Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Τα λάθη τακτικής της ηγεσίας του Κόμματος κατά την περίοδο των εκλογών του Μάη και Ιούνη Μέρος πέμπτο


11. Έξοδος πριν ή μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση;

Στο τέταρτο μέρος αυτής της σειρά  των άρθρων αποσαφηνίσαμε ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απαραίτητη προϋπόθεση, τη χαρακτηρίσαμε μάλιστα ως «εκ των ων ουκ άνευ», για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα μας, γιατί είναι αδύνατον να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός στο πλαίσιο μιας διακρατικής καπιταλιστικής συμμαχίας, στην οποία θα συνυπάρχουν κράτη - μέλη σε διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό αλλά με ενιαίο (ή και διαφορετικό) νόμισμα, ενιαίο δίκαιο, ασφάλεια, εξωτερική πολιτική κλπ.

Επίσης, πρέπει, παραπέρα, να σημειώνουμε ότι είναι αδύνατο να ξεσπάσει η σοσιαλιστική επανάσταση ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός, που, αν συνέβαινε, θα σήμαινε τη μετατροπή μιας διακρατικής καπιταλιστικής συμμαχίας στο σύνολό της σε ένωση σοσιαλιστικών δημοκρατιών, δηλαδή σοσιαλιστικές ΕΠΕ. Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί, παρά την ισχυρή και ασφαλή εκτίμηση ότι όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης - και ευρύτερα όλες οι χώρες της Ευρώπης, είναι ώριμες από την άποψη των αντικειμενικών υλικών προϋποθέσεων να περάσουν στο σοσιαλισμό - και ορισμένες από αυτές είναι υπερώριμες.

Οφείλουμε να τονίσουμε και να διευκρινίσουμε ακόμη περισσότερο  αυτήν την πλευρά της παραπάνω εκτίμησης που κάνουμε. Στην Ευρώπη οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί σε τέτοιο επίπεδο που επιτρέπουν το πέρασμα στο σοσιαλισμό τόσο ως συνόλου όσο και ως ομάδας χωρών αλλά και κάθε ξεχωριστής χώρας. Η ανάπτυξη αυτή είναι σαφώς μεγαλύτερη στις χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης.

Σε ότι αφορά στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που οικοδομήθηκε ο σοσιαλισμός, η εκτίμηση παραμένει η ίδια, παρά την καταστροφή στις παραγωγικές δυνάμεις που σημειώθηκε με την ανατροπή του σοσιαλισμού και την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Η υλική βάση, που με πολλές θυσίες οικοδομήθηκε στις χώρες αυτές, ήταν σημαντική - αν και συχνά υποτιμάται αυτό το γεγονός, ικανή και σήμερα να στηρίξει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Άλλωστε από μόνο του το γεγονός ότι οικοδομήθηκε στις χώρες αυτές ο σοσιαλισμός αποτελεί ένα «υλικό προηγούμενο», μια αναντικατάστατη εμπειρία, που αποτελεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα για το (ξανα)πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Η παλινόρθωση του καπιταλισμού - από μια άλλη σκοπιά τώρα, έστω και σαν αρνητικό αποτύπωμα της κοινωνικής εξέλιξης αυτών των χωρών - έστω και μέσα από την καταστροφή που επέφερε στις παραγωγικές δυνάμεις τους, έρχεται να επιβεβαιώσει την εκτίμηση που κάνουμε για το βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων.  Γιατί ακόμη και αυτή η παλινόρθωση αξιοποίησε και στηρίχτηκε στην υλική βάση που είχε δημιουργήσει ο σοσιαλισμός.

Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε αυτές τις χώρες αποτελεί ανεξάντλητη πηγή συσσωρευμένης πείρας αλλά και «υλική δύναμη», ιστορικό παράδειγμα, για το πώς  επιχειρήθηκαν να επιλυθούν προβλήματα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, για το πως επιλύθηκαν τα βασικά κοινωνικά προβλήματα των εργαζομένων. Όπως, επίσης,  αποτελεί ένα ιστορικό παράδειγμα μελέτης και εμβάθυνσης στις αιτίες που οδήγησαν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού, κατά προτεραιότητα στην υλική βάση και στο πως αυτή επέδρασε στο εποικοδόμημα. Αυτή η μελέτη είναι απαραίτητη στην προσπάθεια για ένα νέο «πέταγμα στους ουρανούς».

Ο βαθμός ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, είναι η βάση που θα στηριχτεί και που επιβάλλει στο κομμουνιστικό κίνημα να αποκαταστήσει μια ενιαία στρατηγική απέναντι στον ευρωπαϊκό μονοπωλιακό καπιταλισμό, απέναντι στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, παίρνοντας υπόψη τις εθνικοκρατικές διαφορές, τις ιδιομορφίες, που πηγάζουν από την εμφάνιση δύο διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, αλλά και από την ύπαρξη της «μνήμης» και αντίστοιχα της διαφορετικότητας στη κοινωνική συνείδηση που αναπτύχθηκε στις χώρες του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού.

Το ταυτόχρονο, όμως, ξέσπασμα της σοσιαλιστικής επανάστασης σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης - και κατ’ επέκταση της Ευρώπης, δεν είναι δυνατό, εξ αιτίας της διαφορετικής ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα, με άλλα λόγια, της ανισόμετρης ωρίμανσης της  ταξικής και πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης, της κατανόησης από αυτήν του κοινωνικού και ιστορικού της ρόλου.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι, στις σύγχρονες συνθήκες, οι διαφορές στην ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα των ξεχωριστών χωρών τείνουν γενικά να αμβλύνονται (για σημαντικούς λόγους: η εργατική τάξη είναι πιο μορφωμένη, η γνώση και η πληροφόρηση διαδίδονται πολύ πιο γρήγορα, υπάρχει  σχεδόν ταύτιση των προβλημάτων μεταξύ των εργαζομένων των διαφορετικών χωρών, οι ιδιομορφίες της κάθε χώρας αποδυναμώνονται ή και παρεκπίπτουν κλπ.). Ταυτόχρονα, όμως, η άρχουσα τάξη προσπαθεί να οξύνει αυτές τις διαφορές και αξιοποιώντας τις σύγχρονες συνθήκες και αναβαθμίζοντας την πολιτική της παρέμβαση.

Παράλληλα η άρχουσα τάξη προσπαθεί με ενιαίο τρόπο να εμποδίζει συνολικά σε όλες τις χώρες την ωρίμανσή του υποκειμενικού παράγοντα. Γι’ αυτό το λόγο υπάρχει και σύμπτωση στην επιχειρηματολογία της. Για τη δικαιολόγηση της λιτότητας από τις κυβερνήσεις των μελών - κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακούγεται σε όλες τις χώρες το ίδιο επιχείρημα: «Εργαζόμαστε λίγο και καταναλώνουμε περισσότερο». Για να περάσουν οι κυβερνήσεις τις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων στη Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία κλπ επικαλέστηκαν τη συνηθισμένη κατηγορία ότι «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες», ό, τι ακριβώς και στη χώρα μας. Την ίδια στιγμή κρύβουν επιμελώς τις πραγματικές αιτίες που γεννούν τα σημερινά προβλήματα στους εργαζόμενους.

Παρά, λοιπόν, το γεγονός ότι υπάρχουν οι όροι που συντελούν να ωριμάζει πιο γρήγορα και να συγκλίνει για όλες τις χώρες ο υποκειμενικός παράγοντας, αυτός, όμως, εξακολουθεί να ωριμάζει ανισόμετρα. Και κάτι ακόμη. Μπορεί να υπάρξει και η αντίστροφη τάση. Να δυσκολέψουν οι όροι της συνειδητοποίησης των εργαζομένων, όχι μόνο επειδή η άρχουσα τάξη είναι σε πλεονεκτικότερη θέση, έχει καλύτερη πρόσβαση στα τεχνικά μέσα και εκμεταλλεύεται τις σύγχρονες συνθήκες από καλύτερη θέση αλλά και γιατί μπορεί να εκμεταλλεύεται και ιστορικές συγκυρίες, όπως αυτή που ζούμε σήμερα με το πισωγύρισμα του σοσιαλισμού.

Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που αφορά το κόμμα της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη μπορεί, είναι αυτό ιστορικά πιθανό, να μη διαθέτει το αντίστοιχο μαρξιστικό - λενινιστικό κόμμα, που να ανταποκρίνεται στα σύνθετα σύγχρονα καθήκοντα με επάρκεια. Δηλαδή να «θέλει» αλλά να μη «μπορεί».  Πολύ περισσότερο οι συνθήκες χειροτερεύουν όταν το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται σε συνθήκες κρίσης, όπου, πλέον, απαιτείται μια νέα σπορά για να δώσει ένα νέο φούντωμα δράσης, ανάπτυξης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος και ξεσπάσματος νέων επαναστάσεων.

***
Από την άποψη της σοσιαλιστικής προοπτικής στη χώρα μας αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση δύο είναι τα κοινοβουλευτικά κόμματα στην Ελλάδα που δεσμεύονται γι αυτήν: Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ «από τα μέσα» - δηλαδή, χωρίς αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε καν από το ευρώ και το ΚΚΕ «από τα έξω» - δηλαδή, με αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά αποδέσμευση με σοσιαλιστική επανάσταση.

Πρέπει να πούμε ότι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σοσιαλισμό «από τα μέσα» είναι στην καλύτερη περίπτωση ουτοπική. Δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί εξ αιτίας των αντικειμενικών συνθηκών που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και θα πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτή η θέση του ΣΥΡΙΖΑ όσο περνάει ο καιρός και κάτω από το φως των σχετικών εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και σε σχέση με την ίδια τη χώρα μας τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ως ουτοπική. Θα λέγαμε ότι στην κυριολεξία «τινάζεται στον αέρα» από την ίδια την πραγματικότητα. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, επιμένει σε αυτήν τη θέση, παρόλο που υπάρχουν και αντίθετες φωνές στο εσωτερικό του.

Το θεωρητικό υπόβαθρο της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η εμφάνιση και η εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι νομοτέλεια, υπέχει θέση νομοτελειακού φαινομένου.

Γι αυτό το λόγο ο ΣΥΡΙΖΑ και ο πολιτικός χώρος, που, γενικά, αυτοαποκαλείται ανανεωτικός χώρος της Αριστεράς, τάχτηκε από την αρχή υπέρ της δημιουργίας της ΕΟΚ και της μετεξέλιξής της σε Ευρωπαϊκή Ένωση και υπέρ του συνθήματος για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Για τον ίδιο λόγο, επίσης, είναι υπέρ της συμμετοχής της χώρας μας στην ευρωζώνη και κατά της εξόδου τόσο από το ευρώ όσο και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί θεωρεί ότι το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο στο πλαίσιο της Ένωσης και με το ευρώ. Γι’ αυτό και η πρότασή του για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης και ιδιαίτερα του δημόσιου χρέους και της χρεοκοπίας είναι να αντιμετωπιστούν συνολικά στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μέτρα που θα αφορούν όλες τις χώρες - μέλη. Πράγμα που είναι αδύνατον.

Αυτή, όμως, η θέση περί νομοτέλειας, αγνοεί και περιφρονεί επιδεικτικά - και για τις συνέπειες που συνεπάγεται - τις τρέχουσες οικονομικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αγνοεί την ύπαρξη και τη δράση των δύο αντίθετων τάσεων, της τάσης ενότητας και της τάσης διάσπασης, για τις οποίες ήδη έχουμε κάνει λόγο, σε συνδυασμό με το νόμο της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αγνοεί, τέλος, την ιστορική παρακαταθήκη του κομμουνιστικού κινήματος και πάνω απ’ όλα αγνοεί τη θέση του Β. Ι. Λένιν για το «αντιδραστικό» και το «απραγματοποίητο» των ΕΠΕ. Πολύ περισσότερο που κανένας μέχρι σήμερα δεν έχει αποδείξει το εάν η θέση του Β. Ι. Λένιν έχει ξεπεραστεί. Αντίθετα. Όλες οι εξελίξεις που σημειώνονται την υπερασπίζονται.

Αλλά αυτή η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, παράλληλα, έχει και μια άλλη πολύ σοβαρή επίδραση πάνω στην προβληματική του κόμματος αυτού και στον τρόπο ερμηνείας των εξελίξεων - και των οικονομικών και των πολιτικών. Επειδή είναι δέσμιος αυτής της θεωρητικής του επεξεργασίας (και, ταυτόχρονα, κατά τη γνώμη μας, θεωρητικής του ανεπάρκειας) χάνει την ουσία των εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επιχειρεί ερμηνείες, οι οποίες δεν στηρίζονται ούτε καν στον αστικό πολιτικό και οικονομικό ρεαλισμό. Έρχεται σε κραυγαλέα απολογητική θέση, που παίρνει το χαρακτήρα  ακόμα και μιας εκχυδαϊσμένης «οραματικής ευρωλαγνείας», που, τελικά, όμως, με αυτόν τον τρόπο, η επεξεργασία αυτή τον ωθεί και τον καταλήγει στο να υπονομεύει και  να καταλύει τα όποια ριζοσπαστικά στοιχεία της πολιτικής του.

Και δεν είναι μόνο ότι έχει συμβιβαστεί η ηγεσία του. Αλλά έχει αλλάξει και ρόλο. Έχει μετατραπεί σε κατήγορο της άρχουσας τάξης. Η ηγεσία του  ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί την άρχουσα τάξη ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά της, ότι με την πολιτική που ακολουθεί η χώρα μας θα «πεταχτεί» εκτός ευρώ. Εμφανίζεται από τη θέση του εγγυητή του «ευρωπαϊκού οράματος» και της υπεράσπισης του ευρώ, παρά το γεγονός ότι το ευρώ ήρθε για να εκφράσει αυτό που είναι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έχει φτάσει να γίνεται φορέας και αντιδραστικών θέσεων, που τις αντιγράφει από το παρελθόν, από το οπλοστάσιο του αντίπαλου, και που προσβάλλουν τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό, όπως είναι η θέση του για το νέο σχέδιο Μάρσαλ, σε μια προσπάθεια ισορροπιών ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλα τα παραπάνω είναι αδιαμφισβήτητα σημάδια μιας πορείας προσαρμογής προς τη διακυβέρνηση, την οποία και διεκδικεί, αλλά την ίδια στιγμή είναι και έκφραση της πίεσης που εξασκεί η αστική τάξη πάνω στα μικροαστικά στρώματα.

Δυστυχώς, ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ, που τον ακολούθησε γιατί τον πίστεψε ή γιατί τον ακολούθησε χωρίς να τον πιστεύει, αλλά έτρεφε μιαν ελπίδα σε αυτόν για τα μεγάλα, καυτά και άμεσα προβλήματα που αντιμετωπίζει, δεν κινδυνεύει απλώς να δει στο ΣΥΡΙΖΑ έναν εναλλακτικό «κυβερνητικό παίχτη» στο πλαίσιο ενός νέου δικομματισμού. Εκδοχή που και αυτή έχει τις δυσκολίες της στην υλοποίησή της.

Κινδυνεύει να δει το ΣΥΡΙΖΑ στη θέση ενός πολιτικού πλυντηρίου που θα ξεπλύνει συνολικά την πολιτική της άρχουσας τάξης, στην πιο δύσκολη στιγμή της, που θα βοηθήσει την άρχουσα τάξη να ξεπεράσει την κρίση και τη χρεοκοπία σε βάρος του ελληνικού λαού. Να μην υπάρξει ουσιαστική διέξοδος για αυτόν.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτήν τη στιγμή ο ελληνικός λαός απορρίπτει κατά 90% και πάνω την εφαρμοζόμενη μνημονιακή πολιτική. Απορρίπτει κατά 60% και πάνω το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτή η θεαματική μεταστροφή του ελληνικού λαού σημειώνεται λίγους μήνες μετά τις πρόσφατες διπλές εθνικές εκλογές του Μάη και του Ιούνη. Είναι ένας σοβαρός λόγος που κάθε εγχείρημα για την επανέκδοση ενός δικομματικού πολιτικού συστήματος μπορεί να αποδειχτεί κακέκτυπο και προπαντός κακός οιωνός για την τύχη του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ.  

***
Από την άλλη πλευρά, τώρα, την πλευρά της ηγεσίας του Κόμματος, τα πράγματα φαίνονται να παρουσιάζονται με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Αλλά μόνο φαίνονται…

Η ηγεσία του Κόμματος στην πράξη κατάργησε αυθαίρετα τις επεξεργασίες της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για την ΕΟΚ και την Ευρωπαϊκή Καπιταλιστική Ενοποίηση, που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλη του 1993, κατάργησε, στη συνέχεια, τις επεξεργασίες του 15ου Συνεδρίου, που πραγματοποιήθηκε το Μάη του 1996, και του Προγράμματος που ψήφισε. Σε αντίθεση με τις επεξεργασίες αυτές παρουσίασε, πρόσφατα, τη νέα θέση που αναφέρεται στην «αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με λαϊκή εξουσία και μονομερή διαγραφή του χρέους». Υποτίθεται ότι η θέση αυτή στηρίζεται στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος.

Αυτή η θέση, στην πράξη, σημαίνει πως πρώτα θα κατακτηθεί η εξουσία, δηλαδή, θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση και μετά  θα επακολουθήσουν η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η διαγραφή του χρέους με μονομερή πρωτοβουλία της επαναστατικής εξουσίας.

Φαίνεται, δηλαδή, ότι με την τοποθέτηση αυτή, η ηγεσία του Κόμματος προσπαθεί να αντιστοιχίσει  την τακτική του Κόμματος στη στρατηγική του, να αποφύγει την οποιαδήποτε ενδιάμεση κατάσταση και να πλησιάσει περισσότερο στο στρατηγικό του στόχο, το σοσιαλισμό.

Η προετοιμασία γι’ αυτήν τη θέση, όπως ήδη αναφέραμε, έχει αρχίσει από το 18ο Συνέδριο. Γι’ αυτό το λόγο το 18ο Συνέδριο τοποθετείται με εντελώς διαφορετικό τρόπο στο ζήτημα του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε σχέση με όλα τα προηγούμενα Κομματικά Σώματα, αλλάζοντας, ουσιαστικά, την τακτική του Κόμματος και χωρίς να τεκμηριώνει την ανάγκη αυτής της αλλαγής.  Το σπουδαιότερο. Δεν ομολογεί ανοιχτά αυτήν την αλλαγή και τους όρους που την επέβαλαν. Την περνάει «στα μουλωχτά», επί το λαϊκότερο.

Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αποκαλύπτεται και η αντίληψη της ηγεσίας του Κόμματος, από την οποία διακατέχεται, ως προς την κομματική λειτουργία. Αποκαλύπτεται το τι Κόμμα θέλει να οικοδομήσει και ποια σχέση θέλει να έχει η ηγεσία του με τα μέλη του. Επί της ουσίας πρόκειται για ένα κλασσικό πολιτικό-ιδεολογικό πραξικόπημα, σαν και αυτά που μας είχε συνηθίσει ο Μίμης Ανδρουλάκης. Φέρνει τα μέλη του Κόμματος μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα, χρησιμοποιώντας, ως φύλλο συκής, τον κάθε προσυνεδριακό διάλογο και την τυπική τήρηση των συνεδριακών διαδικασιών. Θυμίζουμε απλώς το πασίγνωστο ότι «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά»…

Παραθέτουμε τη συγκεκριμένη αναφορά:

«Είναι καιρός να σχεδιαστεί - ανάλογα με το μαζικό φορέα - ώστε να προβάλλεται το θέμα της απειθαρχίας, αλλά και της αποδέσμευσης, απεμπλοκής, σε απάντηση στις ουτοπικές και αποπροσανατολιστικές θέσεις για δήθεν “αλλαγή από τα μέσα”.

Στο πεδίο αυτό, είναι ανάγκη να αποκαλυφθούν οι όροι της συμμόρφωσης, της ανισομετρίας, οι σχέσεις αλληλεξάρτησης και εξάρτησης. Απομυθοποιείται έτσι και η θέση ότι η Ελλάδα είναι μικρή και εξαρτημένη χώρα, γι’ αυτό δεν μπορεί να μπει στην τροχιά της ανάπτυξης προς όφελος των κοινωνικών αναγκών.

Η θέση ότι η Ελλάδα έχει δυνατότητα να αναπτυχθεί με μια ορισμένη αυτάρκεια, που σημαίνει ανεξαρτησία από τις ιμπεριαλιστικές δεσμεύσεις με την καθοδήγηση της Λαϊκής Εξουσίας πρέπει να εμπεδωθεί. Το ερώτημα, αν μια χώρα μπορεί μόνη της να βαδίσει ένα διαφορετικό δρόμο, καλλιεργεί ψευτοδίλημμα. Η θέση του ΚΚΕ αφορά στο ξεκίνημα της διαδικασίας, τη χρονική περίοδο όπου ωριμάζουν όλες οι συνθήκες, υποκειμενικές και αντικειμενικές, για την ανατροπή σε κάθε χώρα. Αυτή η ανατροπή όπου και να προηγηθεί, στη χώρα μας ή αλλού, θα προκαλέσει επιτάχυνση των εξελίξεων σε άλλες χώρες. Αυτή η Ελλάδα, της Λαϊκής Εξουσίας και Οικονομίας, δε διατρέχει τους κινδύνους που επικαλείται η άρχουσα τάξη. Οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι που επισείει αφορούν πριν απ’ όλα την ίδια και όχι τους εργαζόμενους» (18ο Συνέδριο, Πολιτική Απόφαση, Ντοκουμέντα, σελ. 98).

Δεν πρόκειται να σχολιάσουμε αυτήν τη στιγμή τα πάρα πολλά και πολύ μεγάλης σημασίας πολιτικά ζητήματα στα οποία αναφέρεται το συγκεκριμένο απόσπασμα από την Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου. Θα σταθούμε αποκλειστικά στο ζήτημα που εξετάζουμε εστιάζοντας στο κυρίαρχο συμπέρασμα, που βγαίνει από αυτήν την τοποθέτηση. Η έξοδος από το ΝΑΤΟ και από την Ευρωπαϊκή Ένωση παραπέμπεται να πραγματοποιηθεί μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Είναι κραυγαλέα φανερό. Το νέο «σχήμα» στην τακτική του Κόμματος, που υιοθετείται στο 18ο Συνέδριο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως σχήμα που υποκλίνεται «εκόν - άκον» στη νομοτέλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Θέλει - δεν θέλει» η ηγεσία του Κόμματος, με την παραπάνω θέση που «πέρασε» (γιατί έχει σημασία και ο τρόπος που διατυπώνεται) στο 18ο Συνέδριο,  πραχτικά στη ζωή, στις πραγματικές οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, αναγνωρίζει και αποδέχεται το νομοτελειακό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμπίπτει κατ’ αυτόν τον τρόπο με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Γίνεται οπαδός της θεωρίας των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων. Με δύο λόγια, δια της πλαγίας, άρρητα, απορρίπτει τη λενινιστική θεωρητική παρακαταθήκη για το ίδιο θέμα.

Γιατί η γενίκευση αυτής της θέσης του 18ου Συνεδρίου αφορά όλες τις χώρες - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και γιατί επικεντρώνεται στην έναρξη και στο χρόνο έναρξης (από το που και από το πότε) της επαναστατικής διαδικασίας παρακάμπτοντας την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το χαρακτήρα της ως αστικού μέτρου.

Το ερώτημα στο οποίο είναι υποχρεωμένη να απαντήσει η ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος, το επαναφέρουμε, είναι εάν μπορεί να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν μπορεί να συνυπάρχει καπιταλισμός και σοσιαλισμός στο πλαίσιο της συγκεκριμένης καπιταλιστικής διακρατικής συμμαχίας με τη μορφή που έχει πάρει αυτή. Η απάντηση είναι απολύτως ξεκάθαρη. Είναι αδύνατον.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που η οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι αδύνατη μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε, η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μονόδρομος για την εργατική τάξη και το κόμμα της. Και αυτό ισχύει για όλες τις χώρες. Άρα η αποδέσμευση μπορεί και να προηγείται «από το που και το πότε». Είναι το θεμελιακό κριτήριο με βάση το οποίο   πρέπει να διεκδικηθεί η αποδέσμευση. Δηλαδή, θεωρητικά αντιμετωπίζοντας το θέμα, έτσι κι αλλιώς πρέπει να πραγματοποιηθεί η αποδέσμευση είτε πριν είτε μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση.  Με βάση αυτό το κριτήριο, κατ’ αρχήν και πριν απ’ όλα, πρέπει να καθορίσει τη στάση της η εργατική τάξη και το κόμμα της.  

Η θέση «αποδέσμευση με εργατική εξουσία», που παίρνει γενικό χαρακτήρα και αφορά όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως θέση που συγκεκριμενοποιεί τη γενική θέση του 18ου Συνεδρίου για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, όχι απλώς μεταθέτει την αποδέσμευση από αυτούς τους δύο ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς για μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση αλλά την καθιστά μονοσήμαντη και αναπόφευκτη προϋπόθεση, δηλαδή της προσδίδει νομοτελειακό χαρακτήρα.

Με την έννοια αυτή η ηγεσία του Κόμματος δεν μεταθέτει μόνο ένα αστικό μέτρο που μπορεί να υλοποιηθεί πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση - ακόμη και από αστική κυβέρνηση, για μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, που θα υλοποιηθεί από την εξουσία της εργατικής τάξης στο πλαίσιο των αστικοδημοκρατικών μέτρων που η αστική τάξη έχει παραιτηθεί από την επίλυσή τους. Υποκλίνεται στην ύπαρξη και εξέλιξη της «νομοτέλειας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, ως διακρατικών καπιταλιστικών συμμαχιών, μετατρέπει την τάση σχηματισμού αυτών των διακρατικών συμμαχιών σε νομοτέλεια, ταυτίζει την έννοια της τάσης με την έννοια της νομοτέλειας.

Η ηγεσία του Κόμματος, ως εκ της θέσης της, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η κοσμοθεωρία του Μαρξισμού - Λενινισμού αναγνωρίζει την εμφάνιση της τάσης σχηματισμού διακρατικών συμμαχιών όχι ως νομοτέλεια  και ότι σε κάθε περίπτωση η τάση αυτή τελεί κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης και του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Το ίδιο ισχύει και για τις στρατιωτικές συμμαχίες. Μπορούμε να επικαλεστούμε ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση όχι μόνο της ΕΣΣΔ αλλά και της ΚΟΜΕΚΟΝ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Στην πρότερη θέση τους δημιουργήθηκε η ΚΑΚ, ενώ ορισμένες χώρες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ. Ο χώρος αυτός ήταν «ενοποιημένος» κάτω από διαφορετικά κοινωνικά συστήματα και μορφές για μερικές εκατοντάδες χρόνια.

Γι’ αυτό το λόγο και η Απόφαση του Συνεδρίου περιορίζεται να θίξει όχι την ανάγκη της αποδέσμευσης ως προϋπόθεσης για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού αλλά την περιγραφή της διαδικασίας ξεσπάσματος της σοσιαλιστικής επανάστασης μέσα σε ένα χώρο - την Ευρωπαϊκή Ένωση στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα από τους όρους που προσδιορίζουν αυτόν το χώρο. Θεωρεί δεδομένη και τελεσίδικη την επίλυση αυτού του μέτρου από τη σοσιαλιστική επανάσταση και εξουσία.

Με άλλα λόγια, εξαρτά, ουσιαστικά, την αποδέσμευση από τους όρους -  αντικειμενικούς και υποκειμενικούς, γένεσης και επιτυχούς πραγματοποίησης της σοσιαλιστικής επανάστασης Και εδώ, φυσικά, γίνεται το θεμελιακό λάθος, γιατί όσο δεν θα δημιουργούνται αυτοί οι όροι δεν θα μπαίνει θέμα αποδέσμευσης και η χώρα μας και οι εργαζόμενοι θα υφίστανται τις καταστροφικές συνέπειες από την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι παρ’ όλο που ένα τέτοιο λάθος είναι ανεπίτρεπτο να γίνεται από την ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος  υπάρχει  το ιστορικό προηγούμενο που δείχνει ότι μπροστά στην πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης υποτιμούνται τα αστικοδημοκρατικά αιτήματα. Σε αυτό το γεγονός εκφράζεται η διαφωνία του Β. Ι. Λένιν με τον Ν. Μπουχάριν που ο δεύτερος τάχτηκε υπέρ της κατάργησης του μίνιμουμ προγράμματος του μπολσεβίκικου κόμματος λίγο πριν την επανάσταση του Οχτώβρη και συνάντησε τη σφοδρή διαφωνία του ηγέτη των μπολσεβίκων.

Όλες οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις είναι συνδεδεμένες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο - πριν ή και μετά την πραγματοποίησή τους,  με αιτήματα - προβλήματα που χαρακτηρίζονται ως αστικοδημοκρατικά, που ως τέτοια μπορούν να επιλυθούν ή θα έπρεπε να επιλύονται από μία αστική κυβέρνηση. Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, χαρακτηρίζονται και ως αστικά.

Με αυτήν την έννοια, λέμε, ότι η μετάθεση ενός αστικοδημοκρατικού αιτήματος για την επίλυσή του μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση είναι μια ανεπίτρεπτη αλλά «εύκολη» διολίσθηση. Και η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει έναν ανάλογο χαρακτήρα, που σχετίζεται με την ανάκτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας και την κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας. Με μία διαφορά. Ότι αυτά τα αιτήματα δεν πρέπει και δεν επιτρέπεται να μετατίθενται εκ των προτέρων για μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται να πάψουν να είναι αιτήματα διεκδίκησης και υλοποίησης του επαναστατικού κινήματος πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Αντίθετα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι σε όλες τις μέχρι τώρα σοσιαλιστικές επαναστάσεις που πραγματοποιήθηκαν αυτά τα αστικοδημοκρατικά αιτήματα, η υπεράσπιση και η πάλη γύρω από αυτά, ήταν τα συγκεκριμένα μεταβατικά μέτρα που επέτρεψαν και οδήγησαν στην αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων τόσο στις σχέσεις των τάξεων όσο και σε πολιτικό επίπεδο πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση. Διευκόλυναν και την έφεραν πιο κοντά στην πραγματοποίησή της.

Με βάση συγκεκριμένα αστικοδημοκρατικά αιτήματα:

¨      Ο Β. Ι. Λένιν καθοδήγησε την πάλη των μπολσεβίκων από τον Απρίλη μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης τον Οχτώβρη του ’17 (ακόμη και το Σεπτέμβρη - ένα μήνα πριν την επανάσταση, στο ανεπανάληπτο έργο του «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς να την αντιμετωπίσουμε», επιμένει στην ίδια τακτική και στο ίδιο πλαίσιο αστικοδημοκρατικών αιτημάτων για την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων μέσα στα Σοβιέτ).

¨  Οι επαναστατικές δυνάμεις, με το τέλος του 2ου Παγκόσμιου πολέμου, κατέκτησαν την πολιτική εξουσία στην Τσεχοσλοβακία - με εκλογές - και στις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες.

¨      Οι επαναστατικές δυνάμεις κατέκτησαν την πολιτική εξουσία στην Κούβα το 1959, παρά και ενάντια στη στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας.

¨      Οι επαναστατικές δυνάμεις του Βιετνάμ κατέκτησαν την πολιτική εξουσία, που ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή έπαιξαν ρόλο τα ζητήματα της εθνικής ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας, η αντιμετώπιση της ξενικής κατοχής.

¨   Οι λαϊκές δυνάμεις της Χιλής, μέσα από τη «Λαϊκή Ενότητα» κατέκτησαν την κυβερνητική εξουσία και εφάρμοσαν μια σειρά αστικοδημοκρατικά μέτρα, κρατικομονοπωλιακού χαρακτήρα, που προκάλεσαν και τη γνωστή αντίδραση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τα λάθη που έκανε η Λαϊκή Ενότητα μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας για να τη χάσει - και με τον τρόπο που την έχασε, δεν πρέπει να συγχέονται με το πρόγραμμα που κατέθεσε στο Χιλιανό λαό προκειμένου να κατακτήσει την κυβερνητική εξουσία.

¨      Οι λαϊκές επαναστατικές δυνάμεις της Πορτογαλίας πραγματοποίησαν την «Επανάσταση των γαρυφάλλων», ανεξάρτητα από το εάν οι συσχετισμοί, ενδεχομένως και τα λάθη, δεν την έφτασαν μέχρι και τη σοσιαλιστική επανάσταση.

¨      Το ίδιο το ΚΚΕ δημιούργησε το ΕΑΜ και έφτασε να διεκδικεί την πολιτική εξουσία στη χώρα μας, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα και τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτό (γι’ αυτό ειδικά το θέμα θα επανέλθουμε και θα το αναλύσουμε από την άποψη της τακτικής και στρατηγικής).

Φυσικά, πρέπει να αναζητήσει κανείς, να αιτιολογήσει και να εξηγήσει, ποιο είναι εκείνο το ποιοτικά καθοριστικό στοιχείο από το οποίο οι επαναστατικές δυνάμεις ωθούνται να σχεδιάζουν με αυτόν τον τρόπο την τακτική τους προκειμένου να πλησιάσουν και να πραγματοποιήσουν τη στρατηγική τους.

Και αυτό το ποιοτικό στοιχείο είναι ο χαρακτήρας αυτών των αστικοδημοκρατικών μέτρων. Είναι μέτρα που έχουν αστικοδημοκρατικό, κρατικομονοπωλιακό χαρακτήρα μεν, είναι, όμως, μέτρα τα οποία, ταυτόχρονα, σε φέρνουν «ένα σκαλοπάτι» πριν το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Είναι μέτρα τα οποία από  οικονομική άποψη ωριμάζουν την υλική βάση της κοινωνίας με εκείνες τις οικονομικές δομές που την προετοιμάζουν για το πέρασμα στο σοσιαλισμό και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Είναι μέτρα που ωριμάζουν τον υποκειμενικό παράγοντα, τους εργαζόμενους και τα μικροαστικά στρώματα και σφυρηλατούν την ενότητα της εργατικής τάξης και τη συμμαχία της με τα μικροαστικά στρώματα. Είναι μέτρα που στο πολιτικό επίπεδο κρίνουν το «ποιος ποιον».

Είναι, δηλαδή, μέτρα που  ωθούν να «βγεις από τον καπιταλισμό χωρίς να έχεις βγει ακόμα», είναι μέτρα που ωθούν «να μπεις στο σοσιαλισμό χωρίς να έχεις μπει ακόμα». Είναι τα περίφημα, κατά τον Β. Ι. Λένιν, συγκεκριμένα και μεταβατικά βήματα προς το σοσιαλισμό (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Τόμος 31, σελ. 113 - 118, σελ. 130, σελ 149 - 186, Τόμος 34, σελ. 151 - 199, 351 - 381), που δεν συνιστούν άμεσο σοσιαλισμό (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Τόμος 31, σελ. 116 θέση 8, σελ. 142, §2),  με βάση τα οποία ο Β. Ι. Λένιν καθόρισε και έχτισε όλη την τακτική των μπολσεβίκων από τον Απρίλη μέχρι και την επανάσταση για να μεταστρέψει «την ασύγγνωστη ευπιστία» των λαϊκών μαζών προς την αστική προσωρινή κυβέρνηση και τις κυρίαρχες πολιτικές μικροαστικές δυνάμεις στα Σοβιέτ - τους Εσέρους και τους Μενσεβίκους, που διέθεταν σαφή πλειοψηφία. Να μεταστρέψει τους συσχετισμούς των δυνάμεων μέσα στα ίδια τα Σοβιέτ υπέρ των μπολσεβίκων, να σφυρηλατήσει μέσα στις εργατικές και μικροαστικές μάζες την ανάγκη αλλαγής τάξεων στην εξουσία, να αναγνωρίσουν οι μικροαστικές μάζες την πρωτοπορία της εργατικής τάξης στην πράξη. Είναι μέτρα που στο επίπεδο της εξουσίας αντιστοιχούν, κατά τον Β. Ι. Λένιν, σε ένα κράτος «τύπου Κομούνας», που δεν είναι αστικό, που δεν είναι η δικτατορία του προλεταριάτου. Πρόκειται για μια επαναστατική εξουσία με ένα επαναστατικό κράτος που ο Β. Ι. Λένιν την απέδωσε με το γενικό όρο «Δημοκρατική Δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» αλλά και με άλλους όρους όπως: «Λαοκρατία» και «Επαναστατική Δημοκρατία». Αυτήν τη θέση του ο Β. Ι. Λένιν δεν την εγκατέλειψε ποτέ, και μετά την επανάσταση, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της ηγεσίας, που τον παραχαράσσει ανεπίτρεπτα.

***
Υποτίθεται ότι όλη η επεξεργασία του 18ου Συνεδρίου έγινε για να απαντήσει στη θέση «αλλαγή από τα μέσα», τη θέση που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ και ισοδυναμεί με τη θέση «σοσιαλισμός από τα μέσα» - κατά ΣΥΡΙΖΑ σοσιαλισμός, μια και αυτή είναι σε τελική ανάλυση η ακριβής θέση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, όμως, που προκύπτει από την ανάλυση είναι ότι η θέση αυτή οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα - στην παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από διαφορετικούς δρόμους.

Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ δεν διανοείται να θέσει το ζήτημα της αποδέσμευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και θεωρεί ότι μέσα από μια μεταρρυθμιστική τακτική θα φτάσει στο σοσιαλισμό «από τα μέσα», η δε ηγεσία του Κόμματος εξαρτά την αποδέσμευση από τους όρους της πραγματοποίησης της σοσιαλιστικής επανάστασης. Για όσο χρονικό διάστημα δεν δημιουργούνται αυτοί οι όροι η χώρα μας θα παραμένει δέσμια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ.

Το ερώτημα που προκύπτει και που μπορεί να μας απευθύνει κάποιος που διαφωνεί με την παραπάνω ανάλυση είναι το τετριμμένο που ήδη χρησιμοποιείται στην κομματική επιχειρηματολογία: «Και πως ξέρετε εσείς το πότε θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση»; Το ερώτημα δεν ομολογεί αλλά υποκρύπτει ως βεβαιότητα ότι η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να βρίσκεται «επί θύραις» ή «πολύ κοντά», επειδή οι υλικοί όροι της ελληνικής κοινωνίας είναι ήδη ώριμοι, επειδή ο καπιταλισμός «είναι ιστορικά ξεπερασμένος» κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός»! Μια τέτοια αίσθηση προκύπτει από την αμεσότητα της προβολής της θέσης «αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με εργατική εξουσία και μονομερή διαγραφή του χρέους», ακόμη και κατά την προεκλογική περίοδο Μάη - Ιούνη.

Από την πλευρά μας δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε για το πότε θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση, παρά το γεγονός ότι μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι υλικοί όροι είναι ώριμοι για τη σοσιαλιστική επανάσταση για όλες τις χώρες της Ευρώπης, για το εάν είναι επί θύραις ή όχι. Για το μόνο που μπορούμε να βεβαιώσουμε είναι ότι για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης ο μόνος δρόμος είναι να παρακολουθείς την εξέλιξη της ταξικής πάλης και να την οδηγήσεις μέχρι την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη. Και με την έννοια αυτή μπορούμε και να βεβαιώσουμε ότι στην περίοδο που εξετάζουμε η ηγεσία του Κόμματος δεν μας έπεισε για κάτι ανάλογο.

Για το ίδιο ζήτημα, όμως, για το πότε θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση, δεν μπορεί να μας βεβαιώσει ούτε και η ηγεσία του Κόμματος, πολύ περισσότερο μας βεβαιώνουν για το αντίθετο οι σχέσεις των τάξεων στη χώρα μας, οι συσχετισμοί των δυνάμεων μεταξύ τους, που προέκυψαν μετά τις εκλογές. Από μία άποψη, μας βεβαιώνει, επίσης, η ίδια η επιχειρηματολογία της ηγεσίας κατά την προεκλογική περίοδο, που αναγνώρισε δημόσια ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι σήμερα έτοιμοι να δεχτούν την Εργατική Εξουσία, ούτε καν την αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και δεν ξεκινάμε από την ίδια αφετηρία ερμηνείας.

Υπάρχει και κάτι παραπάνω. Η ηγεσία του Κόμματος, δυστυχώς, δεν παρακολουθεί την εξέλιξη της ταξικής πάλης. Και όχι μόνο αυτό. Έχει δημιουργήσει και τους όρους μέσα στο Εργατικό Κίνημα που την απομακρύνουν συνεχώς από την εξέλιξη της ταξικής πάλης και αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος για να αισθανόμαστε αβεβαιότητα για τη βεβαιότητα των επεξεργασιών της, που η ίδια θέλει να αποπνέει. Είναι, κατά συνέπεια, ένας πολιτικός τυχοδιωκτισμός να αφήνεται να εννοηθεί ή να αιωρείται κάτι για το οποίο κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει την πραγματική του εξέλιξη.

Στο τετριμμένο αυτό ερώτημα, συνεπώς, υπάρχει μια εξίσου «τετριμμένη» απάντηση: «Μα ακριβώς επειδή δεν ξέρουμε το πότε θα πραγματοποιηθεί η σοσιαλιστική επανάσταση και επειδή η αποδέσμευση αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το σοσιαλισμό, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η τακτική του Κόμματος πρέπει να την καταστήσει και ικανή, με ό,τι σημαίνει αυτό για τη δημιουργία των όρων της σοσιαλιστικής επανάστασης και την ίδια την προοπτική οικοδόμησης του σοσιαλισμού, γι’ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να μετατίθεται για να υλοποιηθεί για μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση». Το ίδιο ισχύει για κάθε ανάλογο αίτημα.

Αυτή η θέση, κατά τη γνώμη μας, είναι και ο αδύνατος κρίκος που σπάει την αλυσίδα των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας και γενικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το κλειδί που ανοίγει τις προοπτικές αλλά δημιουργεί και τους όρους για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Παρ’ όλα όσα αναφέρθηκαν στο ερώτημα του όποιου δύσπιστου για την ανάλυση που προηγήθηκε: «Καλά όλα αυτά, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση η αποδέσμευση να πραγματοποιηθεί και μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση»; Η απάντηση είναι σαφής. Θεωρητικά μιλώντας, οπωσδήποτε ναι. Αλλά στην πρακτική ζωή, στην καθημερινότητα της εξέλιξης της ταξικής πάλης δεν βάζεις ποτέ «το κάρο μπροστά από το άλογο». Γιατί τότε το «αγώι» μόνο θεωρητικά θα πραγματοποιηθεί.


(ακολουθεί το έκτο μέρος)
Περισσότερα... "

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Τα λάθη τακτικής της ηγεσίας του Κόμματος κατά την περίοδο των εκλογών του Μάη και Ιούνη Μέρος τέταρτο


9. Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ας σκεφτούμε τώρα την περίπτωση κατά την οποία η αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν πλήρης και ολοκληρωτική. Οι συνέπειες για την αστική τάξη της Ελλάδας αλλά και για την ευρωενωσιακή συνοχή θα ήταν σημαντικά  πολλαπλάσιες και πολύ πιο ουσιαστικές. Καταλυτικές θα λέγαμε. Γιατί θα ματαιωνόταν ολοκληρωτικά και με το χειρότερο τρόπο, εν μέσω μιας χρεοκοπίας και οικονομικής κρίσης, η πιο σημαντική στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης στη νεότερη ιστορία της χώρας μας και θα δεχόταν ένα καθοριστικό πλήγμα στην ίδια της  την υπόσταση, ως ηγετικής τάξης, μέσα στην ελληνική κοινωνία. Θα ήταν μια χρεοκοπημένη τάξη στο επίπεδο της οικονομίας, της πολιτικής και της ιδεολογίας. Στο επίπεδο επίσης της στρατηγικής ανάλογο πλήγμα θα δεχόταν και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα σηματοδοτούσε στα σίγουρα νέες αλλαγές στο εσωτερικό της,  μια νέα γεωμετρία, ίσως και την αρχή προς τη διάλυσής της.

Ό, τι ισχυριστήκαμε, από οικονομική άποψη, για την έξοδο της χώρας μας από την ευρωζώνη ισχύει πολύ περισσότερο για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην περίπτωση αυτή η χώρα μας θα αποκτήσει πλήρη κυριαρχία των οικονομικών εργαλείων για την άσκηση της οικονομικής της πολιτικής. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι στην παραπέρα πορεία της δεν θα δεχόταν την επίδραση ή δεν θα κατέφευγε σε ανάλογες οικονομικές πολιτικές, όπως αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν στο τιμόνι της χώρας παρέμεναν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις.

Είναι φανερό ότι εάν η έξοδος από το ευρώ μπορεί να χρησιμεύσει ως προσωρινό καταφύγιο για την αστική τάξη, η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποβεί το ίδιο χρήσιμη και προς όφελος της αστικής τάξης. Παίρνοντας υπόψη την κατάσταση που τείνει να διαμορφωθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση - με την ένταση των αντιθέσεων και των διαλυτικών τάσεων, παίρνοντας υπόψη τις συνέπειες που έχει υποστεί ήδη η χώρα μας και όσες πρόκειται να υποστεί, με την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση η άρχουσα τάξη έχει τη δυνατότητα να δοκιμάσει να δώσει διεξόδους στο υπαρξιακό και αναπτυξιακό της πρόβλημα, να διαφοροποιήσει τη γεωστρατηγική και γεωπολιτική της στάση.

Το συνηθισμένο λάθος που γίνεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να θεωρείται τετελεσμένο γεγονός, αμετακίνητο τοπίο. Αντικειμενικό γεγονός που υπέχει θέση νομοτέλειας. Παρά, όμως, το γεγονός της δημιουργίας της, της ύπαρξής της (αυτό είναι το αντικειμενικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και της εξέλιξής της, όλες οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις σ’ αυτήν δείχνουν ότι δεν πρέπει να θεωρείται ως τετελεσμένο γεγονός, πολύ περισσότερο ως νομοτέλεια, ότι δεν κινείται τίποτα στο εσωτερικό της που να ωθεί ακόμη και στη διάλυσή της.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούν ταυτόχρονα δύο τάσεις: Η μια είναι η τάση ενότητας, που στηρίζεται στην ενιαία θέληση των καπιταλιστών, των μονοπωλίων, των ευρωπαϊκών μονοπωλίων για την περίπτωσή μας, για εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, που στην εποχή του ιμπεριαλισμού, την εποχή του παγκόσμιου ανταγωνισμού της κατανομής και της ανακατανομής της παγκόσμιας αγοράς οδηγεί και στη δημιουργία διακρατικών συμμαχικών ενώσεων, που στον πυρήνα τους κυριαρχούν ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η άλλη είναι η τάση διάσπασης, που οφείλεται στον ανταγωνισμό των μονοπωλίων, που παίρνει και τη μορφή του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών, για μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης για λογαριασμό των μονοπωλίων, των αστικών τάξεων της κάθε χώρας. Στη τάση διάσπασης επιδρά αποφασιστικά ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, που παροξύνει με σταθερά αυξανόμενη ένταση τις αντιθέσεις μεταξύ των μονοπωλίων και των κρατών.

Προς επίρρωση αυτής της θέσης μας παραθέτουμε τους πιο βασικούς λόγους που θέτουν σε ισχυρή αμφιβολία τη διάσωση του «οράματος»:

•  Μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ το κυρίαρχο γεγονός που παρατηρούμε είναι ότι οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης οξύνονται συνεχώς.

• Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αποδείχτηκε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει πολύ περισσότερα οικονομικά (και πολιτικά) προβλήματα απ’ ότι ο βασικότερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός της αντίπαλος, οι ΗΠΑ. και οι αντιθέσεις αυτές οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο. Έφεραν τα κράτη μέλη είτε κατά ομάδες είτε και ξεχωριστά σε ισχυρή αντιπαράθεση, παίρνοντας υπόψη ότι αυτή η αντιπαλότητα ενισχυόταν και εκφραζόταν και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

• Στις μέρες μας, παρά το γεγονός ότι η συζήτηση γύρω από τη διάσπαση της ευρωζώνης έχει καταλαγιάσει, όμως,  το βασικό στοιχείο που εξακολουθεί να απασχολεί την εξέλιξη των πραγμάτων γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, προϊόν των αντιθέσεων, είναι το εάν θα υπάρξει, τελικά, διάσπαση της ευρωζώνης και το εάν μια διάσπασή της θα δρομολογήσει την παραπέρα διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και τη διάλυσή της. Γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η διαδικασία καπιταλιστικής ενοποίησης προσκρούει σε πολύ σοβαρά εμπόδια.

• Η συζήτηση γύρω από τη διάσπαση της ευρωζώνης αναδεικνύει ουσιαστικά την πρακτική επιβεβαίωση της δράσης του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, ότι με το πέρασμα του χρόνου, όπως ήδη σημειώσαμε, η δράση αυτή εντείνεται και δεν αφορά μόνο τις πιο αδύναμες χώρες, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, που τις «γονατίζει» στην κυριολεξία. Αφορά και πιο ισχυρές οικονομίες της ευρωζώνης, με παγκόσμιο ρόλο, όπως της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας, της ίδιας της Γερμανίας και έχει σοβαρές συνέπειες πάνω στο ίδιο το ευρώ, ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος, στον ανταγωνισμό του με το δολάριο. Με την οικονομική κρίση η ανισόμετρη ανάπτυξη εντείνεται ακόμη πιο πολύ, που με τη σειρά της τροφοδοτεί παραπέρα την ένταση των αντιθέσεων.

•  Η καθιέρωση του ευρώ, ως ενιαίου νομίσματος, έδωσε τη δυνατότητα στο τραπεζικό κεφάλαιο να συγκεντρώσει συνολικότερα τα χρηματικά και άλλα κεφάλαια από τη μια αλλά, ταυτόχρονα, όμως, δημιούργησε ισχυρές αντιθέσεις στο εσωτερικό των αστικών τάξεων σε όλες τις χώρες. Αυτή τη στιγμή οι αστικές τάξεις είναι διασπασμένες ως προς το ευρώ. Από την άλλη αυτή η συγκέντρωση κεφαλαίων ωφέλησε κυρίαρχα τη Γερμανία, η οποία αναδείχτηκε και σε ηγεμονική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

• Η ανάδειξη της Γερμανίας σε ηγεμονική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη φέρνει εκ των πραγμάτων σε αναπόφευκτη αντίθεση με τις άλλες χώρες που διαθέτουν ισχυρές οικονομίες, αναζητούν την έξοδό τους από την οικονομική κρίση με την παράλληλη αναζήτηση νέων αγορών. Ωθείται η άρχουσα τάξη της Γερμανίας σε μια θέση, απολύτως ανεπιθύμητη γι αυτήν, να πρέπει να κάνει «θυσίες» προκειμένου να διασωθεί η οικονομία της και το ευρωενωσιακό οικοδόμημα. Ουσιαστικά οι άλλες χώρες απαιτούν από τη γερμανική άρχουσα τάξη να αρνηθεί  μέρος από τα οικονομικά πλεονεκτήματα που καρπώθηκε από την καθιέρωση του ευρώ και να πληρώσει κι αυτή μέρος του λογαριασμού προκειμένου να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση (τα πλεονάσματα της Γερμανίας είναι το άθροισμα των ελλειμμάτων των άλλων χωρών). Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζεται με την αγορά ομολόγων (αγορά χρέους) από την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, την έκδοση ευρωομολόγων, την τύπωση χρήματος,  το ρόλο της ΕΚΤ και των μηχανισμών χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (EFSFκαι ESM).

• Η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που διαπερνάει την Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί, πέρα από την υποτίμηση της εργατικής δύναμης που εφαρμόζεται κυρίαρχα με τη μνημονιακή πολιτική, και περαιτέρω απαξίωση (καταστροφή) κεφαλαίων. Πτυχή αυτής της καταστροφής είναι και το τεράστιο δημόσιο χρέος που ταλανίζει συνολικά τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά ιδιαίτερα ορισμένες απ’ αυτές, όπως η χώρα μας, η Ιταλία κλπ. Και εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα. Η καταστροφή κεφαλαίων θίγει πλέον απ’ ευθείας τις αστικές τάξεις των ξεχωριστών κρατών. Οι ολοένα οξυνόμενες αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιτρέπουν μια άμεση λύση αυτού του προβλήματος, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία στο ποιος θα επωμιστεί το αντίστοιχο βάρος της καταστροφής. Έτσι κι αλλιώς, όμως, αυτήν την καταστροφή θα την πληρώσουν οι περισσότερο αδύναμες οικονομίες, μεταξύ αυτών και η χώρα μας, και οι συνέπειες θα μετακυλιστούν πάνω στις πλάτες των εργαζομένων.

• Το πρόβλημα της αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, που ως οικονομικό πρόβλημα απαιτεί άμεσες πρωτοβουλίες και μέτρα, μπροστά στην όξυνση των αντιθέσεων που διαπερνούν ανοιχτά πλέον την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ηγετικές της δυνάμεις επιχειρούν να το επιλύσουν με ένα συνδυασμό οικονομικών και πολιτικών μέτρων που στην πραγματικότητα συνιστούν μια «φυγή προς το μέλλον» χωρίς επί της ουσίας να αντιμετωπίζουν την κρίση. Από τη μια προτείνεται η μερική διαφοροποίηση της λειτουργίας της ΕΚΤ ώστε να επιτρέπεται η αγορά ομολόγων - ως ένα άμεσο μέτρο, για να αντιμετωπιστούν οι αντίστοιχες άμεσες πιέσεις που δέχονται χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία στο ζήτημα του δανεισμού και της άντλησης νέων κεφαλαίων από τις λεγόμενες διεθνείς αγορές. Παράλληλα προχωρούν στην υιοθέτηση και την εφαρμογή μιας  αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και μιας τραπεζικής ενοποίησης - που πρακτικά θα έχουν άμεση αλλά και μακροπρόθεσμη ισχύ και που θα ελέγχονται από κεντρικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα ξεπερνούν τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της, γεγονός που οδηγεί στην αναθεώρηση των μέχρι τώρα Συνθηκών. Από την άλλη, αυτή ακριβώς η εφαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής και της τραπεζικής ενοποίησης οδηγούν στην ισχυροποίηση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που αφαιρεί κυριαρχικά δικαιώματα από τα εθνικά κράτη - μέλη, αλλά ταυτόχρονα οξύνει και τις υπάρχουσες αντιθέσεις, γιατί κάθε ενοποιητικό στοιχείο δρα ανισόμετρα πάνω στο ξεχωριστό κράτος - μέλος αλλά και στο εσωτερικό της κάθε ξεχωριστής αστικής τάξης και με αυτόν τον τρόπο δρομολογεί, ταυτόχρονα, την απομάκρυνση και την απόκλιση.

• Η εφαρμογή της ενιαίας, και με τα οικονομικά χαρακτηριστικά που υιοθετήθηκαν, δημοσιονομικής πολιτικής και η τραπεζική ενοποίηση που έρχεται θα τροφοδοτήσουν εκ νέου την άμεση ένταση της οικονομικής και πολιτικής ανισομετρίας, που με τη σειρά της θα οξύνει ακόμα παραπέρα τις αντιθέσεις  στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να δίνει και άμεση διέξοδο στο αναπτυξιακό της πρόβλημα, χωρίς να ξεπερνάει την οικονομική της κρίση. Γεγονός που επιβεβαιώνεται και με τις προβλέψεις για την επόμενη διετία από τους ίδιους τους ιθύνοντες κύκλους της.

• Τέλος, η δυσαρέσκεια από την εφαρμογή μιας όλο και πιο αντεργατικής οικονομικής πολιτικής, της καθ’ ημάς μνημονιακής πολιτικής, συνεχώς οξύνει την αντίθεση των εργαζομένων με τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης έχει σημαντικά σκοτεινιάσει στα μάτια των εργαζομένων από τις οικονομικές πολιτικές που εφαρμόζονται.

Με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούμε να καταλήξουμε σε ορισμένα βασικά και ασφαλή συμπέρασμα:

Πρώτο: Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φαίνεται να είναι σε θέση (γιατί στην πραγματικότητα δεν μπορεί) να πάρει εκείνα τα άμεσα μέτρα, πέρα από τη σταθερή υποτίμηση της εργατικής δύναμης, τα οποία θα έδιναν την όποια δυνατότητα για το ξεπέρασμα της οικονομικής της κρίσης (πάντα σε βάρος των εργαζομένων) σε κοντινό χρόνο. Τα μέτρα που παίρνει βαθαίνουν την κρίση. Το γεγονός αυτό οξύνει τις αντιθέσεις της. Οι διαλυτικές τάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξ αιτίας της όξυνσης των αντιθέσεων, προς το παρόν την έχουν φέρει μπροστά στο ενδεχόμενο διάσπασης της ευρωζώνης με κίνδυνο να τροφοδοτήσει την αποσταθεροποίησή της με προοπτική ακόμη και τη διάλυσή της.

Δεύτερο: Το γεγονός αυτό, του βαθέματος της κρίσης, έχει φέρει σε δεινή οικονομική θέση όχι μόνο τις αδύναμες αλλά και τις ισχυρές χώρες. Εδώ, όμως, έχουμε ήδη μεταφερθεί στο έδαφος της ανάπτυξης αντιθέσεων σε μια άλλη ποιότητα. Όχι των ισχυρών χωρών μεταξύ τους για συμφέροντά τους, που πραγματοποιούνται στις πιο αδύναμες χώρες - υπάρχουν και αυτές οι αντιθέσεις, αλλά για την αντιμετώπιση της κρίσης, που τις συνέπειες θα τις υποστούν άμεσα οι ισχυρές δυνάμεις μεταξύ τους. Η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους και η στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος οξύνει τις αντιθέσεις των «μεγάλων» πια. Η Ισπανία π.χ. μόνο για τη διάσωση - ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της χρειάζεται, σε πρώτο πλάνο, 60δισ ευρώ (κατ’ άλλους φτάνουν τα 100δις ευρώ), ενώ εφαρμόζει μνημονιακή οικονομική πολιτική, προσπαθώντας να εξασφαλίσει και κεφάλαια χρηματοπιστωτικής στήριξης. Η όλη τακτική που εφάρμοσε προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοπιστωτική στήριξη αναδεικνύει πρακτικά και την προσπάθειά της να μη «δεθεί» περισσότερο από τη Γερμανία. Η δημιουργία του πόλου του Νότου (Ισπανία - Γαλλία -Ιταλία) είναι μια άλλη απόδειξη για το ίδιο πράγμα. Η νέα ποιότητα των αντιθέσεων αφορά, όμως, και σε μια άλλη πτυχή αυτού του ζητήματος. Αποδυναμώνεται και η δυνατότητα εξαγωγής της κρίσης από τους "μεγάλους" προς τους "μικρούς". Και αυτή η δυνατότητα έχει ένα όριο, αυτό που το ξεπέρασμά του θέτει σε κίνδυνο την ίδια της συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι «μικροί» έχουν γίνει τόσο ευάλωτοι που μπορούν να γίνουν η θρυαλίδα για γενικότερες διαλυτικές εξελίξεις στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τρίτο: Πέρα από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να πάρει άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που περνάει (π.χ. μια ρύθμιση ως προς το δημόσιο χρέος με άμεσο και ανακουφιστικό χαρακτήρα), αποδεικνύεται ότι και τα μέτρα που παίρνει - και που θεωρούνται άμεσα, περνάνε από τις μυλόπετρες των αντιθέσεων, όπως ήταν η πρόταση Ραχόϊ - Μόντι που εγκρίθηκε τον περασμένο Ιούνη, με την υποστήριξη του Ολάντ, και πρόβλεπε την άμεση επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από το EFSF - ESM σε συσχετισμό με την τραπεζική ενοποίηση. Το μέτρο αυτό, ενώ αρχικά το δέχτηκε η Γερμανία, στη συνέχεια το τορπίλισε με το πρόσχημα ότι ο έλεγχος στις τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έπαιρνε πολύ χρόνο, μια πενταετία περίπου για πάνω από 6000 τράπεζες. Στην πραγματικότητα η Γερμανία δεν ήθελε έλεγχο στις δικές της τράπεζες, γιατί θα αποκαλυπτόταν η προβληματική κεφαλαιοποίησή τους. Αποκαλύπτεται, δηλαδή, ότι την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν την ταλανίζουν μόνο τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος αλλά και η κατάσταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνολικά, που φαίνεται ότι αντιμετωπίζει κινδύνους κατάρρευσης, γεγονός που σφραγίζει και την πορεία, ακόμη και την ύπαρξη, του ευρώ και που με τη σειρά του επιδρά στη συνολική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τελικά η υπόθεση αυτή, πρόσφατα, κατέληξε με ένα συμβιβασμό που δεν αναιρεί τις αντιθέσεις. Στο μέτρο αυτό υπάρχει και μια άλλη, πλευρά που αφορά το κατά πόσο αυτό το άμεσο μέτρο είναι πράγματι άμεσης αποτελεσματικότητας. Υπολογίστηκε ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε ένα χρόνο περίπου. Αλλά στο ίδιο χρονικό διάστημα τα υφεσιακά φαινόμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά θα οξύνονται. Ακόμα  και στην ίδια τη Γερμανία η επιβράδυνση είναι παρούσα. Επομένως δεν είναι εύκολο ακόμη και τα μέτρα που χαρακτηρίζονται ως άμεσα να εφαρμοστούν ως τέτοια και να έχουν την αντίστοιχη άμεση αποτελεσματικότητα.

Το γενικότερο και ευρύτερης σημασίας συμπέρασμα είναι ότι μέχρι τώρα έχει αποδειχτεί ο βαθύτατα ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκφράζεται σε όλους τους τομείς αλλά κυρίαρχα στον οικονομικό τομέα με τη συνεχή εφαρμογή πολιτικών λιτότητας, που εξαθλιώνουν τους εργαζόμενους και τους αφαιρούν κοινωνικές κατακτήσεις.
Τώρα βρισκόμαστε στη φάση που η Ευρωπαϊκή Ένωση δοκιμάζει την ίδια τη συνοχή της, δηλαδή το εάν είναι ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΙΜΗ ή είναι ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΗ. Τα διαλυτικά φαινόμενα είναι φανερά. Οι σκέψεις που κατά καιρούς αναπτύσσονται και εκδηλώνονται ανοιχτά ακόμη και για διαζύγιο, έστω και βελούδινο, από την ευρωζώνη μέχρι και της ίδιας της Γερμανίας έχουν κατατεθεί. Οι σκέψεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βαδίζει προς ένα αδιέξοδο επίσης έχουν κατατεθεί.

Το κατά πόσο θα επιβεβαιωθεί, το εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί (σε ένα ανάλογο παράδειγμα όπως περίπου οι ΗΠΑ) ή αυτό δεν θα πραγματοποιηθεί, θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις οικονομικές εξελίξεις, οι οποίες σαφώς και παίζουν το ρόλο τους και τείνουν στο απραγματοποίητο. Κυρίως θα εξαρτηθεί από τη στάση της εργατικής τάξης και το πώς θα τοποθετηθεί στο επίπεδο της ταξικής πάλης και της κρίσης.

Μέχρι τώρα τα οικονομικά φαινόμενα, με τη συνεχώς εντεινόμενη οξύτητά τους, μας δείχνουν, έστω και αχνά, το απραγματοποίητο ή για να το πούμε με διαφορετικό τρόπο τις μεγάλες δυσκολίες για το πραγματοποιήσιμο. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Χρειάζεται η τοποθέτηση και η κινητοποίηση της εργατικής τάξης. Γιατί ο σοσιαλισμός στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απραγματοποίητος.

10. Η στάση της εργατικής τάξης

Δύο βασικά ζητήματα καθορίζουν τη στάση της εργατικής απέναντι στο πρόβλημα που εξετάζουμε: Το πρώτο είναι η στάση της απέναντι στην οικονομική κρίση και το δεύτερο είναι η στάση της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχέση με το σοσιαλισμό.

Σε ότι αφορά το πρώτο ζήτημα: Από τη Σελίδα της «Νέας Σποράς» έχουμε ήδη αναπτύξει την άποψη ότι η εκδήλωση της παγκόσμιας γενικής οικονομικής κρίσης επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα του σοσιαλισμού. Ότι η διέξοδος από την οικονομική κρίση πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός. Κατά προέκταση το βασικό καθήκον της εργατικής τάξης και του κόμματό της, του ΚΚΕ, είναι η διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας. Η αλλαγή τάξης στην εξουσία.

Πάνω σε αυτό το θέμα παραπέμπουμε τους αναγνώστες της «Νέας Σποράς» στο πρόσφατο άρθρο μας, που αναρτήθηκε στη Σελίδα μας, με τίτλο «Η διέξοδος από την κρίση και η ηγεσία του ΚΚΕ/ Δεύτερο μέρος/ Τα καθήκοντα του Κόμματος μπροστά στην οικονομική καταστροφή».

Σε ότι αφορά το δεύτερο ζήτημα: Η δημιουργία των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης (ΕΠΕ) είχε ως πρώτο και βασικό στόχο την ανάσχεση του σοσιαλισμού, τον έλεγχο και την πάλη ενάντια στη δράση και την ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη. Ταυτόχρονα, βέβαια, έκφραζε και τη θέληση των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, μέσα από την ενότητά τους, να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μερίδιο από την παγκόσμια αγορά, να έχουν ενιαία στάση - πέρα από την ενιαία τους στάση ως προς την ευρωπαϊκή εργατική τάξη, και απέναντι στις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στο πλαίσιο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλιακών ενώσεων και μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι πριν απ’ όλα η δημιουργία των ΕΠΕ κατοχυρώνει τα συμφέροντα και τη δράση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Από την άποψη αυτή οι ΕΠΕ οικοδομούνται και εξελίσσονται σε όλα τα επίπεδα - οικονομία, πολιτική, δίκαιο, ασφάλεια και άμυνα, εξωτερική πολιτική, έρευνα, εκπαίδευση, πολιτισμός, δημοκρατικές ελευθερίες, κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων κλπ, με όρους απόλυτα εχθρικούς απέναντι στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Και όχι μόνο αυτό.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο υιοθέτησης και εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων δογμάτων από τα συντηρητικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, μπροστά στις δυσκολίες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και ιδιαίτερα με την παγκόσμια γενική οικονομική κρίση, δυσκολεύει σε αφάνταστο βαθμό την άμεση αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Φορτώνει τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης πάνω στις πλάτες των εργαζομένων με τον πιο κυνικό και ωμό τρόπο, που εξαθλιώνουν την εργατική τάξη. Πρόκειται για μια εξαθλίωση που έχει γενικό και απότομο χαρακτήρα. Αυτήν την κατάσταση βιώνουν οι λαοί και οι εργαζόμενοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης σήμερα.

Συμπέρασμα: Είναι αδύνατον να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί η φύση, οι σκοποί και οι στόχοι της έρχονται σε καθολική αντίθεση με τους σκοπούς και τους στόχους της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κινήματος, για την έλευση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Η ύπαρξη και η εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ΕΠΕ, κάτω από οποιαδήποτε μορφή, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Αυτό το γεγονός καθιστά την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη χώρα μας - αλλά και για οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όρο «εκ των ων ουκ άνευ» και καθήκον του κομμουνιστικού κινήματος της κάθε ξεχωριστής χώρας και του κομμουνιστικού κινήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά. Το μόνο που διαφοροποιεί την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο τρόπος της εξόδου, και αυτό ισχύει για κάθε χώρα ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχει αυτήν τη στιγμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανεξάρτητα από το εάν είναι «μικρή» ή «μεγάλη».

Και όταν λέμε τρόπος εξόδου εννοούμε το εάν η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα γίνει από την αστική τάξη της χώρας μας ή από την εργατική τάξη. Και εάν γίνει από την εργατική θα πραγματοποιηθεί με σοσιαλιστική επανάσταση ή πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση.

 Από όσα αναπτύξαμε μέχρι τώρα το αβίαστο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απόλυτα εχθρική απέναντι στους σκοπούς και τους στόχους της εργατικής τάξης, το σοσιαλισμό, κατά συνέπεια, η στάση της εργατικής τάξης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζεται αποκλειστικά από αυτό το γεγονός. Τάσσεται αποφασιστικά υπέρ της εξόδου από αυτήν. Στο πλαίσιο αυτό η εργατική τάξη προσπαθεί με τους αγώνες της να αντιμετωπίσει και τις άμεσες και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, που προέρχονται από την ένταξη της κάθε χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη.

Όμως, εκτός του ότι η εργατική τάξη πρέπει να καθορίσει τη στάση της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το σοσιαλισμό, ταυτόχρονα, πρέπει να καθορίσει τη στάση της και ως προς το χαρακτήρα της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και εδώ πλέον τα πράγματα αποσαφηνίζονται πλήρως για τη συνολική στάση της εργατικής τάξης.

Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα μέτρο που ως προς το χαρακτήρα του μπορεί να αποδοθεί ως αστικό και επείγον:

  Αστικό, γιατί η πραγματοποίησή του δεν προϋποθέτει την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής από αστικές να γίνουν σοσιαλιστικές. Ήδη η συζήτηση που διεξαγόταν για τη διάσπαση της ευρωζώνης σε δύο ζώνες με την υιοθέτηση ενός «σκληρού» και ενός «μαλακού» ευρώ αποδεικνύει ότι το «μέσα» ή «έξω» από το ευρώ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι υπόθεση των αστικών τάξεων πρωταρχικά. Η περίπτωση της Σκωτίας που διεκδικεί αυτήν τη στιγμή την ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία - με δημοψήφισμα που πρόκειται να πραγματοποιηθεί, με αστική κυβέρνηση τον προσεχή Οχτώβρη, δεν προϋποθέτει τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Μ. Βρετανία. Και αυτή θα προχωρήσει σε δημοψήφισμα για το εάν θα παραμείνει ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

  Επείγον, γιατί η εργατική τάξη της κάθε χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζει τις βαρύτατες συνέπειες των ενιαίων οικονομικών πολιτικών (και όχι μόνο) που εφαρμόζονται και έχουν φέρει ειδικά τις οικονομίες των αδύνατων κρατών - μελών σε θέση χρεοκοπίας και που αυτές οι οικονομικές πολιτικές δεν προβλέπεται να αλλάξουν. Για τη χώρα μας π.χ. η λιτότητα θα διαρκεί μέχρι η σχέση μεταξύ δημόσιου χρέους και ΑΕΠ θα γίνει 60%! Αν υπολογίσει κανείς ότι στα «χαρτιά» ο σχεδιασμός προβλέπει το 2022 το χρέος να είναι στο 110% περίπου του ΑΕΠ (εάν θα είναι), τότε, μπορεί και να καταλάβει για το πόσα χρόνια θα χρειαστούν για να φτάσει το χρέος στο 60% επί του ΑΕΠ και το πότε θα λήξει το καθεστώς λιτότητας, δηλαδή εξαθλίωσης της εργατικής τάξης.

Το συμπέρασμα είναι ότι αφού η αστική τάξη της χώρας μας όχι μόνο αρνείται αλλά και επιβεβαιώνει την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως στρατηγική της επιλογή, τότε, το καθήκον της αποδέσμευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση απομένει να πραγματοποιηθεί από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Αυτό ακριβώς το γεγονός επιβάλλει στην εργατική τάξη να διεκδικεί με τους αγώνες της την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά παράλληλα απαιτεί και την αλλαγή τάξης στην εξουσία.

(Ακολουθεί το πέμπτο μέρος)
Περισσότερα... "