα τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την ενίσχυση της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές της 17ης του Ιούνη.
Κι όταν μιλάμε για προσωρινή αναδίπλωση δεν εννοούμε και κατ’ ανάγκην συντηρητική αναδίπλωση. Περισσότερο μια στάση αναμονής μέχρι να βρεθεί εκείνος ο πολιτικός φορέας, αυτό που έλλειψε και εξακολουθεί να λείπει, που θα δώσει στον ελληνικό λαό μια συγκεκριμένη πρόταση εξόδου από την κρίση και τη χρεοκοπία, με συγκεκριμένα μέτρα και στόχους, που θα συνδυάζουν τα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων με την προοπτική του σοσιαλισμού.

Αυτός πρέπει να είναι ο ρόλος αυτή τη στιγμή του ΚΚΕ. Αν θέλει να ανακάμψει, αν θέλει να ξανακερδίσει το κύρος που είχε μέσα στην ελληνική κοινωνία. Διαφορετικά υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η προσωρινή αναδίπλωση να πάρει μόνιμα συντηρητικά χαρακτηριστικά, που οπωσδήποτε θα επιδράσει πάνω στο Κόμμα μας και που δεν θα περιοριστεί, μόνο, στο σύνηθες αστικό κοινοβουλευτικό πλαίσιο. Και τότε τα πράγματα θα είναι πολύ πιο σοβαρά αλλά και οι ευθύνες ακόμα σοβαρότερες.
Περισσότερα... "