Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Τα λάθη τακτικής της ηγεσίας του Κόμματος κατά την περίοδο των εκλογών του Μάη και Ιούνη Μέρος τέταρτο


9. Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ας σκεφτούμε τώρα την περίπτωση κατά την οποία η αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν πλήρης και ολοκληρωτική. Οι συνέπειες για την αστική τάξη της Ελλάδας αλλά και για την ευρωενωσιακή συνοχή θα ήταν σημαντικά  πολλαπλάσιες και πολύ πιο ουσιαστικές. Καταλυτικές θα λέγαμε. Γιατί θα ματαιωνόταν ολοκληρωτικά και με το χειρότερο τρόπο, εν μέσω μιας χρεοκοπίας και οικονομικής κρίσης, η πιο σημαντική στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης στη νεότερη ιστορία της χώρας μας και θα δεχόταν ένα καθοριστικό πλήγμα στην ίδια της  την υπόσταση, ως ηγετικής τάξης, μέσα στην ελληνική κοινωνία. Θα ήταν μια χρεοκοπημένη τάξη στο επίπεδο της οικονομίας, της πολιτικής και της ιδεολογίας. Στο επίπεδο επίσης της στρατηγικής ανάλογο πλήγμα θα δεχόταν και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα σηματοδοτούσε στα σίγουρα νέες αλλαγές στο εσωτερικό της,  μια νέα γεωμετρία, ίσως και την αρχή προς τη διάλυσής της.

Ό, τι ισχυριστήκαμε, από οικονομική άποψη, για την έξοδο της χώρας μας από την ευρωζώνη ισχύει πολύ περισσότερο για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην περίπτωση αυτή η χώρα μας θα αποκτήσει πλήρη κυριαρχία των οικονομικών εργαλείων για την άσκηση της οικονομικής της πολιτικής. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι στην παραπέρα πορεία της δεν θα δεχόταν την επίδραση ή δεν θα κατέφευγε σε ανάλογες οικονομικές πολιτικές, όπως αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν στο τιμόνι της χώρας παρέμεναν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις.

Είναι φανερό ότι εάν η έξοδος από το ευρώ μπορεί να χρησιμεύσει ως προσωρινό καταφύγιο για την αστική τάξη, η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποβεί το ίδιο χρήσιμη και προς όφελος της αστικής τάξης. Παίρνοντας υπόψη την κατάσταση που τείνει να διαμορφωθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση - με την ένταση των αντιθέσεων και των διαλυτικών τάσεων, παίρνοντας υπόψη τις συνέπειες που έχει υποστεί ήδη η χώρα μας και όσες πρόκειται να υποστεί, με την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση η άρχουσα τάξη έχει τη δυνατότητα να δοκιμάσει να δώσει διεξόδους στο υπαρξιακό και αναπτυξιακό της πρόβλημα, να διαφοροποιήσει τη γεωστρατηγική και γεωπολιτική της στάση.

Το συνηθισμένο λάθος που γίνεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να θεωρείται τετελεσμένο γεγονός, αμετακίνητο τοπίο. Αντικειμενικό γεγονός που υπέχει θέση νομοτέλειας. Παρά, όμως, το γεγονός της δημιουργίας της, της ύπαρξής της (αυτό είναι το αντικειμενικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και της εξέλιξής της, όλες οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις σ’ αυτήν δείχνουν ότι δεν πρέπει να θεωρείται ως τετελεσμένο γεγονός, πολύ περισσότερο ως νομοτέλεια, ότι δεν κινείται τίποτα στο εσωτερικό της που να ωθεί ακόμη και στη διάλυσή της.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούν ταυτόχρονα δύο τάσεις: Η μια είναι η τάση ενότητας, που στηρίζεται στην ενιαία θέληση των καπιταλιστών, των μονοπωλίων, των ευρωπαϊκών μονοπωλίων για την περίπτωσή μας, για εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, που στην εποχή του ιμπεριαλισμού, την εποχή του παγκόσμιου ανταγωνισμού της κατανομής και της ανακατανομής της παγκόσμιας αγοράς οδηγεί και στη δημιουργία διακρατικών συμμαχικών ενώσεων, που στον πυρήνα τους κυριαρχούν ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η άλλη είναι η τάση διάσπασης, που οφείλεται στον ανταγωνισμό των μονοπωλίων, που παίρνει και τη μορφή του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών, για μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης για λογαριασμό των μονοπωλίων, των αστικών τάξεων της κάθε χώρας. Στη τάση διάσπασης επιδρά αποφασιστικά ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, που παροξύνει με σταθερά αυξανόμενη ένταση τις αντιθέσεις μεταξύ των μονοπωλίων και των κρατών.

Προς επίρρωση αυτής της θέσης μας παραθέτουμε τους πιο βασικούς λόγους που θέτουν σε ισχυρή αμφιβολία τη διάσωση του «οράματος»:

•  Μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ το κυρίαρχο γεγονός που παρατηρούμε είναι ότι οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης οξύνονται συνεχώς.

• Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αποδείχτηκε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει πολύ περισσότερα οικονομικά (και πολιτικά) προβλήματα απ’ ότι ο βασικότερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός της αντίπαλος, οι ΗΠΑ. και οι αντιθέσεις αυτές οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο. Έφεραν τα κράτη μέλη είτε κατά ομάδες είτε και ξεχωριστά σε ισχυρή αντιπαράθεση, παίρνοντας υπόψη ότι αυτή η αντιπαλότητα ενισχυόταν και εκφραζόταν και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

• Στις μέρες μας, παρά το γεγονός ότι η συζήτηση γύρω από τη διάσπαση της ευρωζώνης έχει καταλαγιάσει, όμως,  το βασικό στοιχείο που εξακολουθεί να απασχολεί την εξέλιξη των πραγμάτων γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, προϊόν των αντιθέσεων, είναι το εάν θα υπάρξει, τελικά, διάσπαση της ευρωζώνης και το εάν μια διάσπασή της θα δρομολογήσει την παραπέρα διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και τη διάλυσή της. Γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η διαδικασία καπιταλιστικής ενοποίησης προσκρούει σε πολύ σοβαρά εμπόδια.

• Η συζήτηση γύρω από τη διάσπαση της ευρωζώνης αναδεικνύει ουσιαστικά την πρακτική επιβεβαίωση της δράσης του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, ότι με το πέρασμα του χρόνου, όπως ήδη σημειώσαμε, η δράση αυτή εντείνεται και δεν αφορά μόνο τις πιο αδύναμες χώρες, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, που τις «γονατίζει» στην κυριολεξία. Αφορά και πιο ισχυρές οικονομίες της ευρωζώνης, με παγκόσμιο ρόλο, όπως της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας, της ίδιας της Γερμανίας και έχει σοβαρές συνέπειες πάνω στο ίδιο το ευρώ, ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος, στον ανταγωνισμό του με το δολάριο. Με την οικονομική κρίση η ανισόμετρη ανάπτυξη εντείνεται ακόμη πιο πολύ, που με τη σειρά της τροφοδοτεί παραπέρα την ένταση των αντιθέσεων.

•  Η καθιέρωση του ευρώ, ως ενιαίου νομίσματος, έδωσε τη δυνατότητα στο τραπεζικό κεφάλαιο να συγκεντρώσει συνολικότερα τα χρηματικά και άλλα κεφάλαια από τη μια αλλά, ταυτόχρονα, όμως, δημιούργησε ισχυρές αντιθέσεις στο εσωτερικό των αστικών τάξεων σε όλες τις χώρες. Αυτή τη στιγμή οι αστικές τάξεις είναι διασπασμένες ως προς το ευρώ. Από την άλλη αυτή η συγκέντρωση κεφαλαίων ωφέλησε κυρίαρχα τη Γερμανία, η οποία αναδείχτηκε και σε ηγεμονική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

• Η ανάδειξη της Γερμανίας σε ηγεμονική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη φέρνει εκ των πραγμάτων σε αναπόφευκτη αντίθεση με τις άλλες χώρες που διαθέτουν ισχυρές οικονομίες, αναζητούν την έξοδό τους από την οικονομική κρίση με την παράλληλη αναζήτηση νέων αγορών. Ωθείται η άρχουσα τάξη της Γερμανίας σε μια θέση, απολύτως ανεπιθύμητη γι αυτήν, να πρέπει να κάνει «θυσίες» προκειμένου να διασωθεί η οικονομία της και το ευρωενωσιακό οικοδόμημα. Ουσιαστικά οι άλλες χώρες απαιτούν από τη γερμανική άρχουσα τάξη να αρνηθεί  μέρος από τα οικονομικά πλεονεκτήματα που καρπώθηκε από την καθιέρωση του ευρώ και να πληρώσει κι αυτή μέρος του λογαριασμού προκειμένου να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση (τα πλεονάσματα της Γερμανίας είναι το άθροισμα των ελλειμμάτων των άλλων χωρών). Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζεται με την αγορά ομολόγων (αγορά χρέους) από την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, την έκδοση ευρωομολόγων, την τύπωση χρήματος,  το ρόλο της ΕΚΤ και των μηχανισμών χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (EFSFκαι ESM).

• Η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που διαπερνάει την Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί, πέρα από την υποτίμηση της εργατικής δύναμης που εφαρμόζεται κυρίαρχα με τη μνημονιακή πολιτική, και περαιτέρω απαξίωση (καταστροφή) κεφαλαίων. Πτυχή αυτής της καταστροφής είναι και το τεράστιο δημόσιο χρέος που ταλανίζει συνολικά τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά ιδιαίτερα ορισμένες απ’ αυτές, όπως η χώρα μας, η Ιταλία κλπ. Και εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα. Η καταστροφή κεφαλαίων θίγει πλέον απ’ ευθείας τις αστικές τάξεις των ξεχωριστών κρατών. Οι ολοένα οξυνόμενες αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιτρέπουν μια άμεση λύση αυτού του προβλήματος, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία στο ποιος θα επωμιστεί το αντίστοιχο βάρος της καταστροφής. Έτσι κι αλλιώς, όμως, αυτήν την καταστροφή θα την πληρώσουν οι περισσότερο αδύναμες οικονομίες, μεταξύ αυτών και η χώρα μας, και οι συνέπειες θα μετακυλιστούν πάνω στις πλάτες των εργαζομένων.

• Το πρόβλημα της αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, που ως οικονομικό πρόβλημα απαιτεί άμεσες πρωτοβουλίες και μέτρα, μπροστά στην όξυνση των αντιθέσεων που διαπερνούν ανοιχτά πλέον την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ηγετικές της δυνάμεις επιχειρούν να το επιλύσουν με ένα συνδυασμό οικονομικών και πολιτικών μέτρων που στην πραγματικότητα συνιστούν μια «φυγή προς το μέλλον» χωρίς επί της ουσίας να αντιμετωπίζουν την κρίση. Από τη μια προτείνεται η μερική διαφοροποίηση της λειτουργίας της ΕΚΤ ώστε να επιτρέπεται η αγορά ομολόγων - ως ένα άμεσο μέτρο, για να αντιμετωπιστούν οι αντίστοιχες άμεσες πιέσεις που δέχονται χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία στο ζήτημα του δανεισμού και της άντλησης νέων κεφαλαίων από τις λεγόμενες διεθνείς αγορές. Παράλληλα προχωρούν στην υιοθέτηση και την εφαρμογή μιας  αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και μιας τραπεζικής ενοποίησης - που πρακτικά θα έχουν άμεση αλλά και μακροπρόθεσμη ισχύ και που θα ελέγχονται από κεντρικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα ξεπερνούν τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της, γεγονός που οδηγεί στην αναθεώρηση των μέχρι τώρα Συνθηκών. Από την άλλη, αυτή ακριβώς η εφαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής και της τραπεζικής ενοποίησης οδηγούν στην ισχυροποίηση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που αφαιρεί κυριαρχικά δικαιώματα από τα εθνικά κράτη - μέλη, αλλά ταυτόχρονα οξύνει και τις υπάρχουσες αντιθέσεις, γιατί κάθε ενοποιητικό στοιχείο δρα ανισόμετρα πάνω στο ξεχωριστό κράτος - μέλος αλλά και στο εσωτερικό της κάθε ξεχωριστής αστικής τάξης και με αυτόν τον τρόπο δρομολογεί, ταυτόχρονα, την απομάκρυνση και την απόκλιση.

• Η εφαρμογή της ενιαίας, και με τα οικονομικά χαρακτηριστικά που υιοθετήθηκαν, δημοσιονομικής πολιτικής και η τραπεζική ενοποίηση που έρχεται θα τροφοδοτήσουν εκ νέου την άμεση ένταση της οικονομικής και πολιτικής ανισομετρίας, που με τη σειρά της θα οξύνει ακόμα παραπέρα τις αντιθέσεις  στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να δίνει και άμεση διέξοδο στο αναπτυξιακό της πρόβλημα, χωρίς να ξεπερνάει την οικονομική της κρίση. Γεγονός που επιβεβαιώνεται και με τις προβλέψεις για την επόμενη διετία από τους ίδιους τους ιθύνοντες κύκλους της.

• Τέλος, η δυσαρέσκεια από την εφαρμογή μιας όλο και πιο αντεργατικής οικονομικής πολιτικής, της καθ’ ημάς μνημονιακής πολιτικής, συνεχώς οξύνει την αντίθεση των εργαζομένων με τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης έχει σημαντικά σκοτεινιάσει στα μάτια των εργαζομένων από τις οικονομικές πολιτικές που εφαρμόζονται.

Με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούμε να καταλήξουμε σε ορισμένα βασικά και ασφαλή συμπέρασμα:

Πρώτο: Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φαίνεται να είναι σε θέση (γιατί στην πραγματικότητα δεν μπορεί) να πάρει εκείνα τα άμεσα μέτρα, πέρα από τη σταθερή υποτίμηση της εργατικής δύναμης, τα οποία θα έδιναν την όποια δυνατότητα για το ξεπέρασμα της οικονομικής της κρίσης (πάντα σε βάρος των εργαζομένων) σε κοντινό χρόνο. Τα μέτρα που παίρνει βαθαίνουν την κρίση. Το γεγονός αυτό οξύνει τις αντιθέσεις της. Οι διαλυτικές τάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξ αιτίας της όξυνσης των αντιθέσεων, προς το παρόν την έχουν φέρει μπροστά στο ενδεχόμενο διάσπασης της ευρωζώνης με κίνδυνο να τροφοδοτήσει την αποσταθεροποίησή της με προοπτική ακόμη και τη διάλυσή της.

Δεύτερο: Το γεγονός αυτό, του βαθέματος της κρίσης, έχει φέρει σε δεινή οικονομική θέση όχι μόνο τις αδύναμες αλλά και τις ισχυρές χώρες. Εδώ, όμως, έχουμε ήδη μεταφερθεί στο έδαφος της ανάπτυξης αντιθέσεων σε μια άλλη ποιότητα. Όχι των ισχυρών χωρών μεταξύ τους για συμφέροντά τους, που πραγματοποιούνται στις πιο αδύναμες χώρες - υπάρχουν και αυτές οι αντιθέσεις, αλλά για την αντιμετώπιση της κρίσης, που τις συνέπειες θα τις υποστούν άμεσα οι ισχυρές δυνάμεις μεταξύ τους. Η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους και η στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος οξύνει τις αντιθέσεις των «μεγάλων» πια. Η Ισπανία π.χ. μόνο για τη διάσωση - ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της χρειάζεται, σε πρώτο πλάνο, 60δισ ευρώ (κατ’ άλλους φτάνουν τα 100δις ευρώ), ενώ εφαρμόζει μνημονιακή οικονομική πολιτική, προσπαθώντας να εξασφαλίσει και κεφάλαια χρηματοπιστωτικής στήριξης. Η όλη τακτική που εφάρμοσε προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοπιστωτική στήριξη αναδεικνύει πρακτικά και την προσπάθειά της να μη «δεθεί» περισσότερο από τη Γερμανία. Η δημιουργία του πόλου του Νότου (Ισπανία - Γαλλία -Ιταλία) είναι μια άλλη απόδειξη για το ίδιο πράγμα. Η νέα ποιότητα των αντιθέσεων αφορά, όμως, και σε μια άλλη πτυχή αυτού του ζητήματος. Αποδυναμώνεται και η δυνατότητα εξαγωγής της κρίσης από τους "μεγάλους" προς τους "μικρούς". Και αυτή η δυνατότητα έχει ένα όριο, αυτό που το ξεπέρασμά του θέτει σε κίνδυνο την ίδια της συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι «μικροί» έχουν γίνει τόσο ευάλωτοι που μπορούν να γίνουν η θρυαλίδα για γενικότερες διαλυτικές εξελίξεις στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τρίτο: Πέρα από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να πάρει άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που περνάει (π.χ. μια ρύθμιση ως προς το δημόσιο χρέος με άμεσο και ανακουφιστικό χαρακτήρα), αποδεικνύεται ότι και τα μέτρα που παίρνει - και που θεωρούνται άμεσα, περνάνε από τις μυλόπετρες των αντιθέσεων, όπως ήταν η πρόταση Ραχόϊ - Μόντι που εγκρίθηκε τον περασμένο Ιούνη, με την υποστήριξη του Ολάντ, και πρόβλεπε την άμεση επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από το EFSF - ESM σε συσχετισμό με την τραπεζική ενοποίηση. Το μέτρο αυτό, ενώ αρχικά το δέχτηκε η Γερμανία, στη συνέχεια το τορπίλισε με το πρόσχημα ότι ο έλεγχος στις τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έπαιρνε πολύ χρόνο, μια πενταετία περίπου για πάνω από 6000 τράπεζες. Στην πραγματικότητα η Γερμανία δεν ήθελε έλεγχο στις δικές της τράπεζες, γιατί θα αποκαλυπτόταν η προβληματική κεφαλαιοποίησή τους. Αποκαλύπτεται, δηλαδή, ότι την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν την ταλανίζουν μόνο τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος αλλά και η κατάσταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνολικά, που φαίνεται ότι αντιμετωπίζει κινδύνους κατάρρευσης, γεγονός που σφραγίζει και την πορεία, ακόμη και την ύπαρξη, του ευρώ και που με τη σειρά του επιδρά στη συνολική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τελικά η υπόθεση αυτή, πρόσφατα, κατέληξε με ένα συμβιβασμό που δεν αναιρεί τις αντιθέσεις. Στο μέτρο αυτό υπάρχει και μια άλλη, πλευρά που αφορά το κατά πόσο αυτό το άμεσο μέτρο είναι πράγματι άμεσης αποτελεσματικότητας. Υπολογίστηκε ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε ένα χρόνο περίπου. Αλλά στο ίδιο χρονικό διάστημα τα υφεσιακά φαινόμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά θα οξύνονται. Ακόμα  και στην ίδια τη Γερμανία η επιβράδυνση είναι παρούσα. Επομένως δεν είναι εύκολο ακόμη και τα μέτρα που χαρακτηρίζονται ως άμεσα να εφαρμοστούν ως τέτοια και να έχουν την αντίστοιχη άμεση αποτελεσματικότητα.

Το γενικότερο και ευρύτερης σημασίας συμπέρασμα είναι ότι μέχρι τώρα έχει αποδειχτεί ο βαθύτατα ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκφράζεται σε όλους τους τομείς αλλά κυρίαρχα στον οικονομικό τομέα με τη συνεχή εφαρμογή πολιτικών λιτότητας, που εξαθλιώνουν τους εργαζόμενους και τους αφαιρούν κοινωνικές κατακτήσεις.
Τώρα βρισκόμαστε στη φάση που η Ευρωπαϊκή Ένωση δοκιμάζει την ίδια τη συνοχή της, δηλαδή το εάν είναι ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΙΜΗ ή είναι ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΗ. Τα διαλυτικά φαινόμενα είναι φανερά. Οι σκέψεις που κατά καιρούς αναπτύσσονται και εκδηλώνονται ανοιχτά ακόμη και για διαζύγιο, έστω και βελούδινο, από την ευρωζώνη μέχρι και της ίδιας της Γερμανίας έχουν κατατεθεί. Οι σκέψεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βαδίζει προς ένα αδιέξοδο επίσης έχουν κατατεθεί.

Το κατά πόσο θα επιβεβαιωθεί, το εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί (σε ένα ανάλογο παράδειγμα όπως περίπου οι ΗΠΑ) ή αυτό δεν θα πραγματοποιηθεί, θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις οικονομικές εξελίξεις, οι οποίες σαφώς και παίζουν το ρόλο τους και τείνουν στο απραγματοποίητο. Κυρίως θα εξαρτηθεί από τη στάση της εργατικής τάξης και το πώς θα τοποθετηθεί στο επίπεδο της ταξικής πάλης και της κρίσης.

Μέχρι τώρα τα οικονομικά φαινόμενα, με τη συνεχώς εντεινόμενη οξύτητά τους, μας δείχνουν, έστω και αχνά, το απραγματοποίητο ή για να το πούμε με διαφορετικό τρόπο τις μεγάλες δυσκολίες για το πραγματοποιήσιμο. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Χρειάζεται η τοποθέτηση και η κινητοποίηση της εργατικής τάξης. Γιατί ο σοσιαλισμός στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απραγματοποίητος.

10. Η στάση της εργατικής τάξης

Δύο βασικά ζητήματα καθορίζουν τη στάση της εργατικής απέναντι στο πρόβλημα που εξετάζουμε: Το πρώτο είναι η στάση της απέναντι στην οικονομική κρίση και το δεύτερο είναι η στάση της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχέση με το σοσιαλισμό.

Σε ότι αφορά το πρώτο ζήτημα: Από τη Σελίδα της «Νέας Σποράς» έχουμε ήδη αναπτύξει την άποψη ότι η εκδήλωση της παγκόσμιας γενικής οικονομικής κρίσης επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα του σοσιαλισμού. Ότι η διέξοδος από την οικονομική κρίση πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός. Κατά προέκταση το βασικό καθήκον της εργατικής τάξης και του κόμματό της, του ΚΚΕ, είναι η διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας. Η αλλαγή τάξης στην εξουσία.

Πάνω σε αυτό το θέμα παραπέμπουμε τους αναγνώστες της «Νέας Σποράς» στο πρόσφατο άρθρο μας, που αναρτήθηκε στη Σελίδα μας, με τίτλο «Η διέξοδος από την κρίση και η ηγεσία του ΚΚΕ/ Δεύτερο μέρος/ Τα καθήκοντα του Κόμματος μπροστά στην οικονομική καταστροφή».

Σε ότι αφορά το δεύτερο ζήτημα: Η δημιουργία των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης (ΕΠΕ) είχε ως πρώτο και βασικό στόχο την ανάσχεση του σοσιαλισμού, τον έλεγχο και την πάλη ενάντια στη δράση και την ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη. Ταυτόχρονα, βέβαια, έκφραζε και τη θέληση των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, μέσα από την ενότητά τους, να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μερίδιο από την παγκόσμια αγορά, να έχουν ενιαία στάση - πέρα από την ενιαία τους στάση ως προς την ευρωπαϊκή εργατική τάξη, και απέναντι στις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στο πλαίσιο του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλιακών ενώσεων και μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι πριν απ’ όλα η δημιουργία των ΕΠΕ κατοχυρώνει τα συμφέροντα και τη δράση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Από την άποψη αυτή οι ΕΠΕ οικοδομούνται και εξελίσσονται σε όλα τα επίπεδα - οικονομία, πολιτική, δίκαιο, ασφάλεια και άμυνα, εξωτερική πολιτική, έρευνα, εκπαίδευση, πολιτισμός, δημοκρατικές ελευθερίες, κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων κλπ, με όρους απόλυτα εχθρικούς απέναντι στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Και όχι μόνο αυτό.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο υιοθέτησης και εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων δογμάτων από τα συντηρητικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, μπροστά στις δυσκολίες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και ιδιαίτερα με την παγκόσμια γενική οικονομική κρίση, δυσκολεύει σε αφάνταστο βαθμό την άμεση αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Φορτώνει τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης πάνω στις πλάτες των εργαζομένων με τον πιο κυνικό και ωμό τρόπο, που εξαθλιώνουν την εργατική τάξη. Πρόκειται για μια εξαθλίωση που έχει γενικό και απότομο χαρακτήρα. Αυτήν την κατάσταση βιώνουν οι λαοί και οι εργαζόμενοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης σήμερα.

Συμπέρασμα: Είναι αδύνατον να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί η φύση, οι σκοποί και οι στόχοι της έρχονται σε καθολική αντίθεση με τους σκοπούς και τους στόχους της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κινήματος, για την έλευση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Η ύπαρξη και η εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ΕΠΕ, κάτω από οποιαδήποτε μορφή, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Αυτό το γεγονός καθιστά την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη χώρα μας - αλλά και για οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όρο «εκ των ων ουκ άνευ» και καθήκον του κομμουνιστικού κινήματος της κάθε ξεχωριστής χώρας και του κομμουνιστικού κινήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά. Το μόνο που διαφοροποιεί την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο τρόπος της εξόδου, και αυτό ισχύει για κάθε χώρα ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχει αυτήν τη στιγμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανεξάρτητα από το εάν είναι «μικρή» ή «μεγάλη».

Και όταν λέμε τρόπος εξόδου εννοούμε το εάν η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα γίνει από την αστική τάξη της χώρας μας ή από την εργατική τάξη. Και εάν γίνει από την εργατική θα πραγματοποιηθεί με σοσιαλιστική επανάσταση ή πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση.

 Από όσα αναπτύξαμε μέχρι τώρα το αβίαστο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απόλυτα εχθρική απέναντι στους σκοπούς και τους στόχους της εργατικής τάξης, το σοσιαλισμό, κατά συνέπεια, η στάση της εργατικής τάξης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθορίζεται αποκλειστικά από αυτό το γεγονός. Τάσσεται αποφασιστικά υπέρ της εξόδου από αυτήν. Στο πλαίσιο αυτό η εργατική τάξη προσπαθεί με τους αγώνες της να αντιμετωπίσει και τις άμεσες και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, που προέρχονται από την ένταξη της κάθε χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη.

Όμως, εκτός του ότι η εργατική τάξη πρέπει να καθορίσει τη στάση της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το σοσιαλισμό, ταυτόχρονα, πρέπει να καθορίσει τη στάση της και ως προς το χαρακτήρα της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και εδώ πλέον τα πράγματα αποσαφηνίζονται πλήρως για τη συνολική στάση της εργατικής τάξης.

Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα μέτρο που ως προς το χαρακτήρα του μπορεί να αποδοθεί ως αστικό και επείγον:

  Αστικό, γιατί η πραγματοποίησή του δεν προϋποθέτει την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής από αστικές να γίνουν σοσιαλιστικές. Ήδη η συζήτηση που διεξαγόταν για τη διάσπαση της ευρωζώνης σε δύο ζώνες με την υιοθέτηση ενός «σκληρού» και ενός «μαλακού» ευρώ αποδεικνύει ότι το «μέσα» ή «έξω» από το ευρώ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι υπόθεση των αστικών τάξεων πρωταρχικά. Η περίπτωση της Σκωτίας που διεκδικεί αυτήν τη στιγμή την ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία - με δημοψήφισμα που πρόκειται να πραγματοποιηθεί, με αστική κυβέρνηση τον προσεχή Οχτώβρη, δεν προϋποθέτει τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Μ. Βρετανία. Και αυτή θα προχωρήσει σε δημοψήφισμα για το εάν θα παραμείνει ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

  Επείγον, γιατί η εργατική τάξη της κάθε χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζει τις βαρύτατες συνέπειες των ενιαίων οικονομικών πολιτικών (και όχι μόνο) που εφαρμόζονται και έχουν φέρει ειδικά τις οικονομίες των αδύνατων κρατών - μελών σε θέση χρεοκοπίας και που αυτές οι οικονομικές πολιτικές δεν προβλέπεται να αλλάξουν. Για τη χώρα μας π.χ. η λιτότητα θα διαρκεί μέχρι η σχέση μεταξύ δημόσιου χρέους και ΑΕΠ θα γίνει 60%! Αν υπολογίσει κανείς ότι στα «χαρτιά» ο σχεδιασμός προβλέπει το 2022 το χρέος να είναι στο 110% περίπου του ΑΕΠ (εάν θα είναι), τότε, μπορεί και να καταλάβει για το πόσα χρόνια θα χρειαστούν για να φτάσει το χρέος στο 60% επί του ΑΕΠ και το πότε θα λήξει το καθεστώς λιτότητας, δηλαδή εξαθλίωσης της εργατικής τάξης.

Το συμπέρασμα είναι ότι αφού η αστική τάξη της χώρας μας όχι μόνο αρνείται αλλά και επιβεβαιώνει την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως στρατηγική της επιλογή, τότε, το καθήκον της αποδέσμευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση απομένει να πραγματοποιηθεί από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Αυτό ακριβώς το γεγονός επιβάλλει στην εργατική τάξη να διεκδικεί με τους αγώνες της την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά παράλληλα απαιτεί και την αλλαγή τάξης στην εξουσία.

(Ακολουθεί το πέμπτο μέρος)