Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Τα λάθη τακτικής της ηγεσίας του Κόμματος κατά τη περίοδο των εκλογών του Μάη και Ιούνη Μέρος πρώτο

Εισαγωγή
Μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη το ενδεχόμενο να πήγαινε η χώρα μας  σε νέες, επαναληπτικές, εκλογές ήταν η πιθανότερη λύση που πρόβαλλε, αφού κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών ο σχηματισμός κυβέρνησης δεν στάθηκε δυνατό να επιτευχθεί με δεδομένη την - από ένα σημείο και μετά,  οριστική και δημόσια  τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα, ότι δεν πρόκειται να συμμετέχει ή να ανεχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ μια κυβέρνηση «Εθνικής Σωτηρίας», αλλά ούτε και να σχηματίσει κυβέρνηση από μόνος του, που θα εξασφάλιζε ψήφο εμπιστοσύνης από τα άλλα κόμματα.

Σήμερα μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι, κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών,  όλοι οι αρχηγοί που παρέλαβαν την εντολή τη χειρίστηκαν με το βλέμμα στραμμένο προς τις επαναληπτικές εκλογές, που τελικά ορίστηκαν για τις 17 του Ιούνη. Και αυτό, γιατί δεν ήθελαν - αλλά και από μία άποψη δεν μπορούσαν, να σχηματίσουν κυβέρνηση εκείνη τη στιγμή, πριν προωθηθεί περισσότερο το καταστάλαγμα των πολιτικών διεργασιών μέσα στις λαϊκές μάζες, πριν αρχίσουν να δημιουργούνται ευνοϊκοί όροι για συσχετισμούς δυνάμεων υπέρ της συνέχισης της εφαρμογής των συμφωνιών με την τρόϊκα.

Πρακτικά αυτό το καταστάλαγμα σήμαινε: Για το ΣΥΡΙΖΑ αποφυγή σε κάθε συμμετοχή κυβερνητικής λύσης. Για τα άλλα κόμματα - ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, «αναγκαστική προσγείωση» του ελληνικού λαού στο να αποδεχτεί νέα μέτρα, με βάση το μνημόνιο αλλά δια μέσου μιας ψευδεπίγραφης άρνησης του μνημονίου που βαφτίστηκε επαναδιαπραγμάτευση.  Όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί γνώριζαν ότι θα παρθούν τα νέα μέτρα, που δεν ήταν και τόσο νέα, γιατί ήδη ήταν αποφασισμένα και συμφωνημένα. Αυτή η κατάσταση πιστεύουμε ότι ήταν σαφής από την αρχή της διαδικασίας των διερευνητικών εντολών.

Τι σήμαινε, πιο συγκεκριμένα. το «δεν ήθελαν και από μία άποψη δεν μπορούσαν»;
Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ανάδειξή του σε δεύτερο κόμμα, αφού εκμεταλλεύτηκε όσο έπαιρνε προπαγανδιστικά το σύνθημα για σχηματισμό «Αριστερής Κυβέρνησης» σε βάρος του Κόμματος,  δεν ήθελε να αναμειχθεί σε μια πολιτική εφαρμογής του μνημονίου, που, ως συνέχεια της μνημονιακής πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης, απαιτούσε την άμεση επιβολή νέων μέτρων που θα κόστιζαν στους εργαζόμενους το λιγότερο 11.5δισ ευρώ , όπως, ήδη, είχε συμφωνηθεί με την τρόϊκα και την κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου (σήμερα είναι γνωστό ότι η τρόϊκα απαιτούσε, από τότε, μέτρα πάνω από 13.5δισ ευρώ, που τώρα η σημερινή τρικομματική κυβέρνηση τα εφαρμόζει αλλά και τα επεκτείνει).

Οι άλλες δυνάμεις - ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, δεν ήθελαν κυβερνητική λύση χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ, πριν,  τουλάχιστον, διαμορφωθούν εκείνες οι συνθήκες που θα επέτρεπαν το σχηματισμό μνημονιακής κυβέρνησης και πριν δημιουργηθούν, παράλληλα,   οι πρώτες προϋποθέσεις σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος, μία από τις οποίες ήταν η ανάκαμψη της Νέας Δημοκρατίας, ως βασικού και κλασσικού πόλου του, αλλά και η σχετική σταθεροποίηση των άλλων δύο. Στην πράξη αυτό σήμαινε ροκάνισμα πολιτικού χρόνου, δια μέσου των διερευνητικών εντολών για καλλιέργεια κινδυνολογίας, αδιεξόδων και τη δημιουργία συντηρητικών αντανακλαστικών στον ελληνικό λαό.

Ακόμη και όσοι από τους πολιτικούς αρχηγούς δεν προβλεπόταν από το Σύνταγμα να παραλάβουν διερευνητική εντολή κράτησαν την ίδια στάση. Η ηγεσία του Κόμματος μάλιστα έφτασε στο πρωτοφανές σημείο να ζητήσει αμέσως νέες εκλογές (!;), αίτημα που βγήκε πρωτοσέλιδο στο Ριζοσπάστη στις 10 του Μάη! Πολύ γρήγορα άρπαξε την ευκαιρία και την ακολούθησε, για τους δικούς του λόγους, ο Φώτης Κουβέλης εκ μέρους της ΔΗΜΑΡ, θέση που καθορίστηκε πρωταρχικά  για το κόμμα αυτό από τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ, που αρνήθηκε να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες.

Ο καθένας από τους αρχηγούς των κομμάτων προετοίμαζε το έδαφος για το νέο προεκλογικό πολιτικό τοπίο. Ήταν φανερό ότι η προσφυγή στις νέες εκλογές επεδίωκε ως κύριο σκοπό της τη συντηρητική αναδίπλωση της λαϊκής έκφρασης και τη δημιουργία μνημονιακής κυβέρνησης. Άλλωστε Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ κατέβαιναν στις επαναληπτικές εκλογές τονίζοντας με έμφαση την ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης ως προεκλογικής τους δέσμευσης. Οι μαζικές μετακινήσεις των 3.5 εκατομμυρίων ψηφοφόρων είχαν ανησυχήσει την άρχουσα τάξη. Μπορούσαν να πάρουν ριζοσπαστικό χαρακτήρα και να είχε δυσκολίες ή και να αδυνατούσε να τις ελέγξει.

Κατά τη γνώμη μας υπήρχε το έδαφος για μια παραπέρα ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών μαζών και αυτό αποδεικνυόταν και από τη στάση των κομμάτων της άρχουσας τάξης, που τελικά αναγκάστηκαν να βάλουν στο προεκλογικό τραπέζι την ίδια τη στρατηγική της άρχουσας τάξης, ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να την επαναβεβαιώσουν, μέσα από την άκρατη κινδυνολογία. Μια επαναβεβαίωση που θα στηριζόταν στο φόβο των λαϊκών μαζών.

Μπροστά στις επαναληπτικές εκλογές της 17ης του Ιούνη τέθηκαν στον ελληνικό λαό παλιά και νέα διλήμματα. Η Αλέκα Παπαρήγα έκρινε, τότε, σκόπιμο να τα σχολιάσει χατακτηρίζοντάς τα συλλήβδην παραπλανητικά. Την ίδια στιγμή φρόντισε η ίδια να θέσει τα, κατά τη γνώμη της, πραγματικά διλήμματα, με βάση τα οποία έπρεπε να τοποθετηθεί και να ψηφίσει ο ελληνικός λαός στις επαναληπτικές εκλογές.

Θεωρούμε ότι οι απαντήσεις που δόθηκαν στα διλήμματα που τέθηκαν, απ’ όλα τα κόμματα αλλά κυρίαρχα από το ΚΚΕ, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού που πρόκυψε μετά τις εκλογές στις 17 του Ιούνη. Ότι συντέλεσαν σημαντικά στην ανάκαμψη της Νέας Δημοκρατίας, στην προσωρινή σταθεροποίηση του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, για να προκύψει έτσι η τρικομματική κυβέρνηση, που η ανάγκη για το σχηματισμό της καλλιεργούνταν συστηματικά.

Και λέμε «κυρίαρχα από το ΚΚΕ», γιατί ήταν το μόνο κόμμα που είχε τις προϋποθέσεις να δώσει απαντήσεις στα διλήμματα αυτά σε ριζοσπαστική κατεύθυνση και να δημιουργήσει ουσιαστικά ρήγματα στο αστικό πολιτικό σύστημα. Να ριζοσπαστικοποιήσει ακόμη περισσότερο τις μετακινήσεις των λαϊκών μαζών. Να συμβάλει στην παραπέρα άνοδο της πολιτικής και ταξικής τους συνείδησης και κατά προέκταση της ταξικής πάλης. 

1. Για τα διλήμματα

Κρίνουμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι ως πραγματικό δίλημμα θεωρούμε κάθε πραγματικό ερώτημα, που προκύπτει από τη σύγκρουση διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων, που αφορά τη στάση τους στο πεδίο της ταξικής πάλης και αντανακλάται, εκ των πραγμάτων, και στη στάση των πολιτικών κομμάτων (παρ’ όλο που δεν αποδεχόμαστε αυτήν την έννοια με την τρέχουσα σημασία που της αποδίδεται, αλλά θα τη διατηρήσουμε μόνο και μόνο επειδή χρησιμοποιείται και έχει καθιερωθεί).

Τα ερωτήματα αυτά αφορούν σε πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις και επιδέχονται διαφορετικές απαντήσεις, που αντιστοιχούν, φυσικά, στα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα που τα προκαλούν και που, σε τελική ανάλυση, καθορίζουν τη στάση των λαϊκών μαζών. Κατά συνέπεια κάθε δίλημμα που δεν αντιστοιχεί σε πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις είναι παραπλανητικό ή και εξωπραγματικό, έτσι κι αλλιώς.

Από την πλευρά μας, μέσα από τα διλήμματα που επιστρατεύτηκαν, θα αποδείξουμε την έλλειψη τακτικής που χαρακτήριζε την πολιτική δράση του Κόμματος, του ΚΚΕ, όπως τη σχεδίασε η ηγεσία του, παρά το γεγονός ότι η ίδια η ηγεσία ισχυριζόταν - και προφανώς ισχυρίζεται ακόμη ότι η πολιτική του Κόμματος διαθέτει τακτική. Φυσικά, κατά τη γνώμη μας, η έλλειψη τακτικής από την πλευρά της ηγεσίας του Κόμματος είναι μια πολύ παλιά υπόθεση, όμως, στις περασμένες εκλογές εκφράστηκε με κραυγαλέο τρόπο.

Όταν μιλάμε για τακτική εννοούμε τη λενινιστική αντίληψη της τακτικής: «Λέγοντας τακτική του κόμματος εννοούμε την πολιτική του στάση ή το χαρακτήρα, την κατεύθυνση, τις μεθόδους της πολιτικής του δράσης. Οι αποφάσεις τακτικής παίρνονται στο συνέδριο του κόμματος για να καθοριστεί με ακρίβεια η πολιτική στάση του κόμματος, στο σύνολό του, μπροστά στα νέα καθήκοντα ή εν όψει μιας νέας πολιτικής κατάστασης» (Β. Ι. Λένιν Άπαντα, Τόμος 11, σελ. 9).

Παραθέτουμε ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα από την εισηγητική τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα, όπως το αντιγράψαμε από το «Ρ», στη συνέντευξη, που παραχώρησε στην έδρα της ΚΕ του Κόμματος (10/05/2012) προς τους εκπροσώπους των ΜΜΕ, και το οποίο αφορά στα «νέα παραπλανητικά διλήμματα, που τοποθετούν οι  άλλες πολιτικές δυνάμεις για να αποπροσανατολίσουν τον ελληνικό λαό», σε σχέση με τα πραγματικά διλήμματα που υπάρχουν και αντανακλούν πραγματικές αντιθέσεις μέσα στην ελληνική κοινωνία και για τις οποίες, φυσικά, πρέπει να τοποθετηθεί ο ελληνικός λαός και πρώτα - πρώτα η εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα.

Ας δούμε την άποψη που κατέθεσε η Αλέκα Παπαρήγα:
«Εκτιμάμε, ταυτόχρονα, ότι το κάθε κόμμα μέσω της διαδικασίας των εντολών επιχείρησε να βάλει στο κέντρο της προσοχής του λαού νέα παραπλανητικά διλήμματα, ώστε στην περίπτωση εκλογών να εγκλωβισθεί ο λαός σε παλιά και εκσυγχρονισμένα διλήμματα, να μειωθεί η αντοχή ριζοσπαστικών λαϊκών μαζών απέναντι στις πιέσεις.

Τέτοια διλήμματα είναι:

Πρώτο: Ευρώ ή δραχμή, ενώ και με ευρώ και με δραχμή ο λαός θα είναι εξαθλιωμένος.
Δεύτερο: Ελληνική ή ευρωπαϊκή λύση, ενώ το ζήτημα κρίνεται στην ταξική πάλη και αναμέτρηση και μέσα στην Ελλάδα ως προτεραιότητα και βεβαίως σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, όχι με τις διαπραγματεύσεις, αλλά ενισχύοντας το πανευρωπαϊκό εργατικό λαϊκό κίνημα στην πάλη κατά της ΕΕ, στη ρήξη μαζί της.
Τρίτο: Λιτότητα ή ανάπτυξη, αφού ο δρόμος της καπιταλιστικής ανάπτυξης συνεπάγεται τη λιτότητα στις συνθήκες του οξυμένου καπιταλιστικού ανταγωνισμού, ενδοϊμπεριαλιστικών οξυμένων αντιθέσεων.
Τέταρτο: Δεξιά ή αριστερά, ή μνημόνιο - αντιμνημόνιο, διλήμματα που θα πάρουν και άλλες μορφές, ανάλογα με τις εξελίξεις, με νέας μορφής δίπολο κεντροδεξιά - κεντροαριστερά. Τα παραπάνω διλήμματα, με κορυφαία ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ, έβαλαν στο περιθώριο και συσκότισαν τις πραγματικές αντιθέσεις μέσα στην Ελλάδα και στην ΕΕ.

Το πραγματικό ερώτημα που αφορά στον ελληνικό λαό είναι: Ελλάδα - εργαζόμενος λαός ανεξάρτητος και απεγκλωβισμένος από τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, ή Ελλάδα ενσωματωμένη στην ιμπεριαλιστική ΕΕ. Η πραγματική αντίθεση εντός Ελλάδας, και μέσα στην Ελλάδα και στην ΕΕ, είναι ανάμεσα στους καπιταλιστές επιχειρηματίες, στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων στην πόλη και την ύπαιθρο, την αντίθεση ανάμεσα στη διακυβέρνηση της λαϊκής εξουσίας και την εξουσία για τη μακροημέρευση της αστικής τάξης» (Ριζοσπάστης, 11/05/2012).

2. Μεθοδολογία

Ας κάνουμε μια προσωρινή αφαίρεση, για τις ανάγκες του θέματος που εξετάζουμε, από την πολιτική των κομμάτων, που τους υπαγόρευσε την τοποθέτηση των αντίστοιχων διλημμάτων στον ελληνικό λαό και ας επικεντρωθούμε στην τότε, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της χώρας μας, η οποία δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη σημερινή, από την οποία απορρέει και η πολιτική στάση των κομμάτων. Η αφαίρεση αυτή δίνει προτεραιότητα στην οικονομία σε σχέση με την πολιτική και αναδεικνύει την υλική βάση όλων των ερωτημάτων - διλημμάτων που εμφανίζονται στην πορεία της πολιτικής διαπάλης και της ταξικής πάλης.

Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να απαντήσουμε και να διακρίνουμε ποια ήταν και είναι τα πραγματικά διλήμματα και για λογαριασμό ποιας κοινωνικής τάξης, στα οποία πρέπει να τοποθετηθεί ο εργαζόμενος λαός - κυρίαρχα η εργατική τάξη, αφού μόνο έτσι θα μπορέσουμε να προσδιορίσουμε τις πραγματικές αντιθέσεις που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία.

Είναι, παράλληλα, και ο μόνος τρόπος να επαληθεύσουμε εάν, στο πλαίσιο της αντιστοιχίας οικονομίας και πολιτικής, τα κόμματα, ως οργανωμένες πολιτικές ενώσεις που εκπροσωπούν κοινωνικές τάξεις, τοποθετούν,  σωστά ή λάθος, πραγματικά ή παραπλανητικά διλήμματα ή ακόμη και εξωπραγματικά διλήμματα.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, πως η αστική τάξη συνηθίζει να χρησιμοποιεί τη μέθοδο της παραπλάνησης για να αποσπά την προσοχή της εργατικής τάξης από τα βασικά της καθήκοντα, να την αποπροσανατολίζει από τους στόχους της και την αυτοτελή ταξική της δράση και επομένως να τοποθετεί σε πραγματικές καταστάσεις παραπλανητικά διλήμματα. Απομένει να δούμε αν αυτήν τη συγκεκριμένη περίοδο που εξετάζουμε συνέβη κάτι τέτοιο.

Η εργατική τάξη και το κόμμα της δεν έχουν ανάγκη να καταφεύγουν σε ανάλογες μεθόδους, γιατί στο πλαίσιο της ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης η εργατική τάξη έχει την αλήθεια με το μέρος της. Η κοσμοθεωρία με την οποία είναι εφοδιασμένη το Κόμμα της, ο Μαρξισμός - Λενινισμός, διαθέτει επιστημονική τεκμηρίωση και αντιστοιχεί στον ιστορικό βηματισμό και στη συγκεκριμένη ιστορική εποχή της κοινωνικής εξέλιξης. Η εργατική πρωτοπορία, το κομμουνιστικό κόμμα, βρίσκεται σε θέση ιδεολογικής ηγεμονίας, την οποία, όμως, οφείλει να φροντίζει να την κάνει επιστημονικό κτήμα του για την κατανόηση της πραγματικότητας και την πραγματοποίηση των ιστορικών καθηκόντων της εργατικής τάξης. 

Το μόνο θέμα που πρέπει να απασχολεί το κόμμα της εργατικής τάξης είναι το εάν τα διλήμματα, τα οποία βάζει μπροστά στους εργαζόμενους, είναι πέρα από πραγματικά και πολιτικά ώριμα για επίλυση. Γιατί εάν δεν είναι πολιτικά ώριμα, τότε, ενώ είναι κοινωνικά πραγματικά και αντιστοιχούν σε πραγματικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες,  όμως, καθίστανται πολιτικά εξωπραγματικά, γιατί δεν αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα, στο επίπεδο πολιτικής και ταξικής συνείδησης των εργαζομένων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πολιτική, κατά τον Β. Ι. Λένιν, έχει απόλυτη προτεραιότητα σε σχέση με την οικονομία.

Σ’ αυτήν την περίπτωση τα πραγματικά διλήμματα, που κοινωνικά είναι πραγματικά αλλά πολιτικά είναι εξωπραγματικά, λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, όπως τα παραπλανητικά διλήμματα, ενώ έχουν πολύ σοβαρές συνέπειες για το κόμμα της εργατικής τάξης και για την ίδια την εργατική τάξη.

Στην περίπτωση των αστικών πολιτικών δυνάμεων, και στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής δημοκρατίας και της κοινοβουλευτικής της έκφρασης, οι συνέπειες δεν είναι σοβαρές. Δεν αφορούν παρά μόνο το συγκεκριμένο αστικό κόμμα που θα βάλει «λάθος» παραπλανητικά διλήμματα σε σχέση με ένα άλλο αστικό κόμμα που θα βάλει τα «σωστά» παραπλανητικά διλήμματα.

Το παιχνίδι αυτό μεταξύ των αστικών πολιτικών δυνάμεων είναι πια πολύ γνωστό, από τότε που η Πολιτική από Επιστήμη έχει μετατραπεί σε Απολογητική στα χέρια της αστικής τάξης και από Τέχνη σε Τεχνική παραπλάνησης. Τις συνέπειες τις επωμίζονται πολιτικά πότε το ένα και πότε το άλλο αστικό κόμμα, που εναλλάσσονται στην κυβέρνηση και, κατά το δυνατό, προσπαθούν να μη μεταφέρονται αυτές οι συνέπειες στην αστική τάξη. Αν και πρέπει να σημειώσουμε ότι στενεύουν τα όρια για τέτοιου είδους πολιτικάντικα παιχνίδια, πράγμα που το διαπιστώσαμε και στην πρόσφατη περίοδο, όπου εμφανίστηκε μια πολιτική ταύτιση στις θέσεις των αστικών και μικροαστικών κομμάτων σε βασικές, στρατηγικής σημασίας, θέσεις. Γεγονός που εξηγεί και τις κυβερνήσεις συνεργασίας ή τις προτάσεις συνεργασίας που επιδιώκει να σχηματίζει η άρχουσα τάξη για να διευρύνει τη λαϊκή στήριξη, τη βάση υποστήριξης της πολιτικής της.

Για ένα κομμουνιστικό κόμμα, όμως, η λάθος τοποθέτηση από πολιτική άποψη ενός ακόμη και πραγματικού διλήμματος, σε συνθήκες δηλαδή μη πολιτικά ώριμες, έχει άμεσες συνέπειες πάνω σ’ αυτό και όχι μόνο.   Οι συνέπειες μιας αποτυχημένης πολιτικής στάσης ενός κομμουνιστικού κόμματος επιδρούν άμεσα πάνω στην εργατική τάξη και μεταφράζονται σε συγκεκριμένα πολιτικά, οικονομικά και άλλα μέτρα που αφορούν τις συνδικαλιστικές και δημοκρατικές ελευθερίες των εργαζομένων, τα κοινωνικά τους δικαιώματα και τις κατακτήσεις τους, τους όρους της δράσης της ίδιας της εργατικής τάξης, τους οικονομικούς όρους διαβίωσής της, τις σχέσεις των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Ό, τι ζει η εργατική τάξη (και γενικότερα οι εργαζόμενοι) αυτήν τη στιγμή.

Σπεύδουμε, επίσης, να διευκρινίσουμε ότι τα διλήμματα αποσκοπούν στο να διαμορφώσουν την ταξική και πολιτική συνείδηση των λαϊκών μαζών στη μια ή την άλλη κατεύθυνση στην κορύφωση της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης. Αποτελούν, όμως, μία πτυχή αυτής της κατά πολύ πιο σύνθετης διαδικασίας, που στα αστικά κόμματα εκφράζεται με τα παραπλανητικά ή και τα πραγματικά διλήμματα και στα κομμουνιστικά κόμματα αποδίδεται κυρίως με τα συνθήματα. Θα ήταν, όμως, πολύ σοβαρό λάθος να εντοπιστεί και να εξαντληθεί το θέμα της διαμόρφωσης της πολιτικής και ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων μόνο γύρω από τα διλήμματα ή και τα συνθήματα, όσο σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο και αν παίζουν αυτά, και μάλιστα σε στιγμές κορύφωσης της πολιτικής αντιπαράθεσης και της ταξικής πάλης.

(Ακολουθεί το δεύτερο μέρος)