Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Η Έβδομη Πανρωσική Συνδιάσκεψη (του Απρίλη) του ΣΔΕΚΡ (μπ.)


          Δημοσιεύουμε από τον 31ο τόμο των Απάντων του Β. Ι. Λένιν την Έβδομη Συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ(μπ), που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλη του 1917. Η σημασία των αποφάσεων της συνδιάσκεψης αυτής καθόρισε τον αγώνα των μπολσεβίκων μέχρι τη νικηφόρα επανάσταση, δεδομένου ότι έλυσε τα ζητήματα τακτικής αλλά σε συνάρτηση μ’ αυτά και σοβαρά θεωρητικά ζητήματα, όπως αυτό του χαρακτήρα της εξουσίας των Σοβιέτ και της μεταβατικής περιόδου, του χαρακτήρα του πολέμου κτλ.
          Από το σύνολο των ντοκουμέντων της συνδιάσκεψης δημοσιεύουμε τον εναρκτήριο λόγο, την εισήγηση που έκανε ο Λένιν, το ρεπορτάζ για την εφημερίδα και το κλείσιμο της εισήγησης από τον Λένιν. 
          Οι υπογραμμίσεις με γράμματα «μπολντ» είναι δικές μας.

Η ΕΒΔΟΜΗ ΠΑΝΡΩΣΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ (ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ) ΤΟΥ ΣΔΕΚ (μπ)
24 - 29 ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ (7 - 10 ΤΟΥ ΜΑΗ) 1917*

1
ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ
24 ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ (7 ΤΟΥ ΜΑΗ)

            Σύντροφοι, η Συνδιάσκεψή μας συνέρχεται σαν η πρώτη συνδιάσκεψη του προλεταριακού κόμματος σε συνθήκες όχι μόνο της ρωσικής, αλλά και της αναπτυσσόμενης παγκόσμιας επανάστασης. Ήρθε ο καιρός που δικαιώνεται παντού η διαπίστωση των ιδρυτών του επιστημονικού σοσιαλισμού, καθώς και η ομόφωνη πρόβλεψη των σοσιαλιστών που πήραν μέρος στο συνέδριο της Βασιλείας, ότι ο παγκόσμιος πόλεμος οδηγεί αναπόφευκτα στην επανάσταση.

            Στο 19ο αιώνα ο Μαρξ και ο Ένγκελς, παρακολουθώντας το προλεταριακό κίνημα των διαφόρων χωρών και εξετάζοντας τις πιθανές προοπτικές της κοινωνικής επανάστασης, έλεγαν επανειλημμένα πως οι ρόλοι αυτών των χωρών θα κατανεμηθούν γενικά ανάλογα και σύμφωνα με τις εθνικο - ιστορικές ιδιομορφίες της καθεμιάς από αυτές. Τη σκέψη τους αυτή την έκφραζαν, αν τη διατυπώσουμε σύντομα, έτσι: ο γάλλος εργάτης θ’ αρχίσει, ο γερμανός θ΄ αποτελειώσει.

            Στο προλεταριάτο της Ρωσίας έλαχε η μεγάλη τιμή ν’ αρχίσει, όμως αυτό δεν πρέπει να ξεχνά πως το κίνημα και η επανάστασή του αποτελούν μόνο μέρος του παγκόσμιου επαναστατικού προλεταριακού κινήματος, που στη Γερμανία λ.χ., αναπτύσσεται από μέρα σε μέρα με όλο και μεγαλύτερη δύναμη. Μόνο μ’ αυτό το πρίσμα μπορούμε να καθορίσουμε τα καθήκοντά μας.

            Κηρύσσω την έναρξη των εργασιών της Πανρωσικής Συνδιάσκεψης και παρακαλώ να περάσουμε στην εκλογή του προεδρείου.


Σύντομη περίληψη δημοσιεύτηκε στις 12
του Μάη (29 του Απρίλη) 1917 στην
εφημερίδα «Σοσιαλ-Ντεμοκράτ», αρ. φύλ. 43.

Πρωτοδημοσιεύτηκε ολόκληρο το 1921
στα Άπαντα του Ν. Λένιν (Β. Ουλιάνοφ),
τόμ. XIV   μέρος   II.
Δημοσιεύεται σύμφωνα με το
δακτυλογραφημένο αντίγραφο των πρακτικών
2
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ
24 ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ (7 ΤΟΥ ΜΑΗ)

1
ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ
            Σύντροφοι, στο ζήτημα της τρέχουσας στιγμής, της εκτίμησής της, είμαι υποχρεωμένος να χειριστώ ένα θέμα εξαιρετικά πλατύ, που κατά την κρίση μου χωρίζεται σε τρία μέρη: πρώτο, εκτίμηση της κυρίως πολιτικής κατάστασης εδώ, στη Ρωσία, η στάση απέναντι στην κυβέρνηση και η δυαδική εξουσία που έχει δημιουργηθεί· δεύτερο, στάση απέναντι στον πόλεμο, και τρίτο η διεθνής κατάσταση που έχει δημιουργηθεί για το εργατικό κίνημα που, αν το δούμε σε παγκόσμια κλίμακα, το έφερε άμεσα μπροστά στη σοσιαλιστική επανάσταση.

            Νομίζω πως σε μερικά σημεία θα χρειαστεί να σταθώ πολύ σύντομα. Από την άλλη μεριά, έχω να σας παρουσιάσω ένα σχέδιο απόφασης πάνω σ’ όλα αυτά τα ζητήματα, με την παρατήρηση όμως, ότι λόγω της μεγάλης έλλειψης ανθρώπων που αντιμετωπίζουμε, καθώς και λόγω της πολιτικής κρίσης που δημιουργήθηκε εδώ, στην Πετρούπολη, δεν μπορέσαμε όχι μόνο να συζητήσουμε την απόφαση, αλλά ούτε και να την κοινοποιήσουμε έγκαιρα στις τοπικές οργανώσεις. Έτσι επαναλαβαίνω πως αυτά είναι μόνο προκαταρτικά σχέδια, που θα διευκολύνουν τη δουλειά της επιτροπής και θα της επιτρέψουν να συγκεντρώσει την προσοχή της σε ορισμένα, τα πιο ουσιαστικά ζητήματα.

            Αρχίζω από το πρώτο ζήτημα. Αν δεν κάνω λάθος, η Συνδιάσκεψη της Μόσχας ψήφισε την ίδια απόφαση που ψήφισε και η Συνδιάσκεψη της Πετρούπολης. (Φ ω ν έ ς  α π ό  τ η ν  α ί θ ο υ σ α : «Με τροποποιήσεις».) Δεν είδα αυτές τις τροποποιήσεις και δεν μπορώ να κρίνω. Όμως μια και η απόφαση της Πετρούπολης έχει δημοσιευτεί στην «Πράβντα», τότε, αν δεν υπάρχουν αντιρήσεις, μπορώ να θεωρήσω ότι η απόφαση αυτή είναι σε όλους γνωστή. Υποβάλλω την απόφαση αυτή σαν σχέδιο στη σημερινή Πανρωσική Συνδιάσκεψη.

            Η πλειοψηφία των κομμάτων του μικροαστικού συνασπισμού, που βασιλεύει στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, παρουσιάζει την πολιτική μας, σε αντιδιαστολή από τη δική του, σαν πολιτική βεβιασμένων μέτρων. Εκείνο που διακρίνει την πολιτική μας είναι ότι εμείς ζητάμε πριν απόλα ακριβή ταξική εκτίμηση των γεγονότων. Το βασικό αμάρτημα του μικροαστικού συνασπισμού είναι ότι κρύβει από το λαό την αλήθεια με φράσεις για τον ταξικό χαρακτήρα της κυβέρνησης.

            Αν οι σύντροφοι μοσχοβίτες έχουν τροποποιήσεις, θα μπορούσαν τώρα να τις διαβάσουν**.
            (Δ ι α β ά ζ ε ι  τ η ν  α π ό φ α σ η  τ η ς  Σ υ ν δ ι ά σ κ ε ψ η ς  τ η ς  ο ρ γ ά -   ν ω σ η ς  Π ε τ ρ ο ύ π ο λ η ς  γ ι α  τ η  σ τ ά σ η  α π έ ν α ν τ ι  σ τ η ν  Π ρ ο σ ω ρ ι - ν ή  κ υ β έ ρ ν η σ η.)

            «Αναγνωρίζοντας:
            1) ότι η Προσωρινή κυβέρνηση ως προς τον ταξικό της χαρακτήρα είναι όργανο της κυριαρχίας των τσιφλικάδων και της αστικής τάξης·
            2) ότι η κυβέρνηση αυτή και οι τάξεις που εκπροσωπεί  συνδέονται αδιάρρηκτα, οικονομικά και πολιτικά, με το ρωσικό και αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό·
            3) ότι ακόμη και το πρόγραμμα που εξάγγειλε το πραγματοποιεί μόνο μερικά και μόνο κάτω από την πίεση του επαναστατικού προλεταριάτου και, εν μέρει, των μικροαστών·
            4) ότι οι δυνάμεις της αστικής και τσιφλικάδικης αντεπανάστασης που οργανώνονται άρχισαν ήδη, καλυπτόμενες πίσω από τη σημαία της Προσωρινής κυβέρνησης και με την ολοφάνερη ανοχή της, την επίθεση ενάντια στην επαναστατική δημοκρατία·
            5) ότι η Προσωρινή κυβέρνηση καθυστερεί την προκήρυξη εκλογών Συντακτικής Συνέλευσης, εμποδίζει το γενικό εξοπλισμό του λαού, αντιδρά στο πέρασμα όλης της γης στα χέρια του λαού επιβάλλοντάς του ένα τσιφλικάδικο τρόπο λύσης του αγροτικού ζητήματος, φρενάρει την εφαρμογή του 8ωρου, ανέχεται την αντεπαναστατική ζύμωση του Γκουτσκόφ και Σίας) στο στρατό, οργανώνει τα ανώτερα στελέχη του στρατού ενάντια στους στρατιώτες κτλ. …»

             Διάβασα το πρώτο μέρος της απόφασης που περιλαβαίνει τον ταξικό χαρακτηρισμό της Προσωρινής κυβέρνησης. Ουσιαστικές διαφωνίες με την απόφαση των μοσχοβιτών, απ’ ότι μπορώ να κρίνω μόνο από το κείμενο της απόφασης, μάλλον δεν υπάρχουν, δεν θα θεωρούσα όμως σωστό ένα γενικό χαρακτηρισμό της κυβέρνησης σαν αντεπαναστατικής. Μια και γίνεται λόγος, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για ποια επανάσταση μιλάμε. Από την άποψη της αστικής επανάστασης αυτό δεν μπορούμε να το πούμε, επειδή αυτή έχει πια τελειώσει. Από την άποψη της προλεταριακής - αγροτικής _ είναι πρόωρο να το λέει κανείς αυτό, γιατί δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι οι αγρότες θα προχωρήσουν οπωσδήποτε πιο πέρα από την αστική τάξη, και το να εκφράζεις τη βεβαιότητά σου για την αγροτιά, ιδιαίτερα σήμερα που έχει στραφεί προς τον ιμπεριαλισμό και τον αμυνιτισμό, δηλαδή προς την υποστήριξη του πολέμου, είναι, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμο. Σήμερα η αγροτιά έχει ήδη κλείσει με τους καντέτους ολόκληρη σειρά συμφωνίες. Γι’ αυτό θεωρώ αυτό το σημείο της απόφασης των συντρόφων μοσχοβιτών πολιτικά λαθεμένο. Εμείς θέλουμε να προχωρήσει η αγροτιά πιο πέρα από την αστική τάξη, να πάρει τη γη από τους τσιφλικάδες, αλλά τώρα δεν μπορούμε ακόμη να πούμε τίποτε το συγκεκριμένο για τη μελλοντική της στάση.

             Εμείς αποφεύγουμε με επιμέλεια τις λέξεις «επαναστατική δημοκρατία». Όταν πρόκειται για επίθεση της κυβέρνησης, τότε μπορούμε να μιλούμε γι’ αυτό, σήμερα όμως η φράση αυτή περικλείνει τη μεγαλύτερη απάτη, γιατί είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις τις τάξεις που ανακατεύτηκαν μέσα σ’ αυτό το χάος. Το καθήκον μας είναι να διαφωτίζουμε αυτούς που σέρνονται στην ουρά. Για μας τα Σοβιέτ έχουν σημασία όχι σαν μορφή, εκείνο που έχει για μας σημασία είναι  ποιες τάξεις εκπροσωπούν αυτά τα Σοβιέτ. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη μια μακρόχρονη δουλιά για το φώτισμα της προλεταριακής συνείδησης…

            (Σ υ ν ε χ ί ζ ε ι  τ ο  δ ι ά β α σ μ α  τ η ς  α π ό φ α σ η ς.)
            «… 6) ότι ταυτόχρονα η κυβέρνηση αυτή στηρίζεται τούτη τη στιγμή στην εμπιστοσύνη και, ως ένα βαθμό, στην άμεση συμφωνία με το Σοβιέτ Πετρούπολης των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, που συγκεντρώνει σήμερα την αναμφισβήτητη πλειοψηφία των εργατών και των στρατιωτών, δηλαδή της αγροτιάς·
            7) ότι κάθε βήμα της Προσωρινής κυβέρνησης τόσο στον τομέα της εξωτερικής, όσο και της εσωτερικής πολιτικής θα ανοίγει τα μάτια όχι μόνο των προλετάριων της πόλης και του χωριού και των μισοπρολετάριων, αλλά και των πλατιών στρωμάτων των μικροαστών για τον αληθινό χαρακτήρα αυτής της κυβέρνησης·

            η συνδιάσκεψη αποφασίζει ότι:
            1) για το πέρασμα όλης της κρατικής εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, ή άλλων οργάνων που να εκφράζουν άμεσα τη θέληση του λαού είναι απαραίτητη μια μακρόχρονη δουλιά για το φώτισμα της ταξικής προλεταριακής συνείδησης και συσπείρωση των προλετάριων της πόλης και του χωριού ενάντια στις ταλαντεύσεις των μικροαστών, γιατί μονάχα μια τέτια δουλιά αποτελεί πραγματική εγγύηση για την πετυχημένη κίνηση προς τα μπρος ολόκληρου του επαναστατικού λαού·
            2) ότι για μια τέτια δράση χρειάζεται ολόπλευρη δουλιά μέσα στα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, αύξηση του αριθμού τους, στερέωση της δύναμής τους, συσπείρωση μέσα σ’ αυτά των προλεταριακών διεθνιστικών ομάδων του Κόμματός μας·
            3) εντατική οργάνωση των δικών μας σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων, έτσι που η νέα άνοδος του επαναστατικού κινήματος να συντελεστεί κάτω από τη σημαία της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας».

            Εδώ βρίσκεται η ουσία όλης της πολιτικής μας. Σήμερα όλοι οι μικροαστοί ταλαντεύονται  και καλύπτουν την ταλάντευσή τους με φράσεις για επαναστατική δημοκρατία, κι εμείς πρέπει να αντιπαραθέσουμε σ’ αυτή την ταλάντευση την προλεταριακή γραμμή. Το τορπίλισμα της γραμμής αυτής με μια πρόωρη ενέργεια το θέλουν οι αντεπαναστάτες. Τα δικά μας καθήκοντα είναι: αύξηση του αριθμού των Σοβιέτ, στερέωση της δύναμής τους, συσπείρωση των γραμμών του Κόμματός μας.

            Οι μοσχοβίτες στην Τρίτη παράγραφο προσθέτουν τον έλεγχο. Ο έλεγχος αυτός έχει προστεθεί από τον Τσχεΐτζε, τον Στεκλόφ, τον Τσερετέλι και τους άλλους καθοδηγητές του μικροαστικού συνασπισμού. Έλεγχος χωρίς εξουσία είναι η πιο κούφια φράση. Πως θα ελέγχω την Αγγλία; Για να την ελέγχω, πρέπει να πάρω το στόλο της. Εγώ καταλαβαίνω πως η καθυστερημένη μάζα των εργατών και στρατιωτών μπορεί από αφέλεια και έλλειψη επίγνωσης να πιστεύει στον έλεγχο, αρκεί όμως να σκεφτεί κανείς πάνω στα βασικά σημεία του ελέγχου, για να καταλάβει πως αυτή η πίστη αποτελεί απομάκρυνση από τις βασικές αρχές της ταξικής πάλης. Τι είναι έλεγχος; Όταν εγώ γράψω ένα χαρτάκι ή μια απόφαση, αυτοί θα γράψουν μια ανταπόφαση. Για να ελέγχεις πρέπει να έχεις την εξουσία. Αν αυτό δεν είναι κατανοητό από την πλατιά μάζα του μικροαστικού συνασπισμού, πρέπει να έχουμε την υπομονή να της το εξηγήσουμε, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να της λέμε αναλήθειες. Όταν όμως εγώ σκεπάζω αυτή τη βασική προϋπόθεση με τον έλεγχο, τότε λέω αναλήθειες και παίζω το παιχνίδι των καπιταλιστών και των ιμπεριαλιστών._ «Εγώ θα έχω τα κανόνια και κόπιασε εσύ να με ελέγχεις. Χόρτασε έλεγχο»,_ λένε αυτοί. Ξέρουν πως σήμερα δεν μπορείς να αρνηθείς τίποτα στο λαό. Έλεγχος χωρίς εξουσία είναι μια μικροαστική φράση που φρενάρει την πορεία και την ανάπτυξη της ρωσικής επανάστασης. Να γιατί είμαι ενάντια στην τρίτη παράγραφο της απόφασης των συντρόφων μοσχοβιτών.

            Όσο γι’ αυτό το ιδιόμορφο μπλέξιμο των δυό εξουσιών, όπου η Προσωρινή κυβέρνηση, χωρίς να έχει στα χέρια της εξουσία, κανόνια, στρατιώτες και ένοπλη μάζα ανθρώπων, στηρίζεται στα Σοβιέτ που, βασιζόμενα για την ώρα σε υποσχέσεις, εφαρμόζουν πολιτική υποστήριξης αυτών των υποσχέσεων, αν εσείς θέλετε να πάρετε μέρος σ’ αυτό το παιχνίδι θα χρεοκοπήσετε. Καθήκον μας είναι να μην πάρουμε μέρος σ’ αυτό το παιχνίδι, εμείς θα συνεχίσουμε να εξηγούμε στο προλεταριάτο πόσο αβάσιμη είναι αυτή η πολιτική, και κάθε βήμα της ζωντανής πραγματικότητας θα δείξει πόσο έχουμε δίκιο. Εμείς σήμερα αποτελούμε μειοψηφία, οι μάζες για την ώρα δεν μας πιστεύουν. Ξέρουμε να περιμένουμε: οι μάζες θα περάσουν με το μέρος μας, μόλις η κυβέρνηση δείξει το αληθινό της πρόσωπο. Οι ταλαντεύσεις της κυβέρνησης μπορούν να τις απωθήσουν από αυτή και θα ξεχυθούν προς τη δική μας πλευρά, κι εμείς, παίρνοντας υπόψη το συσχετισμό των δυνάμεων, θα πούμε τότε: ήρθε ο καιρός μας.

            Τώρα περνώ στο ζήτημα του πολέμου που πρακτικά μας συνένωσε, όταν ταχθήκαμε ενάντια στο δάνειο, και η στάση απέναντί του έδειξε μεμιάς εξόφθαλμα πως είναι κατανεμημένες οι πολιτικές δυνάμεις. Όπως έγραψε η «Ρετς», όλοι, εκτός από τη «Γεντίνστβο», ταλαντεύονται, όλη η μικροαστική μάζα είναι υπέρ του δανείου με επιφύλαξη. Οι καπιταλιστές ξυνίζουν τα μούτρα τους, βάζουν χαμογελώντας την απόφαση στην τσέπη τους και λένε: «εσείς μπορείτε να μιλάτε, υα δρούμε όμως εμείς». Σε όλο τον κόσμο όλοι όσοι ψηφίζουν υπέρ του δανείου αποκαλούνται σοσιαλσωβινιστές.

            Θα περάσω απευθείας στο διάβασμα της απόφασης για τον πόλεμο. Η απόφαση αυτή χωρίζεται σε τρία μέρη: 1) χαρακτηρισμός του πολέμου από την άποψη της ταξικής του σημασίας. 2) επαναστατικός αμυνιτισμός των μαζών, που δεν υπάρχει σε καμιά άλλη χώρα, και 3) πώς να τερματίσουμε τον πόλεμο.

            Πολλοί ανάμεσά τους κι εγώ προσωπικά, είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε, ιδιαίτερα σε στρατιώτες, και νομίζω πως αν τους τα εξηγούμε όλα από ταξική άποψη, εκείνο το σημείο από τη θέση μας που τους μένει περισσότερο αξεκαθάριστο είναι, πως ακριβώς σκεφτόμαστε να βάλουμε τέρμα στον πόλεμο, πως θεωρούμε ότι είναι δυνατό να τερματιστεί. Στις πλατιές μάζες υπάρχει πλήθος παρανοήσεων, πλήρης άγνοια της θέσης μας, γι’ αυτό πρέπει να είμαστε εδώ όσο γίνεται πιο εκλαϊκευτικοί.

            (Δ ι α β ά ζ ε ι  τ ο  σ χ έ δ ι ο  α π ό φ α σ η ς  γ ι α τ ο ν π ό λ ε μ ο.)
            «Ο σημερινός πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός από την πλευρά και των δυό ομάδων των εμπόλεμων Δυνάμεων, δηλαδή διεξάγεται από τους καπιταλιστές για την παγκόσμια κυριαρχία, για το μοίρασμα της καπιταλιστικής λείας, για τις επικερδείς αγορές του χρηματιστικού, του τραπεζικού κεφαλαίου, για το στραγγάλισμα των αδύνατων λαών.

            Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας στη Ρωσία από τον Νικόλαο Β’ στην κυβέρνηση του Γκουτσκόφ, του Λβοφ κτλ., στην κυβέρνηση των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, δεν άλλαξε και δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τον ταξικό αυτό χαρακτήρα και τη σημασία του πολέμου από την πλευρά της Ρωσίας.

            Το γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση διεξάγει τον ίδιο, εξίσου ιμπεριαλιστικό, δηλαδή αρπακτικό, ληστρικό πόλεμο αποκαλύφθηκε ιδιαίτερα παραστατικά από το εξής περιστατικό: η νέα κυβέρνηση όχι μόνο δεν δημοσίευσε τα μυστικά σύμφωνα που είχε συνάψει ο πρώην τσάρος Νικόλαος Β’ με τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας κτλ., αλλά επικύρωσε και επίσημα τα σύμφωνα αυτά. Αυτό έγινε χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του λαού και με φανερό σκοπό να τον εξαπατήσουν, γιατί είναι πασίγνωστο ότι τα μυστικά αυτά σύμφωνα του πρώην τσάρου είναι πέρα για πέρα ληστρικά σύμφωνα, που υπόσχονται στους ρώσους καπιταλιστές την καταλήστευση της Κίνας, της Περσίας, της Τουρκίας, της Αυστρίας κτλ.

            Γι’ αυτό, το προλεταριακό κόμμα δεν μπορεί να υποστηρίξει με κανένα τρόπο ούτε τον τωρινό πόλεμο, ούτε την τωρινή κυβέρνηση, ούτε τα δάνειά της, με οποιαδήποτε μεγάλα λόγια κι’ αν τιτλοφορούνται τα δάνεια αυτά, αν δεν θέλει να ξεκόψει ολότελα με το διεθνισμό, δηλ. από την αδελφική αλληλεγγύη των εργατών όλων των χωρών στον αγώνα ενάντια στο ζυγό του κεφαλαίου.

            Επίσης δεν αξίζει καμιά εμπιστοσύνη και η υπόσχεση της σημερινής κυβέρνησης για παραίτηση από τις προσαρτήσεις, δηλ. από την κατάκτηση ξένων χωρών, ή τη βίαιη κατακράτηση οποιωνδήποτε λαών στα όρια της Ρωσίας. Γιατί, πρώτο, οι καπιταλιστές, που είναι δεμένοι με τις χιλιάδες νήματα του ρωσικού και του αγγλογαλλικού τραπεζικού κεφαλαίου, και προασπίζουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, δεν μπορούν να παραιτηθούν από τις προσαρτήσεις στον πόλεμο αυτό δίχως να πάψουν να είναι καπιταλιστές, δίχως να παραιτηθούν από τα κέρδη των δισεκατομμυρίων που έχουν τοποθετηθεί σε δάνεια, σε εκχωρήσεις, σε πολεμικές επιχειρήσεις κτλ. Δεύτερο, η νέα κυβέρνηση, αφού παραιτήθηκε από τις προσαρτήσεις για να εξαπατήσει το λαό, δήλωσε με το στόμα του Μιλιουκόφ στις 9 του Απρίλη 1917 στη Μόσχα, πως δεν παραιτείται από τις προσαρτήσεις. Τρίτο, όπως αποκάλυψε η «Ντιέλο Ναρόντα», εφημερίδα όπου συνεργάζεται ο υπουργός Κέρενσκι, ο Μιλιουκόφ ούτε καν έστειλε στο εξωτερικό τη δήλωσή τουγια παραίτηση από τις προσαρτήσεις.

            Γι’ αυτό η συνδιάσκεψη, εφιστώντας την προσοχή του λαού στις κούφιες υποσχέσεις των καπιταλιστών, δηλώνει πως πρέπει να κάνουμε αυστηρή διάκριση ανάμεσα στην παραίτηση από τις προσαρτήσεις στην πράξη, δηλ. άμεση δημοσίευση όλων των μυστικών , ληστρικών συμφώνων, όλων των εγγράφων που αφορούν την εξωτερική πολιτική και άμεση έναρξη της ολοκληρωτικής απελευθέρωσης όλων των λαών που καταδυναστεύει ή προσδένει με τη βία στη Ρωσία ή κρατά σε κατάσταση ανισοτιμίας η τάξη των καπιταλιστών, συνεχίζοντας την πολιτική του πρώην τσάρου Νικόλαου Β’ , πολιτική που ντροπιάζει το λαό μας».    

            Το δεύτερο μισό αυτού του μέρους της απόφασης μιλάει για τις υποσχέσεις που δίνει η κυβέρνηση. Ίσως για ένα μαρξιστή αυτό το μέρος να ήταν περιττό, για το λαό όμως έχει σημασία. Γι’ αυτό πρέπει να προσθέσουμε, γιατί εμείς δεν πιστεύουμε σ’ αυτές τις υποσχέσεις, γιατί δεν πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση. Στις υποσχέσεις της σημερινής κυβέρνησης ότι θα παραιτηθεί από την ιμπεριαλιστική πολιτική, δεν μπορεί να δίνει κανείς καμιά πίστη. Η γραμμή μας εδώ δεν πρέπει να συνίσταται στο να λέμε ότι απαιτούμε από την κυβέρνηση να δημοσιεύσει τα σύμφωνα. Αυτό είναι αυταπάτη. Το να ζητούμε ένα τέτιο πράγμα από την κυβέρνηση των καπιταλιστών είναι το ίδιο σαν να ζητούμε να αποκαλυφθούν οι εμπορικές απάτες. Όταν λέμε ότι πρέπει να παραιτηθούμε από τις προσαρτήσεις και τις επανορθώσεις, πρέπει να υποδείχνουμε και το πώς πρέπει να γίνει αυτό· και όταν μας ρωτήσουν, ποιος θα το κάνει αυτό, θα πούμε πως αυτό ουσιαστικά είναι ένα βήμα επαναστατικό, κι ένα τέτιο βήμα μπορεί να το κάνει μόνο το επαναστατικό προλεταριάτο. Διαφορετικά θα είναι μόνο κούφιες υποσχέσεις και ευχές, που μ’ αυτές οι καπιταλιστές σέρνουν το λαό από τη μύτη.

            (Σ υ ν ε χ ί ζ ε ι  τ ο  δ ι ά β α σ μ α  τ ο υ  σ χ ε δ ί ο υ α π ό φ α σ η ς)
            «Ο λεγόμενος «επαναστατικός αμυνιτισμός», που αγκάλιασε σήμερα στη Ρωσία όλα σχεδόν τα ναροντνικιστικά κόμματα (λαϊκοί σοσιαλιστές, τρουντοβίκοι, σοσιαλιστές - επαναστάτες) και το οπορτουνιστικό κόμμα των σοσιαλδημοκρατών μενσεβίκων (ΟΕ, Τσχεΐτζε, Τσερετέλι κ. α.), καθώς και την πλειοψηφία των εξωκομματικών επαναστατών, αντιπροσωπεύει, ως προς την ταξική του σημασία, από ένα μέρος τα συμφέροντα και την άποψη των μικροαστών, των μικρονοικοκυρέων, των εύπορων αγροτών, που όπως και οι καπιταλιστές, βγάζουν κέρδη από την άσκηση βίας πάνω στους αδύνατους λαούς, κι από το άλλο μέρος, είναι το αποτέλεσμα της εξαπάτησης των λαϊκών μαζών από τους καπιταλιστές, που δεν δημοσιεύουν τα μυστικά σύμφωνα και προσπαθούν να ξεμπλέξουν με υποσχέσεις και ωραία λόγια.

            Πρέπει να θεωρήσουμε σαν καλόπιστες τις πολύ πλατιές μάζες των «επαναστατών αμυνιτών», δηλαδή τις μάζες που πραγματικά δεν θέλουν προσαρτήσεις, κατακτήσεις και βία πάνω στους αδύνατους λαούς, πραγματικά ποθούν μια δημοκρατική και όχι ειρήνη βίας ανάμεσα σ’ όλες τις εμπόλεμες χώρες. Αυτό είναι ανάγκη να το αναγνωρίσουμε, γιατί η ταξική θέση των προλετάριων και των μισοπρολετάριων της πόλης και του χωριού (δηλ. των ανθρώπων που ζουν αποκλειστικά ή εν μέρει πουλώντας την εργατική τους δύναμη στους καπιταλιστές) κάνει τις τάξεις αυτές να μην έχουν συμφέρον από τα κέρδη των καπιταλιστών.

            Γι’ αυτό η συνδιάσκεψη, αναγνωρίζοντας ότι παραχωρήσεις οποιασδήποτε μορφής στον «επαναστατικό αμυνιτισμό» είναι απόλυτα απαράδεκτες και στην πράξη σημαίνουν πλήρη ρήξη με το διεθνισμό και το σοσιαλισμό, δηλώνει ταυτόχρονα ότι, όσο οι ρώσοι καπιταλιστές και η Προσωρινή τους κυβέρνηση περιορίζονται μόνο σε απειλές χρησιμοποίησης βίας ενάντια στο λαό (π.χ. το θλιβερής φήμης διάταγμα του Γκουτσκόφ, το οποίο απειλεί με κυρώσεις τους στρατιώτες που καθαιρούν αυτόβουλα τη διοίκησή τους), όσο οι καπιταλιστές δεν άρχισαν να χρησιμοποιούν βία ενάντια στα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών, αγροτών, εργατών γης κ.α. βουλευτών, που οργανώνονται ελεύθερα και ελεύθερα αντικαθιστούν και εκλέγουν όλες χωρίς εξαίρεση τις αρχές, ως τότε το κόμμα μας θα κηρύσσει την παραίτηση από τη βία γενικά και θα αγωνίζεται ενάντια στη βαθιά και ολέθρια σφαλερότητα του «επαναστατικού αμυνιτισμού» αποκλειστικά με μεθόδους συντροφικής πειθούς, με την εξήγηση της αλήθειας ότι η ανεπίγνωστη ευπιστία που δείχνουν οι πλατιές μάζες προς την κυβέρνηση των καπιταλιστών, των χειρότερων εχθρών της ειρήνης και του σοσιαλισμού, είναι αυτή τη στιγμή στη Ρωσία το κυριότερο εμπόδιο για το γρήγορο τερματισμό του πολέμου»

            Ένα μέρος των μικροαστών έχει συμφέρον από την πολιτική αυτή των καπιταλιστών, αυτό είναι έξω από κάθε αμφιβολία, και γι’ αυτό δεν επιτρέπεται σ’ ένα προλεταριακό κόμμα να στηρίζει τώρα ελπίδες στην κοινότητα συμφερόντων με την αγροτιά. Εμείς αγωνιζόμαστε να έρθει η αγροτιά με το μέρος μας, όμως αυτή τάσσεται, ως ένα βαθμό, συνειδητά με το μέρος των καπιταλιστών.

            Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως το προλεταριάτο και το μισοπρολεταριάτο σαν τάξη δεν έχουν συμφέρον από τον πόλεμο. Όμως πάνε σ’ αυτόν κάτω από την επήρεια των παραδόσεων και της απάτης. Δεν έχουν ακόμη πολιτική πείρα. Από εδώ βγαίνει το καθήκον μας -- μακρόχρονη διαφώτιση. Δεν κάνουμε σ’ αυτούς ούτε την παραμικρότερη παραχώρηση αρχών, όμως δεν μπορούμε να τους φερνόμαστε όπως φερνόμαστε στους σοσιαλσωβινιστές. Αυτά τα στοιχεία του πληθυσμού ποτέ δεν ήταν σοσιαλιστικά, δεν έχουν ιδέα για το σοσιαλισμό, μόλις τώρα ξυπνούν στην πολιτική ζωή. Η συνειδητότητά τους όμως αναπτύσσεται και πλαταίνει με ασυνήθιστη ταχύτητα. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να ξέρουμε να τα πλησιάσουμε με τη διαφώτιση, κι αυτό είναι το πιο δύσκολο καθήκον, ιδιαίτερα για ένα Κόμμα, που χθες ακόμη βρισκόταν στην παρανομία.

            Σε μερικούς γεννιέται η σκέψη μήπως απαρνηθήκαμε τον εαυτό μας: δεν είναι αλήθεια ότι εμείς είμασταν που προπαγανδίζαμε τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, ενώ τώρα αντιφάσκουμε σ’ αυτά που λέγαμε; Μα στη Ρωσία ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος τελείωσε, τώρα περνάμε στο δεύτερο πόλεμο -- ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και στον ένοπλο λαό, και σ’ αυτή τη μεταβατική περίοδο, όσο η ένοπλη δύναμη βρίσκεται στα χέρια των στρατιωτών, όσο ο Μιλιουκόφ και ο Γκουτσκόφ δεν έχουν χρησιμοποιήσει ακόμη βία, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος μετατρέπεται για μας σε ειρηνική, μακρόχρονη και υπομονητική ταξική προπαγάνδα. Όταν μιλάμε για εμφύλιο πόλεμο προτού οι άνθρωποι νιώσουν την ανάγκη του, τότε αναμφίβολα πέφτουμε σε μπλανκισμό. Είμαστε υπέρ του εμφυλίου πολέμου, αλλά τότε μόνο, όταν αυτός διεξάγεται από μιά συνειδητή τάξη. Μπορείς να γκρεμίσεις εκείνον που ο λαός τον ξέρει σαν τύραννο. Τύραννοι όμως τώρα δεν υπάρχουν, τα κανόνια και τα όπλα βρίσκονται στα χέρια των στρατιωτών και όχι των καπιταλιστών, οι καπιταλιστές πετυχαίνουν σήμερα το σκοπό τους όχι με τη βία, αλλά με την απάτη και δεν μπορεί να φωνάζει κανείς σήμερα για βία, αυτό θα ήταν παράλογο. Πρέπει να ξέρουμε να ακολουθούμε την άποψη του μαρξισμού που λέει πως η μετατροπή αυτή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο στηρίζεται πάνω σε αντικειμενικές και όχι υποκειμενικές προϋποθέσεις. Εμείς για την ώρα παραιτούμαστε από αυτό το σύνθημα, αλλά μόνο για την ώρα. Τα όπλα σήμερα βρίσκονται στα χέρια των στρατιωτών και των εργατών και όχι των καπιταλιστών. Όσο η κυβέρνηση δεν έχει αρχίσει τον πόλεμο, εμείς θα διεξάγουμε τη προπαγάνδα μας ειρηνικά.

            Η κυβέρνηση θα είχε συμφέρον να κάνουμε εμείς την πρώτη ασύνετη ενέργεια, αυτό τους συμφέρει. Αυτοί φρενιάζουν επειδή το Κόμμα μας έριξε το σύνθημα της ειρηνικής διαδήλωσης. Στους μικροαστούς που τώρα βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής δεν πρέπει να παραχωρήσουμε ούτε ένα γιώτα από τις αρχές μας. Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο λάθος για ένα προλεταριακό κόμμα από το να στηρίζει την τακτική του σε υποκειμενικές επιθυμίες εκεί που χρειάζεται οργάνωση. Δεν μπορούμε να λέμε πως η πλειοψηφία είναι μαζί μας, στη προκειμένη περίπτωση χρειάζεται δυσπιστία, δυσπιστία και πάλι δυσπιστία. Το να στηρίζεις πάνω σ’ αυτό την προλεταριακή τακτική -- σημαίνει ότι τη σκοτώνεις.

            Το τρίτο σημείο αφορά το ζήτημα πώς να τερματίσουμε τον πόλεμο. Η άποψη των μαρξιστών είναι γνωστή, η δυσκολία όμως βρίσκεται στο πώς να τη μεταδώσουμε στις μάζες με την πιο σαφή μορφή. Εμείς δεν είμαστε πασιφιστές και δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από τον επαναστατικό πόλεμο. Σε τι διαφέρει αυτός ο πόλεμος από τον καπιταλιστικό πόλεμο; Διαφέρει πριν απόλα από το ποια τάξη έχει συμφέρον από τον πόλεμο αυτό και τι πολιτική εφαρμόζει σ’ αυτό τον πόλεμο η ενδιαφερόμενη τάξη… Όταν μιλάμε στις μάζες, πρέπει να δίνουμε συγκεκριμένες απαντήσεις. Πρώτο ερώτημα λοιπόν: Πώς να ξεχωρίσουμε τον επαναστατικό από τον καπιταλιστικό πόλεμο; Τα μαζικά στελέχη δεν καταλαβαίνουν που βρίσκεται εδώ η διαφορά, ότι εδώ πρόκειται για διαφορά τάξεων. Εμείς πρέπει να μη μιλάμε μόνο θεωρητικά, αλλά πρέπει και πρακτικά να δείξουμε πραγματικά επαναστατικό πόλεμο θα διεξάγουμε τότε μόνο, όταν η εξουσία θα βρίσκεται στα χέρια του προλεταριάτου. Μου φαίνεται πως μιά τέτια τοποθέτηση του ζητήματος δίνει μιά πιο χειροπιαστή απάντηση για το τι είδους είναι αυτός ο πόλεμος και ποιος τον διεξάγει.

            Στην «Πράβντα» δημοσιεύτηκε ένα σχέδιο έκκλησης προς τους στρατιώτες όλων των εμπόλεμων χωρών***. Έχουμε πληροφορίες ότι στο μέτωπο γίνεται συναδέλφωση, όμως αυτή γίνεται ακόμη μισοαυθόρμητα. Εκείνο που λείπει από τη συναδέλφωση είναι η ξεκάθαρη πολιτική σκέψη. Οι στρατιώτες ενστικτωδώς ένιωσαν ότι πρέπει να δράσουν από τα κάτω, το ταξικό τους ένστικτο, σαν ανθρώπων με επαναστατική διάθεση, τους υπαγόρεψε πως μόνο αυτός είναι ο αληθινός δρόμος. Αυτό όμως δεν αρκεί για την επανάσταση. Εμείς θέλουμε να δόσουμε μιά ξεκάθαρη πολιτική απάντηση. Για να τερματιστεί ο πόλεμος πρέπει η εξουσία να περάσει στα χέρια της επαναστατικής τάξης. Θα πρότεινα να συντάξουμε εξονόματος της συνδιάσκεψης μιά προκήρυξη προς τους στρατιώτες όλων των εμπόλεμων χωρών και να την τυπώσουμε σε όλες τις γλώσσες. Αν εμείς στη θέση όλων αυτών των φράσεων της μόδας για συνδιασκέψεις ειρήνης, όπου οι μισοί από αυτούς που θα μετάσχουν είναι κρυφοί ή ανοιχτοί πράκτορες των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων, μοιράσουμε αυτή τη προκήρυξη, τότε αυτό θα μας οδηγήσει χίλιες φορές γρηγορότερα στο σκοπό απ’ ό,τι όλες οι συνδιασκέψεις ειρήνης. Δεν θέλουμε να έχουμε δοσοληψίες με τους γερμανούς Πλεχάνοφ. Όταν περνούσαμε με το τραίνο από τη Γερμανία, αυτοί οι κύριοι σοσιαλσωβινιστές, οι γερμανοί Πλεχάνοφ, προσπάθησαν να μπουν στο βαγόνι μας, εμείς όμως τους απαντήσαμε πως κανένας σοσιαλιστής απ’ αυτούς δεν θα μπει μέσα, κι αν μπουν δεν θα τους αφήσουμε να φύγουν χωρίς να δημιουργηθεί μεγάλο σκάνδαλο. Αν άφηναν να μας επισκεφθεί, π.χ., ο Κάρλ Λήμπκνεχτ, θα μιλούσαμε μαζί του. Όταν κυκλοφορήσουμε μιά έκκληση προς τους εργαζόμενους όλων των χωρών και δόσουμε σ’ αυτή την απάντησή μας στο ερώτημα -- πως μπορεί να τερματιστεί ο πόλεμος, κι όταν οι στρατιώτες διαβάσουν την απάντησή μας που δίνει μια πολιτική διέξοδο από τον πόλεμο, τότε η συναδέλφωση θα προχωρήσει με γιγάντια βήματα. Αυτό είναι απαραίτητο για να ανεβεί η συναδέλφωση από τη βαθμίδα της ενστικτώδους φρίκης απέναντι στον πόλεμο και να περάσει στην ξεκάθαρη πολιτική συνείδηση για το πώς θα βγούμε από αυτό τον πόλεμο.

            Περνώ στο τρίτο ζήτημα, και συγκεκριμένα στην εκτίμηση της τρέχουσας στιγμής από την άποψη της θέσης του διεθνούς εργατικού κινήματος και της κατάστασης του διεθνούς καπιταλισμού. Από μαρξιστική άποψη, μιλώντας για τον ιμπεριαλισμό, είναι παράλογο να στεκόμαστε στην κατάσταση μιας μόνο χώρας, μιά και οι καπιταλιστικές χώρες συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους. Και τώρα, στη διάρκεια του πολέμου, η σύνδεση αυτή είναι ασύγκριτα πιο ισχυρή. Όλη η ανθρωπότητα έχει μπλεχτεί σ’ ένα αιματηρό κουβάρι και δεν μπορεί να υπάρξει ξεχωριστή έξοδος απ’ αυτό. Αν υπάρχουν χώρες περισσότερο ή λιγότερο αναπτυγμένες, ο σημερινός πόλεμος τις σύνδεσε όλες μεταξύ τους με τέτια νήματα, που η έξοδος απ’ αυτόν μιας ξεχωριστής χώρας φαίνεται αδύνατη και ακατανόητη.

            Όλοι συμφωνούμε πως η εξουσία πρέπει να βρίσκεται στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών. Όμως τι μπορούν και τι πρέπει να κάνουν τα Σοβιέτ, όταν η εξουσία θα περάσει στα χέρια τους, δηλ. θα βρίσκεται στα χέρια των προλετάριων και μισοπρολετάριων; Δημιουργείται μιά πολύπλοκη και δύσκολη κατάσταση. Κι όταν μιλάμε για πέρασμα της εξουσίας, εδώ προβάλλει ένας κίνδυνος που έπαιξε μεγάλο ρόλο και στις επαναστάσεις του παρελθόντος, και συγκεκριμένα: η επαναστατική τάξη παίρνει στα χέρια της την κρατική εξουσία και δεν ξέρει τι να την κάνει. Η ιστορία των επαναστάσεων γνωρίζει παραδείγματα επαναστάσεων που χρεοκόπησαν ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, που σήμερα καλύπτουν με το δίχτυ τους όλη τη Ρωσία, βρίσκονται τώρα στο κέντρο όλης της επανάστασης· ωστόσο μου φαίνεται πως δεν τα καταλάβαμε και δεν τα μελετήσαμε όσο πρέπει. Αν αυτά πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, τότε δεν θα έχουμε πιά ένα κράτος με τη συνηθισμένη σημασία της λέξης. Τέτια κρατική εξουσία που να κράτησε πολύ καιρό, δεν υπήρξε ποτέ στον κόσμο, προς αυτή όμως πλησίαζε όλο το εργατικό κίνημα του κόσμου. Αυτό θα είναι ακριβώς κράτος τύπου Κομμούνας του Παρισιού. Μια τέτια εξουσία είναι δικτατορία, δηλ. εξουσία που δεν στηρίζεται στο νόμο, στην τυπική έκφραση της θέλησης της πλειοψηφίας, αλλά απευθείας,  άμεσα στη βία. Η βία είναι το όργανο της εξουσίας. Με ποιον όμως τρόπο τα Σοβιέτ θ’ αρχίσουν να χρησιμοποιούν αυτή την εξουσία; Θα καταφύγουν μήπως στον παλιό τρόπο διοίκησης μέσω της αστυνομίας, θα κυβερνούν μέσω των παλιών οργάνων εξουσίας; Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορούν να το κάνουν αυτό, έτσι είτε αλλιώς μπροστά τους ορθώνεται το άμεσο καθήκον της οργάνωσης ενός μη αστικού κράτους. Χρησιμοποίησα ανάμεσα στους μπολσεβίκους τη σύγκριση αυτού του κράτους με την Κομμούνα του Παρισιού με την έννοια ότι αυτή σύντριψε τα παλιά όργανα διοίκησης και τα αντικατέστησε με εντελώς νέα, άμεσα, απευθείας όργανα των εργατών. Με κατηγορούν ότι χρησιμοποίησα στην τρέχουσα στιγμή μια λέξη που τρομάζει περισσότερο από καθετί τους καπιταλιστές, γιατί αυτοί άρχισαν να τη σχολιάζουν σαν επιθυμία άμεσης εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού. Αλλά εγώ τη χρησιμοποίησα μόνο με την έννοια της αντικατάστασης των παλιών οργάνων με νέα, προλεταριακά όργανα. Ο Μάρξ έλεγε πως αυτό αποτελεί τεράστιο βήμα προς τα μπρός όλου του παγκόσμιου προλεταριακού κινήματος****. Το ζήτημα των κοινωνικών καθηκόντων του προλεταριάτου έχει για μας τεράστια πρακτική σημασία, από τη μιά μεριά, γιατί είμαστε σήμερα συνδεδεμένοι με όλες τις άλλες χώρες και δεν μπορούμε να αποσπαστούμε απ’ αυτό το κουβάρι: είτε θα αποσπαστεί όλο το προλεταριάτο στο σύνολό του είτε θα το πνίξουν· από την άλλη μεριά, τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών αποτελούν γεγονός. Κανένας δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι αυτά καλύπτουν όλη τη Ρωσία, ότι αποτελούν εξουσία, και ότι άλλη εξουσία δεν μπορεί να υπάρχει. Αν λοιπό έτσι είναι τα πράγματα, τότε πρέπει να έχουμε σαφή αντίληψη, για το πώς μπορούν τα Σοβιέτ να χρησιμοποιήσουν αυτή την εξουσία. Λένε πως η εξουσία αυτή είναι η ίδια με εκείνη που υπάρχει στη Γαλλία και στην Αμερική, μα εκεί δεν υπάρχει τίποτε το παρόμοιο, τέτια άμεση εξουσία δεν υπάρχει εκεί.

            Η απόφαση για την τρέχουσα στιγμή χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο δίνεται η εκτίμηση της αντικειμενικής κατάστασης που δημιούργησε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, της κατάστασης στην οποία περιήλθε ο παγκόσμιος καπιταλισμός· στο δεύτερο, οι συνθήκες του διεθνούς προλεταριακού κινήματος, και στο τρίτο -- τα καθήκοντα της ρωσικής εργατικής τάξης, όταν η εξουσία περάσει στα χέρια της. Στο πρώτο μέρος διατυπώνω το συμπέρασμα ότι στη διάρκεια του πολέμου ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι προπολεμικά. Έχει πάρει πιά στα χέρια του ολόκληρους τομείς της παραγωγής. Από το 1891 ακόμη, δηλ. πριν από 27 χρόνια, όταν οι γερμανοί ψήφισαν το πρόγραμμά τους της Ερφούρτης, ο Ένγκελς έλεγε πως δεν μπορούμε να εξηγούμε όπως πρώτα τον καπιταλισμό σαν έλλειψη σχεδιασμού*****. Αυτό πιά πάλιωσε: εφ’ όσον υπάρχουν τράστ, έλλειψη σχεδιασμού δεν υπάρχει πιά. Ιδιαίτερα στον 20ο αιώνα η ανάπτυξη του καπιταλισμού τράβηξε μπροστά με γιγάντια βήματα, και ο πόλεμος έκανε ό,τι δεν είχε γίνει μέσα σε 25 χρόνια. Η κρατικοποίηση της βιομηχανίας τράβηξε μπροστά όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Αγγλία. Από το μονοπώλιο γενικά πέρασαν στο κρατικό μονοπώλιο. Η αντικειμενική κατάσταση έδειξε ότι ο πόλεμος επιτάχυνε την ανάπτυξη του καπιταλισμού, και η ανάπτυξη αυτή προχώρησε από τον καπιταλισμό στον ιμπεριαλισμό, από το μονοπώλιο στην κρατικοποίηση. Όλα αυτά έφεραν πιο κοντά τη σοσιαλιστική επανάσταση και δημιούργησαν τις αντικειμενικές συνθήκες γι’ αυτή. Έτσι η πορεία του πολέμου έφερε πιο κοντά τη σοσιαλιστική επανάσταση.

            Η Αγγλία πριν από τον πόλεμο ήταν η χώρα με τις πιο μεγάλες ελευθερίες, αυτό το τονίζουν πάντα οι πολιτικοί του τύπου των πολιτικών του κόμματος των καντέτων. Εκεί υπήρχαν ελευθερίες γιατί δεν υπήρχε επαναστατικό κίνημα. Ο πόλεμος τα άλλαξε όλα μεμιάς. Η χώρα, που επί δεκαετίες δεν θυμούνται περίπτωση που να έγινε απόπειρα κατά της ελευθερίας του σοσιαλιστικού Τύπου, πέρασε μονομιάς στην εφαρμογή καθαρά τσαρικής λογοκρισίας και όλες οι φυλακές γέμισαν σοσιαλιστές. Οι καπιταλιστές εκεί αιώνες ολόκληρους είχαν μάθει να κυβερνούν το λαό χωρίς βία, και αν κατέφυγαν στη βία, θα πει ότι ένιωσαν πως το επαναστατικό κίνημα αναπτύσσεται, πως δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Όταν λέγαμε ότι ο Λήμπκνεχτ εκπροσωπεί τη μάζα, έστω κι αν είναι μόνος κι έχει απέναντί του εκατό γερμανούς Πλεχάνοφ, μας απαντούσαν πως αυτό είναι ουτοπία, αυταπάτη. Ωστόσο, όποιος παραβρέθηκε έστω και μια φορά στις συνελεύσεις των εργατών στο εξωτερικό, αυτός θα είδε ότι η συμπάθεια των μαζών προς τον Λήμπκνεχτ είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Οι πιο άσπονδοι αντίπαλοί του ήταν υποχρεωμένοι να φέρνονται με πονηριά μπροστά στη μάζα· κι αν δεν προσποιούνταν ότι ήταν οπαδοί του, πάντως κανένας δεν τολμούσε να ταχθεί εναντίον του. Τώρα όμως το πράγμα προχώρησε ακόμη παραπέρα. Τώρα έχουμε μαζικές απεργίες και συναδέλφωση στο μέτωπο. Θα ήταν πολύ μεγάλο λάθος να επιχειρήσει κανείς να κάνει προγνώσεις σχετικά μ’ αυτό, ότι όμως η συμπάθεια προς τη Διεθνή μεγαλώνει κι ότι αρχίζει επαναστατικός αναβρασμός στο γερμανικό στρατό, αυτό είναι πάντως γεγονός που δείχνει πως η επανάσταση εκεί ωριμάζει.

            Και τώρα ποια είναι τα καθήκοντα του επαναστατικού προλεταριάτου; Η κύρια έλλειψη και το κύριο λάθος όλων των συλλογισμών των σοσιαλιστών είναι ότι το ζήτημα τοποθετείται πολύ γενικά: πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ενώ πρέπει να μιλάμε για συγκεκριμένα βήματα και μέτρα. Ορισμένα από αυτά ωρίμασαν, άλλα όχι ακόμη. Ζούμε σήμερα μιά μεταβατική στιγμή. Είναι ολοφάνερο πως προωθήσαμε μορφές που δεν μοιάζουν με τις μορφές των αστικών κρατών: τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών αποτελούν μια τέτια μορφή που δεν υπάρχει ούτε υπήρξε σε κανένα άλλο κράτος. Είναι μια μορφή που αποτελεί τα πρώτα βήματα προς το σοσιαλισμό και είναι αναπόφευκτη στην αρχή της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτό είναι αποφασιστικό γεγονός. Η ρωσική επανάσταση δημιούργησε τα Σοβιέτ. Σε καμιά αστική χώρα του κόσμου δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν τέτιοι κρατικοί θεσμοί, και καμιά σοσιαλιστική εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει άλλη εξουσία εκτός από αυτήν. Τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών πρέπει να πάρουν την εξουσία όχι για τη δημιουργία μιας συνηθισμένης αστικής δημοκρατίας, ή για το άμεσο πέρασμα στο σοσιαλισμό. Αυτό δεν μπορεί να γίνει. Μα τότε για ποιο σκοπό; Πρέπει να πάρουν την εξουσία για να κάνουν τα πρώτα συγκεκριμένα βήματα προς το πέρασμα αυτό, βήματα που μπορούν και πρέπει να γίνουν. Ο φόβος είναι ο κύριος εχθρός από αυτή την άποψη. Πρέπει να λέμε στις μάζες πως τα βήματα αυτά πρέπει να τα κάνουμε τώρα, διαφορετικά η εξουσία των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών δεν θα έχει νόημα και δεν θα δόσει τίποτε στο λαό.

            Θα προσπαθήσω να δόσω απάντηση στο ερώτημα: ποια συγκεκριμένα βήματα μπορούμε να προτείνουμε στο λαό, χωρίς να έλθουμε σε αντίθεση με τις μαρξιστικές μας πεποιθήσεις.

            Για ποιο λόγο θέλουμε να περάσει η εξουσία στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών;

            Πρώτο μέτρο που πρέπει να εφαρμόσουν είναι η εθνικοποίηση της γης. Γι’ αυτή μιλούν όλοι οι λαοί. Λένε πως αυτό το μέτρο είναι το πιο ουτοπικό, ωστόσο όμως όλοι καταλήγουν σ’ αυτό, επειδή ακριβώς η γαιοκτησία στη Ρωσία είναι τόσο μπερδεμένη, που άλλη διέξοδος εκτός από το ξέφραγμα όλης της γης και της μετατροπής της σε κρατική ιδιοκτησία δεν υπάρχει. Πρέπει να καταργήσουμε την ατομική ιδιοκτησία στη γη. Αυτό είναι το καθήκον που ορθώνεται μπροστά μας, γιατί η πλειοψηφία του λαού είναι υπέρ αυτού του μέτρου. Γι’ αυτό μας χρειάζονται τα Σοβιέτ. Αυτό το μέτρο είναι αδύνατο να εφαρμοστεί με την παλιά κρατική υπαλληλία.

            Δεύτερο μέτρο. Δεν μπορούμε να είμαστε υπέρ της «εισαγωγής» του σοσιαλισμού, αυτό θα ήταν πολύ μεγάλη ανοησία. Το σοσιαλισμό πρέπει να τον προπαγανδίζουμε. Η πλειοψηφία του πληθυσμού στη Ρωσία είναι αγρότες, μικροϊδιοκτήτες που δεν μπορούν ούτε να σκέπτονται για σοσιαλισμό. Τι αντίρηση όμως θα μπορούσαν να έχουν να υπάρχει στο κάθε χωριό μιά τράπεζα που θα τους δόσει τη δυνατότητα να καλυτερεύσουν το νοικοκυριό τους; Σ’ αυτό δεν μπορούν να έχουν καμιά αντίρηση. Εμείς πρέπει να προπαγανδίζουμε στους αγρότες αυτά τα πρακτικά μέτρα και να δυναμώσουμε σ’ αυτούς τη συναίσθηση της αναγκαιότητάς τους.

            Άλλο πράγμα είναι το συνδικάτο των ζαχαροβιομηχάνων, αυτό είναι γεγονός. Εδώ η πρότασή μας πρέπει να είναι άμεσα πρακτική: αυτά τα συνδικάτα που έχουν πια ωριμάσει πρέπει να μετατραπούν σε ιδιοκτησία του κράτους. Αν τα Σοβιέτ θέλουν να πάρουν την εξουσία, το θέλουν μόνο και μόνο για τέτιους σκοπούς. Άλλο λόγο δεν έχουν να την πάρουν. Το ζήτημα μπαίνει έτσι: είτε τα Σοβιέτ θα αναπτυχθούν παραπέρα, είτε θα βρουν άδοξο θάνατο, όπως έγινε με την Κομμούνα του Παρισιού. Αν υπάρχει η ανάγκη μιας αστικής δημοκρατίας αυτό μπορούν να το κάνουν και οι καντέτοι.

            Τελειώνοντας, θα αναφερθώ σ’ ένα λόγο που μου προξένησε την πιο μεγάλη εντύπωση. Ένας ανθρακωρύχος έβγαλε ένα θαυμάσιο λόγο, όπου, χωρίς να χρησιμοποιήσει ούτε μιά λέξη από τα βιβλία, εξιστόρησε πως έκαναν την επανάσταση. Το ζήτημα που τους απασχολούσε δεν ήταν, αν θα έχουν ή όχι πρόεδρο της δημοκρατίας, αλλά τους ενδιέφερε τούτο το ζήτημα: όταν πήραν τα ανθρακωρυχεία, έπρεπε να διαφυλάξουν τα εργαλεία για να μη σταματήσει η παραγωγή. Ύστερα πρόβαλε το ζήτημα του ψωμιού που τους έλειπε και συμφώνησαν πως θα το προμηθευτούν. Να, αυτό είναι αληθινό πρόγραμμα επανάστασης, που δεν το έβγαλαν από τα βιβλία. Να, αυτή είναι η αληθινή κατάκτηση της τοπικής εξουσίας.

            Η αστική τάξη πουθενά δεν έχει οργανωθεί όπως στην Πετρούπολη, οι καπιταλιστές κρατούν εδώ στα χέρια τους την εξουσία , ενώ στην ύπαιθρο οι αγρότες, χωρίς να βάζουν μπροστά τους κανενός είδους σοσιαλιστικά σχέδια, παίρνουν καθαρά πρακτικά μέτρα. Νομίζω πως αυτό το πρόγραμμα του επαναστατικού κινήματος είναι το μόνο που δείχνει σωστά τον αληθινό δρόμο της επανάστασης. Έχουμε τη γνώμη πως στα μέτρα αυτά πρέπει να προχωρούμε με τη μεγαλύτερη περίσκεψη και προσοχή, όμως μόνο αυτά πρέπει να εφαρμόζουμε, μόνο απ’ αυτή την πλευρά πρέπει να κοιτάζουμε μπροστά, διαφορετικά δεν υπάρχει διέξοδος. Διαφορετικά τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών θα διαλυθούν και θα βρουν άδοξο θάνατο, ενώ αν η εξουσία περάσει πραγματικά στα χέρια του επαναστατικού προλεταριάτου, αυτό θα γίνει μόνο για να τραβήξουμε μπροστά. Και να τραβήξεις μπροστά θα πει να κάνεις συγκεκριμένα βήματα και να εξασφαλίσεις όχι μόνο στα λόγια την έξοδο από τον πόλεμο. Η πλήρης επιτυχία αυτών των βημάτων είναι δυνατή μόνο σε συνθήκες παγκόσμιας επανάστασης, σε περίπτωση που η επανάσταση θα πνίξει τον πόλεμο και οι εργάτες όλων των χωρών θα την υποστηρίξουν, γι’ αυτό η κατάληψη της εξουσίας είναι το μοναδικό συγκεκριμένο μέτρο, η μοναδική διέξοδος.

Παραπομπή* Για περισσότερες λεπτομέρειες για την Έβδομη Συνδιάσκεψη βλ. (παρ. 144) σελ. 559, Άπαντα, Τόμος 31.
Παραπομπή** (παρ. 145) σελ. 562, στο ίδιο.
Παραπομπή*** Βλ. σελ. 293 - 296, στο ίδιο.
Παραπομπή****(παρ. 146) σελ. 562, στο ίδιο.
Παραπομπή*****(παρ. 147 ) σελ.562, στο ίδιο.    


Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1921                                                                 
στα Άπαντα του Ν. Λένιν (Β. Ουλιάνοφ), 
τόμ. XIV, μέρος   ΙΙ 

Δημοσιεύτηκε σύμφωνα με το 
δακτυλογραφημένο αντίγραφο
των πρακτικών


2
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ
            Ο σ. Λένιν έκανε εισήγηση για την τρέχουσα στιγμή. Αφού ο εισηγητής σκιαγράφησε τη θέση του Κόμματος πάνω στο ζήτημα της δυαδικής εξουσίας, τονίζοντας ότι οι μορφές της ταξικής πάλης αλλάζουν ανάλογα με τις αντικειμενικές συνθήκες, ότι η νίκη του ένοπλου λαού κατά του τσαρισμού και η εγκαθίδρυση -- αυτόβουλα -- της πιο πλήρους πολιτικής ελευθερίας έκαναν περιττή και μάλιστα επιζήμια άλλου είδους πάλη κατά των ταξικών εχθρών του προλεταριάτου, εκτός από την πάλη με τη βοήθεια της πολιτικής διαπαιδαγώγησης και της σοσιαλιστικής διαφώτισης των μαζών (εννοείται, εφόσον οι καπιταλιστές οι ίδιοι δεν καταφεύγουν στη βία κατά της πλειοψηφίας), πέρασε στην εξέταση της αντικειμενικής κατάστασης που δημιούργησε ο πόλεμος σε μας και στη Δύση.

            Όλη η ανθρωπότητα τυλίχτηκε μέσα σ’ ένα αιματηρό κουβάρι και δεν υπάρχει διέξοδος για έναν - έναν χωριστά. Είναι αδύνατο να μπει τέλος στον πόλεμο με τη μονόπλευρη άρνηση συνέχισης του πολέμου από μέρους των στρατιωτών και μιας οποιασδήποτε από τις εμπόλεμες πλευρές. Η διέξοδος βρίσκεται στο πέρασμα της εξουσίας από τα χέρια της ιμπεριαλιστικής τάξης στα χέρια του προλεταριάτου και των προσκείμενων προς αυτό ως προς την ταξική τους κατάσταση μισοπρολεταριακών στρωμάτων.

            Τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, που όλο και πιο πολύ απλώνουν το δίχτυ τους σε όλη τη Ρωσία, αποτελούν μια νέα ιδιόμορφη οργάνωση κρατικής εξουσίας, τουλάχιστον σε εμβρυώδη κατάσταση. Οι οργανώσεις αυτές διαφέρουν ουσιαστικά απ’ όλες που υπήρχαν μέχρι τώρα και σε καμιά περίπτωση δεν είναι κατάλληλες για την εγκατάσταση αστικών θεσμών, για την εγκαθίδρυση αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με μόνιμο στρατό, αστυνομία και δημόσιους υπάλληλους.

            Τώρα η εξουσία βρίσκεται άμεσα στα χέρια του οργανωμένου και ένοπλου λαού. Τα όργανα δύναμης είναι στη διάθεση της πλειοψηφίας. Η κυβέρνηση κρατιέται, επειδή η πλειοψηφία αυτή διάκειται προς την κυβέρνηση με ανεπίγνωστη ευπιστία. Γι’ αυτό καθήκον της στιγμής είναι η διαφωτιστική δουλιά, η εξήγηση ότι είναι απαραίτητο να περάσει η εξουσία στα χέρια της επαναστατικής τάξης, είναι η προσέλκυση των μαζών με το μέρος της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας.

            Αν τα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και εργατών γης βουλευτών γίνουν εξουσία, αυτά θα αρχίσουν να τη χρησιμοποιούν εντελώς διαφορετικά απ’ ότι αυτή χρησιμοποιείται από τις κυρίαρχες τάξεις. Είναι αναπόφευκτο το πέρασμα σε συγκεκριμένα μέτρα που έχουν προετοιμαστεί από την ανάπτυξη του καπιταλισμού και που αντιστοιχούν στα συμφέροντα της πλειοψηφίας του πληθυσμού στη Ρωσία όπου η μικροαστική τάξη έχει συντριπτική πλειοψηφία.

            Η σοσιαλιστική επανάσταση που αναπτύσσεται στη Δύση, στη Ρωσία δεν μπήκε άμεσα στην ημερήσια διάταξη, όμως εμείς ήδη μπήκαμε στη μεταβατική περίοδο που οδηγεί σ’ αυτή την κατάσταση. Τα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών κ.α. βουλευτών είναι εκείνη η οργάνωση εξουσίας με την οποία θα έχει να κάνει η σοσιαλιστική επανάσταση. Τίποτε το παρόμοιο δεν υπάρχει στη Δύση.

            Από εδώ απορέει το καθήκον ενίσχυσής τους. Από εδώ απορέουν τα συγκεκριμένα καθήκοντα του Σοβιέτ των εργατών κ.α. βουλευτών: 1) εθνικοποίηση της γης (αφαίρεση από την ατομική ιδιοκτησία του κυριότερου μέσου παραγωγής)-- αυτό απαιτούν οι αγρότες, 2) συγχώνευση των ιδιωτικών τραπεζών σε μια γενική κρατική, εθνικοποίηση των ενωμένων σε συνδικάτα κλάδων οικονομίας, 3) εφαρμογή της γενικής υποχρεωτικής εργασίας.

            Αν τα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών, αγροτών και εργατών γης βουλευτών αρνηθούν να εκπληρώσουν τα καθήκοντα αυτά, τότε η πτώση τους είναι αναπόφευκτη. Θα έχουν την τύχη που είχαν μια σειρά θεσμοί που πρόβαλαν οι αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα: αυτά ή απλώς θα τα διαλύσουν ή θα τα εκδιώξουν ή μόνα τους θα ξεχαρβαλωθούν, χωρίς να μπορέσουν να λύσουν τα καθήκοντα που έβαλε μπροστά τους η ίδια η επανάσταση (το παράδειγμα της Κομμούνας). Υπάρχουν μόνο δυό δρόμοι: εμπρός για αποφασιστικά οικονομικά και πολιτικά μέτρα ή προς τα πίσω -- προς την ανυπαρξία. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

«Πράβντα», αρ. φύλ. 40, 
8 του Μάη (25 του Απρίλη) 1917.

Δημοσιεύεται σύμφωνα με το 
κείμενο της εφημερίδας «Πράβντα».

3
ΤΕΛΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ
24 ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ (7 ΤΟΥ ΜΑΗ)

            Ο σ. Κάμενεφ παίζει αριστοτεχνικά το βιολί του τυχοδιωκτισμού. Είναι απαραίτητο να σταθούμε σ’ αυτό. Ο σ. Κάμενεφ πιστεύει και ισχυρίζεται ότι εμείς ταλαντευτήκαμε, παίρνοντας θέση ενάντια στο σύνθημα «κάτω η Προσωρινή κυβέρνηση». Είμαι σύμφωνος μαζί του: ταλαντεύσεις από τη γραμμή της επαναστατικής πολιτικής υπήρξαν, φυσικά, και τις ταλαντεύσεις αυτές πρέπει να τις αποφύγουμε. Νομίζω πως οι διαφωνίες μας με τον σ. Κάμενεφ δεν είναι πολύ μεγάλες, γιατί, ενώ παίρνει άλλη θέση, συμφωνεί μαζί μας. Που βρισκόταν ο τυχοδιωκτισμός μας;  Στην απόπειρα να καταφύγουμε σε μέτρα βίας. Δεν ξέραμε, αν σ’ αυτή τη ταραχώδη στιγμή η μάζα έκλινε πολύ προς το μέρος μας , γιατί, αν έκλινε πολύ, το ζήτημα θα ήταν διαφορετικό. Εμείς ρίξαμε το σύνθημα των ειρηνικών διαδηλώσεων, μερικοί όμως σύντροφοι από την Επιτροπή Πετρούπολης έριξαν άλλο σύνθημα, που εμείς το καταδικάσαμε, αλλά δεν κατορθώσαμε να το αποσύρουμε και η μάζα ακολούθησε το σύνθημα της ΕΠ. Εμείς λέμε πως το σύνθημα «κάτω η Προσωρινή κυβέρνηση» είναι τυχοδιωκτικό, πως στην τωρινή στιγμή δεν μπορούμε να ανατρέψουμε την κυβέρνηση, γι’ αυτό ρίξαμε το σύνθημα των ειρηνικών διαδηλώσεων. Εμείς θέλαμε να κάνουμε μόνο μιά ειρηνική αναγνώριση των δυνάμεων του εχθρού, αλλά χωρίς να δόσουμε μάχη*, ενώ η ΕΠ τράβηξε λιγάκι αριστερότερα, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση είναι, φυσικά, πολύ μεγάλο έγκλημα. Ο οργανωτικός μηχανισμός μας αποδείχτηκε πως δεν είναι γερός: δεν εφαρμόζουν όλοι τις αποφάσεις μας. Μαζί με το σωστό σύνθημα: «ζήτω τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών!» ρίχτηκε και το λαθεμένο σύνθημα: «κάτω η Προσωρινή κυβέρνηση». Το να τραβήξουμε την ώρα της δράσης «λιγάκι αριστερότερα» ήταν άτοπο. Εμείς το θεωρούμε αυτό πολύ μεγάλο έγκλημα, αποδιοργάνωση. Δεν θα μέναμε ούτε ένα λεπτό στην ΚΕ, αν συνειδητά επιτρέπαμε αυτή την ενέργεια. Αυτό έγινε από ατέλεια του οργανωτικού μας μηχανισμού. Μάλιστα, είχαμε ελλείψεις στην οργάνωση. Μπήκε ζήτημα βελτίωσης της οργάνωσης.

            Οι μενσεβίκοι και Σία πιπιλίζουν τη λέξη «τυχοδιωκτισμός, αλλά αυτοί είναι που δεν είχαν, πραγματικά, ούτε οργάνωση, ούτε γραμμή. Εμείς έχουμε οργάνωση, έχουμε και γραμμή.

            Εκείνη τη στιγμή η αστική τάξη είχε επιστρατεύσει όλες της τις δυνάμεις, το κέντρο κρυβόταν, κι εμείς οργανώναμε ειρηνική διαδήλωση. Μόνο εμείς είχαμε πολιτική γραμμή. Έγιναν λάθη; Μάλιστα, έγιναν. Δεν κάνει λάθη μόνο όποιος μένει αδρανής. Και το να οργανωθείς καλά είναι δύσκολη δουλιά.

            Τώρα σχετικά με τον έλεγχο.
            Με τον σ. Κάμενεφ συμφωνούμε σε όλα εκτός από το ζήτημα του ελέγχου. Αυτός βλέπει τον έλεγχο σαν μιά πολιτική πράξη. Υποκειμενικά όμως με τη λέξη αυτή καταλαβαίνει κάτι καλύτερο από τον Τσχεΐτζε και τους άλλους. Εμείς δεν είμαστε υπέρ του ελέγχου. Μας λένε: απομονωθήκατε, ξεστομίσατε τρομερές λέξεις για κομμουνισμό και τρομάξατε τόσο πολύ τον αστό, που τον έπιασαν σπασμοί… Έστω!.. Δεν είναι όμως αυτό που μας απομόνωσε. Μας απομόνωσε το ζήτημα του δανείου, να τι μας οδήγησε στην απομόνωση. Να σε ποιο ζήτημα βρεθήκαμε μειοψηφία. Μάλιστα, είμαστε μειοψηφία. Και τι μ’ αυτό! Σ’ αυτή την περίοδο της σωβινιστικής μέθης το να είσαι σοσιαλιστής, σημαίνει ότι είσαι μειοψηφία, και το να είσαι πλειοψηφία, σημαίνει ότι είσαι σωβινιστής. Σήμερα ο αγρότης μαζί με τον Μιλιουκόφ χτυπάνε το σοσιαλισμό με το δάνειο. Ο αγρότης ακολουθεί τον Μιλιουκόφ και τον Γκουτσκόφ. Αυτό είναι γεγονός. Η αστικοδημοκρατική δικτατορία της αγροτιάς είναι παλιός τύπος.

            Για να σπρώξουμε την αγροτιά στην επανάσταση, πρέπει να ξεχωρίσουμε το προλεταριάτο, να χωρίσουμε το προλεταριακό κόμμα, γιατί η αγροτιά κρατάει σωβινιστική στάση. Το να προσελκύσουμε σήμερα το μουζίκο σημαίνει να παραδοθούμε στο έλεος του Μιλιουκόφ.

            Την Προσωρινή κυβέρνηση πρέπει να την ανατρέψουμε, όχι όμως τώρα και όχι με το συνηθισμένο τρόπο. Είμαστε σύμφωνοι με τον σ. Κάμενεφ. Πρέπει όμως να κάνουμε διαφώτιση. Να, σ’ αυτή τη λέξη κόλλησε ο σ. Κάμενεφ. Παρόλα αυτά είναι το μοναδικό που μπορούμε να κάνουμε.

            Ο σ. Ρίκοφ λέει πως ο σοσιαλισμός πρέπει να έλθει από άλλες χώρες με πιο αναπτυγμένη βιομηχανία. Αυτό όμως δεν είναι σωστό. Δεν μπορούμε να πούμε ποιος θ’ αρχίσει και ποιος θα τελειώσει. Αυτό δεν είναι μαρξισμός, αλλά παρωδία μαρξισμού.

            Ο Μάρξ είπε πως η Γαλλία θ’ αρχίσει και ο γερμανός θ’ αποτελειώσει. Μα να που το ρωσικό προλεταριάτο πέτυχε περισσότερα από κάθε άλλον.

            Αν βέβαια λέγαμε: «χωρίς τσάρο, και δικτατορία του προλεταριάτου», τότε μάλιστα, αυτό θα ήταν πήδημα πάνω από τους μικροαστούς. Εμείς όμως λέμε: βοήθα την επανάσταση μέσω του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών. Δεν επιτρέπεται να κατρακυλήσουμε στο ρεφορμισμό. Εμείς κάνουμε αγώνα όχι για να βγούμε νικημένοι, αλλά για να βγούμε νικητές, και στη χειρότερη περίπτωση υπολογίζουμε σε μιά μερική επιτυχία. Αν υποστούμε ήττα, θα κερδίσουμε ωστόσο μια μερική επιτυχία. Αυτή θα είναι οι μεταρυθμίσεις. Οι μεταρυθμίσεις είναι βοηθητικό μέσο για την ταξική πάλη.

            Σε συνέχεια ο σ. Ρίκοφ λέει πως ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν υπάρχει ματαβατική περίοδος. Αυτό δεν είναι σωστό. Είναι ρήξη με το μαρξισμό.

            Η γραμμή που χαράξαμε είναι σωστή, και στο μέλλον θα πάρουμε όλα τα μέτρα για να πετύχουμε μιά τέτια οργάνωση, ώστε να μην υπάρχουν μέλη της Επιτροπής Πετρούπολης που να μην ακούνε την ΚΕ. Αναπτυσσόμαστε όπως ταιριάζει σε ένα αληθινό κόμμα.
Παραπομπή* Βλ. σελ. 562 Άπαντα Τόμος 31 (Παρ. 148).


Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1921
στα Άπαντα του Ν. Λένιν (Β. Ουλιάνοφ), τόμ. XIV, μέρος   ΙΙ.

Δημοσιεύεται σύμφωνα με το
δακτυλογραφημένο αντίγραφο των πρακτικών.
Περισσότερα... "

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Η απάντηση της «Νέας Σποράς» στην ηγεσία του Κόμματος σχετικά με το Πρόγραμμα Γ’ Μέρος (τελευταίο)

9. Η ηγεσία του Κόμματος αποκαλύπτεται

Η ηγεσία του Κόμματος μας αποδίδει την αβάσιμη κατηγορία ότι «ακυρώνουμε το πρόγραμμα του Κόμματος και τη στρατηγική του». Για να έχει άμεσα υπόψη του ο αναγνώστης την κατηγορία που διατυπώνεται σε βάρος μας, την παραθέτουμε: «Η διαστρέβλωση που γίνεται και στο ίδιο το 15ο Συνέδριο και στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ από τη συγκεκριμένη αρθρογραφία, προκειμένου να στηριχτεί η άποψη ότι το ΚΚΕ έπρεπε προεκλογικά να διεκδικήσει και να αντιπαραθέσει μιά κυβέρνηση του ΑΑΔ Μετώπου ως φιλολαϊκή διέξοδο και όχι την εργατική λαϊκή εξουσία, είναι υπονόμευση του Προγράμματος του Κόμματος. Και η θέση τους για διεκδίκηση από το ΚΚΕ «κυβέρνησης του ΑΑΔ Μετώπου», και κάλεσμα της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων να συσπειρωθούν σ' αυτήν ως φιλολαϊκή διέξοδο ακυρώνει τη στρατηγική του ΚΚΕ».

Ουσιαστικά, από την απάντηση της ηγεσίας του Κόμματος στη «Νέα Σπορά», διαπιστώνεται ότι η πρόταση για κυβέρνηση του ΑΑΔΜ υπονομεύει το πρόγραμμα του Κόμματος και κατ’ επέκταση την εργατική λαϊκή εξουσία. Για μας αυτή και μόνο η τοποθέτηση, που αντιπαραθέτει την κυβέρνηση του ΑΑΔΜ στην εργατική λαϊκή εξουσία, αποτελεί ένα πολύ ισχυρό τεκμήριο, που μας παρέχει το επιχείρημα για να υποστηρίξουμε την άποψη ότι η ηγεσία του Κόμματος με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο ακυρώνει το πρόγραμμα του Κόμματος και τη στρατηγική του.

Το παραπάνω απόσπασμα δίνει απάντηση στη θέση που περιέχεται στην πρώτη Δήλωση που καταθέσαμε δημόσια, που θα μας επιτραπεί, και με τον κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί, να τη θυμίσουμε για άλλη μια φορά (και για να έχει πλήρη εικόνα ο αναγνώστης της αντιστοιχίας των θέσεων): «Σε μια εποχή που οι προβλέψεις και οι πρόνοιες του 15ου Συνεδρίου δικαιώθηκαν περίτρανα, η ηγεσία του κόμματος εγκατέλειψε την προσπάθεια να εφαρμόσει τη βασική του πρόταση, στο πνεύμα της σύγχρονης περιόδου που διανύουμε, προωθώντας τη δημιουργία του Αντιμονοπωλιακού Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου, που θα διεκδικούσε και τη διακυβέρνηση της χώρας, με τη δημιουργία αντίστοιχης κυβέρνησης, που θα έκφραζε και θα στηριζόταν στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού, στη νεολαία και τη διανόηση της χώρας μας, που θα συνένωνε αρμονικά την πάλη των εργαζομένων για τα άμεσα προβλήματά τους με την προοπτική του σοσιαλισμού».

Είναι φανερό ότι από τη θέση που παίρνει η ηγεσία του Κόμματος, μπροστά στις εκλογές και όχι μόνο, έσβησε από το χάρτη της την πρόταση του 15ου Συνεδρίου και πρότεινε εργατική λαϊκή εξουσία και, κατά προέκταση, τη μόνη κυβέρνηση που αντιστοιχεί σ’ αυτήν, τη σοσιαλιστική κυβέρνηση. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η άρνησή της στη δυνατότητα του ΑΑΔΜ να έχει τη δικιά του κυβέρνηση, έτσι όπως προβλέπει και το πρόγραμμα του Κόμματος.

Το ζήτημα αυτό μπορούμε να το δούμε και από μια άλλη αποκαλυπτική σκοπιά: Η ηγεσία του Κόμματος αρνείται το χαρακτήρα του ΑΑΔΜ, έτσι όπως τον καθορίζει το 15ο Συνέδριο, αφού αρνείται στο ΑΑΔΜ τη δυνατότητα - υποχρέωση να συγκροτήσει κυβέρνηση και αφού κανένα Μέτωπο δεν συγκροτείται για να μείνει στην Ιστορία απλώς ως Μέτωπο και χωρίς να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία και τη συγκρότηση κυβέρνησης. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο αντιπαραθέτει την κυβέρνηση του ΑΑΔΜ στην εργατική λαϊκή εξουσία και ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση του ΑΑΔΜ υπονομεύει τη στρατηγική του Κόμματος, η οποία εξασφαλίζεται και υλοποιείται από τη δικιά της πρόταση για την εργατική λαϊκή εξουσία.

Η ηγεσία του Κόμματος, δηλαδή, αν πάρουμε υπόψη συνολικά την απάντηση που έδωσε στη «Νέα Σπορά», δεν αρνείται την αναγκαιότητα συγκρότησης του Μετώπου γενικά, αλλά αρνείται τη συγκρότηση του συγκεκριμένου Μετώπου, του ΑΑΔΜ, ειδικά, αφού θεωρεί ότι υπονομεύει τη στρατηγική του. Και μάλιστα το αρνείται σε ώρα μάχης, μπροστά στις πιο κρίσιμες εκλογές για το κόμμα, που θα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο ως προς την αποδοχή εκ μέρους των εργαζομένων της πρότασης που κατέθεσε.

10. Τι προβλέπει το Πρόγραμμα του Κόμματος

Τι προβλέπει το πρόγραμμα του Κόμματος; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για να διευκρινιστεί πλήρως η βάση της άρνησης του προγράμματος του Κόμματος από την πλευρά της ηγεσίας. Στο κεφάλαιο «Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ» με υπότιτλο «Το αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό μέτωπο πάλης και το πέρασμα στο σοσιαλισμό» κατατίθενται οι παρακάτω εκτιμήσεις - θέσεις:

10.1 Ως προς τον χαρακτήρα της εποχής κατατίθεται η εκτίμηση - θέση ότι: «Στην εποχή μας, εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η πάλη των τάξεων κατευθύνεται στη λύση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας. Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική» (Ντοκουμέντα, 15ο Συνέδριο, σελ 113).

Αυτό που έχει σημασία στην παραπάνω παράγραφο είναι να κρατήσουμε ότι «η πάλη των τάξεων κατευθύνεται στη λύση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας». Επομένως το πρόγραμμα του κόμματος μας μιλάει για μια πορεία που θα κατευθύνεται προς την επίλυση της βασικής αντίθεσης, προς το σοσιαλισμό. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, γιατί, αν και οι αντικειμενικές συνθήκες, οι υλικοί όροι είναι ώριμοι για το πέρασμα και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, οι υποκειμενικές συνθήκες δεν έχουν ωριμάσει ακόμη, γεγονός που επιβάλλει συγκεκριμένα καθήκοντα από την άποψη της τακτικής που θα βοηθήσουν στην ωρίμανσή τους.

10.2 Το πρόγραμμα του κόμματος ορίζει με σαφήνεια και τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης: «Κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης θα είναι η εργατική τάξη ως ηγετική δύναμη, οι μισοπρολετάριοι, η φτωχή αγροτιά και τα πιο καταπιεσμένα λαϊκά μικροαστικά στρώματα της πόλης. Η νεολαία θα παίξει δραστήριο ρόλο στον αγώνα για το σοσιαλισμό και την οικοδόμησή του. Το ΚΚΕ επιδιώκει να πείσει και άλλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους δεν υπηρετούνται με τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος. Ότι πρέπει να σταθούν στο πλευρό των δυνάμεων που παλεύουν για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» (Στο ίδιο, σελ. 113 - 114).

10.3 Στη συνέχεια, όμως, το πρόγραμμα του Κόμματος ορίζει και τις κοινωνικές δυνάμεις που συγκροτούν το ΑΑΔΜ: «Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο πάλης εκφράζει αντικειμενικά μια ευρύτερη κοινωνική βάση, τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, που δέχεται τις συνέπειες από τη δράση των πολυεθνικών και από τη συμμετοχή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς: Τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης αγροτιάς, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, των κοινωνικών κινημάτων που αγωνίζονται για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για την απόκρουση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων σε βάρος των λαών και της ειρήνης. Συσπειρώνει τους εργαζομένους στον τομέα του πολιτισμού και της επιστήμης, που αντιστέκονται στην υποκουλτούρα, στην εμπορευματοποίηση και στη χειραγώγηση» (Στο ίδιο, σελ. 115)

Με δυο λόγια. Οι κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης και οι κοινωνικές δυνάμεις του ΑΑΔΜ είναι, σχεδόν, οι ίδιες και αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Από εδώ πηγάζει το συμπέρασμα ότι το ΑΑΔΜ είναι το μέσο συγκέντρωσης και ωρίμανσης των δυνάμεων εκείνων που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική επανάσταση, για την ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Το Μέτωπο, όμως, δεν μπορεί να μείνει μόνο ως τέτοιο αλλιώς δεν θα επιτελέσει το ρόλο του. Πρέπει να πάρει και την εξουσία και να δημιουργήσει κυβέρνηση.

10.4 Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και ο καταλυτικός ρόλος του ΚΚΕ, που το πρόγραμμα τον προβλέπει σαφώς:   «Αναδείχνεται πιο επιτακτικά η ανάγκη το ΚΚΕ με την πολιτική του να συμβάλει στη διαμόρφωση και ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα για τη σοσιαλιστική επανάσταση» (Στο ίδιο, σελ. 114).

10.5 Και ποια είναι αυτή η πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει το ΚΚΕ ώστε να βοηθήσει στην ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα; Είναι:  «Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δημοκρατική γραμμή πάλης (που - ΣΣ) συμβάλλει στη συσπείρωση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, στην αντίσταση, και υπεράσπιση των συμφερόντων του από την επιθετικότητα του μεγάλου κεφαλαίου. Είναι ο δρόμος που βοηθά να αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων, να γίνει η προσέγγιση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να πραγματοποιηθεί το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ο αγώνας αυτός συνδέεται περισσότερο και εντάσσεται οργανικά στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού. Περικλείει από τη φύση του ρήξεις που υπονομεύουν τα θεμέλια της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Δημιουργεί προϋποθέσεις για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της» (Στο ίδιο, σελ. 114 - 115).

10.6 Μ’ αυτήν την πολιτική κατεύθυνση και αναπτύσσοντας την πάλη για τα οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων και γενικότερα του ελληνικού λαού αρχίζει και η διαδικασία συγκρότησης του ΑΑΔΜ: «Η διαδικασία συγκρότησης του Μετώπου πραγματοποιείται στο έδαφος του αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα που απασχολούν το λαό και τη χώρα, της πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης με την ολιγαρχία του τόπου, τους πολύμορφους μηχανισμούς του κράτους της, με τις κυβερνήσεις και τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντά της ή συναινούν στην εξυπηρέτησή τους. Η δύναμη του Μετώπου βρίσκεται στον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης και του κόμματός της, στην ενότητα δράσης της, στη συμμαχία της με τα κοινωνικά στρώματα που παλεύουν σε αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση» (Στο ίδιο, σελ. 115 - 116).

10.7 Το πρόγραμμα του Κόμματος, όμως, ξεκαθαρίζει και το πώς θα συγκροτηθεί το ΑΑΔΜ. Και το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του, γιατί διευκρινίζεται και η εξ αρχής βάση πάνω στην οποία θα συγκροτηθεί το Μέτωπο, ο ρόλος του ΚΚΕ αλλά και οι στόχοι του: «Το Μέτωπο στην αρχική του φάση ξεκινά σαν συσπείρωση κυρίως κοινωνικών δυνάμεων γύρω από αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά αιτήματα και στόχους, από επιμέρους μέτωπα πάλης που κινητοποιούν διάφορα τμήματα των εργαζομένων προς ένα ενιαίο ισχυρό λαϊκό ρεύμα. Όσο περισσότερο αναπτύσσεται η ταξική πάλη, η οργάνωση και η πολιτική πείρα της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, όσο ενισχύεται η δύναμη του ΚΚΕ, τόσο θα αυξάνονται οι δυνατότητες το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο να προκαλεί αντίστοιχες αλλαγές στον πολιτικό συσχετισμό» (Στο ίδιο, σελ. 116).

10.8 Ειδικότερα, όμως, για το ΚΚΕ και τον πολιτικό του ρόλο το πρόγραμμα ξεκαθαρίζει και τη σχέση του Κόμματος με τα άλλα κόμματα, πάντα σε συνάρτηση με τη δημιουργία και την ανάπτυξη του ΑΑΔΜ: «Το ΚΚΕ επιδιώκει τη συνεργασία με πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται την αναγκαιότητα σύγκρουσης με τον ιμπεριαλισμό και τα πολυεθνικά μονοπώλια, υπερασπίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων, τη λαϊκή κυριαρχία και ανεξαρτησία της χώρας. Η συνεργασία μπορεί να εκφραστεί με τη μορφή συντονισμού, πολλαπλών συσπειρώσεων και κοινής δράσης για ορισμένα συγκεκριμένα προβλήματα, στα οποία διαπιστώνεται συμφωνία. Η εμπειρία της κοινής δράσης θα δείχνει κατά πόσο είναι δυνατή η διεύρυνσή της και η συνεργασία και σε άλλους αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς στόχους, κατά πόσο στη συνέχεια μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτική συμφωνία» (Στο ίδιο, σελ. 116).

10.9 Παραπέρα, συμπληρωματικά, το πρόγραμμα ξεκαθαρίζει και δύο άλλες πτυχές των πολιτικών συνεργασιών του ΚΚΕ. Με ποιο στόχο γίνονται αυτές οι πολιτικές συνεργασίες και που στηρίζονται: «Οι πολιτικές συνεργασίες για να σταθούν και να στερεωθούν ώστε να δώσουν ώθηση και πολιτικό δυναμισμό στο αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο πάλης, πρέπει να στηρίζονται σε υπαρκτές κοινωνικές διεργασίες και συσπειρώσεις, να αναπτύσσουν τη συμμαχία των κοινωνικών δυνάμεων. Να στηρίζονται στους αγώνες, να αναγνωρίζουν έμπρακτα τη δύναμη του λαϊκού κινήματος. Να αντιμετωπίζουν τα διασπαστικά και υπονομευτικά σχέδια της άρχουσας τάξης και των συμμάχων της». (Στο ίδιο σελ. 116).

Πρώτο γενικό συμπέρασμα

Το γενικό συμπέρασμα που μπορεί να εξάγει κανείς από τα παραπάνω είναι απόλυτα σαφές:
Το Μέτωπο, ως προς το χαρακτήρα του, είναι αντιιμπεριαλιστικό, γιατί στρέφεται ενάντια στον ιμπεριαλισμό, είναι αντιμονοπωλιακό, γιατί στρέφεται ενάντια στα μονοπώλια και την εξουσία τους, είναι δημοκρατικό, γιατί θα αγωνίζεται για αιτήματα δημοκρατίας που αρνείται η αστική τάξη να επιλύσει και γιατί η πάλη για τη δημοκρατία είναι συστατικό μέρος της πάλης για το σοσιαλισμό.

Το Μέτωπο είναι κοινωνικό, γιατί εκφράζει, συσπειρώνει και στηρίζεται στις πιο καταπιεσμένες τάξεις και κοινωνικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, πάνω απ’ όλα, όμως, συσπειρώνει και στηρίζεται στην εργατική τάξη, που είναι η πιο καταπιεσμένη και η πιο επαναστατική τάξη της εποχής.   

Παραπέρα, το Μέτωπο είναι εκτός από κοινωνικό και πολιτικό, γιατί εκφράζει, συσπειρώνει και στηρίζεται και σε πολιτικές δυνάμεις, που συμφωνούν στις προγραμματικές κατευθύνσεις και στους στόχους του ΑΑΔΜ, στη βάση των πραγματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπεί. Ενώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η πολιτική συμφωνία μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που θα συμμετέχουν και θα στηρίζουν το ΑΑΔΜ δεν θα είναι υποχρεωτικό να αφορά, ταυτόχρονα, και το ζήτημα του σοσιαλισμού, γεγονός που έχει διευκρινιστεί πολλές φορές από την πλευρά του Κόμματος. 

11. Το ΑΑΔΜ και το ζήτημα της εξουσίας

Έχει σημασία να εντοπίσουμε, στο αντίστοιχο κεφάλαιο του προγράμματος που διαπραγματεύεται το ζήτημα του Μετώπου και της εξουσίας, ότι ξεκινάει με τη διασάφηση πως στο ΑΑΔΜ συμμετέχουν «…δυνάμεις ανομοιογενείς,  από άποψη κοινωνικής θέσης και ιδεολογικοπολιτικής στάσης», γεγονός που αντανακλά και «διαφορετικές τάσεις, σε ότι αφορά την προοπτική και το σκοπό της αντιιμπεριαλιστικής, αντιμονοπωλιακής πάλης» (Στο ίδιο, σελ. 122).

Στα απλά ελληνικά τα παραπάνω σημαίνουν ότι δεν θα φτάσουν όλες οι δυνάμεις του ΑΑΔΜ στο σοσιαλισμό, γιατί η προοπτική της εργατικής τάξης και του ΚΚΕ είναι ο σοσιαλισμός. Ανεξάρτητα, όμως, από το εάν δεν θα φτάσουν όλες οι δυνάμεις του ΑΑΔΜ στο σοσιαλισμό, γεγονός που δεν είναι αναγκαίο να το προσδιορίσει κανείς εκ των προτέρων, η ανάπτυξη της αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής πάλης εκ των πραγμάτων θα φέρει το ΑΑΔΜ μπροστά στο ζήτημα της εξουσίας ή, για να το εκφράσουμε όπως ακριβώς το τοποθετεί αυτό το θέμα το πρόγραμμα του Κόμματος, «η ανάπτυξη των κοινωνικοπολιτικών αναμετρήσεων, των ταξικών συγκρούσεων, θα φέρνει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας».

Το καθήκον του ΚΚΕ, κατά το πρόγραμμα, είναι: «Το KKE κατευθύνει τη δράση του, ώστε η αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή πάλη να αναπτύσσεται και να βαθαίνει η αντικαπιταλιστική συνείδηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το ΚΚΕ σταθερά προσπαθεί να πείθει ότι δεν αρκεί να φύγουν τα αστικά κόμματα και οι σύμμαχοί τους από το τιμόνι της διακυβέρνησης. Πρέπει να ανατραπεί το αστικό κράτος και οι μηχανισμοί του. Να δημιουργηθεί μια νέα λαϊκή εξουσία, που δεν είναι άλλη από τη σοσιαλιστική» (Στο ίδιο, σελ. 122).

Το παραπάνω απόσπασμα τι ακριβώς μας διευκρινίζει; Μας διευκρινίζει ότι η ανάπτυξη της αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής πάλης (δηλαδή η πάλη του ΑΑΔΜ) θα μας φέρει μπροστά στο πρόβλημα της εξουσίας, αλλά, ταυτόχρονα, θα βαθαίνει και η κοινωνική και πολιτική συνείδηση των λαϊκών μαζών. Την πάλη αυτήν το ΚΚΕ θα την κατευθύνει «για να δημιουργηθεί μια νέα λαϊκή εξουσία, που δεν είναι άλλη από τη σοσιαλιστική». Και πως;

Στο πλαίσιο αυτής της πάλης και: «Σε συνθήκες κορύφωσης της ταξικής πάλης, επαναστατικής ανόδου του λαϊκού κινήματος, όταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση, ως όργανο λαϊκής εξουσίας, που έχει την έγκριση και τη συγκατάθεση του αγωνιζόμενου λαού, χωρίς γενικές εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται, ή θα τη χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της» (Στο ίδιο, σελ. 122 - 123).

Δεύτερο γενικό συμπέρασμα

Αυτό που διαπιστώνουμε, εν πρώτοις, είναι ότι το πρόγραμμα του Κόμματος κάνει λόγο για δημιουργία κυβέρνησης και δεν μιλάει για …ακυβερνησία και «ότι ο λαός δεν πρέπει να φοβάται την ακυβερνησία»!

Επομένως το Μέτωπο, μια και θα έρθει αντιμέτωπο με το πρόβλημα της εξουσίας, τη διεκδικεί και εφ’ όσον την κατακτήσει σχηματίζει κυβέρνηση.

Όπως γίνεται φανερό οι πολιτικές εξελίξεις που έχουν πραγματοποιηθεί εδώ και αρκετά χρόνια, πιο συγκεκριμένα, ιδιαίτερα μετά από το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008, δεν οδήγησαν ούτε στη δημιουργία του ΑΑΔΜ ούτε έφεραν το εργατικό κίνημα σε τέτοια θέση που να μπορεί να στηρίξει τα όσα προβλέπονται στο πρόγραμμα του Κόμματος, που με συγκεκριμένα αποσπάσματα εκθέσαμε. Κατά συνέπεια ούτε το ίδιο το Κόμμα ήταν σε θέση να υλοποιήσει τις αντίστοιχες επεξεργασίες του προγράμματος. Δεν μιλάμε για το εάν υπήρχαν οι δυνατότητες να βρεθούμε μπροστά σε μια διαφορετική πραγματικότητα από αυτή που βρισκόμαστε τώρα. Μιλάμε για την πραγματικότητα που βρισκόμαστε, ανεξάρτητα από τις ευθύνες του Κόμματος.
Άρα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούν στην κοινωνία είναι αδύνατη η δημιουργία σοσιαλιστικής κυβέρνησης.

Επομένως θα ήταν σαφώς απερίσκεπτο από την πλευρά της «Νέας Σποράς» να κατηγορήσει την ηγεσία του Κόμματος για κάτι το οποίο, πολύ φανερά, δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί. Και πράγματι δεν την κατηγορήσαμε γι αυτό για το οποίο μας δίνει απαντήσεις. Ούτε επαναστατική κατάσταση υπήρχε, ούτε το ΑΑΔΜ είχε δημιουργηθεί, ούτε το Κόμμα ήταν σε θέση να παίξει τον υψηλό καθοδηγητικό του ρόλο, ούτε το εργατικό και γενικότερο λαϊκό κίνημα ήταν σε θέση να επιβάλει σοσιαλιστική κυβέρνηση και χωρίς εκλογές. Κανένας από τους απαραίτητους παράγοντες δεν συνέτρεχε για να υλοποιηθούν οι όροι του προγράμματος που παραθέσαμε μέχρι τώρα. Ας δούμε, όμως, για ποιο πράγμα εγκαλέσαμε την ηγεσία του Κόμματος.

12. Η συνέχεια του προγράμματος για το ΑΑΔΜ και το ζήτημα της εξουσίας

Ωστόσο, το πρόγραμμα του Κόμματος στο ζήτημα του ΑΑΔΜ και της εξουσίας έχει και συνέχεια, η οποία δεν μπορεί να αποσιωπηθεί ή και να διαστρεβλωθεί, γιατί είναι απολύτως σαφής και ως πρόνοια και πρόβλεψη ήρθε να επαληθευτεί πλήρως μια και αντανακλά πραγματικές πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις του μόλις πρόσφατου παρελθόντος, τις οποίες με πολύ μεγάλη ένταση τις ζήσαμε όλοι μας.

Το πρόγραμμα προβλέπει περαιτέρω ότι: «Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα.
Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού, ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, στην εξάρτηση και τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης.

Το ΚΚΕ επιδιώκει μια τέτοια κυβέρνηση, με τη δράση της και τη γενικότερη λαϊκή παρέμβαση, να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας. Το διάστημα μέσα στο οποίο θα κριθεί αν η κυβέρνηση θα προχωρήσει προς τα εμπρός δε θα είναι μακρόχρονο. Η πείρα δείχνει ότι θα είναι βραχύχρονο. Αν οι εξελίξεις δεν πάρουν θετική πορεία, τότε η κυβέρνηση θα ανατραπεί, κάτω από την αντίδραση της κυρίαρχης τάξης και την ιμπεριαλιστική παρέμβαση. Η ανατροπή της δε σημαίνει υποχρεωτικά συνολικό πισωγύρισμα. Μπορεί να γίνει παράγοντας για να κατανοηθεί βαθύτερα η ανάγκη ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.

Σε κάθε περίπτωση ο αποφασιστικός παράγοντας θα είναι η ενότητα της εργατικής τάξης, η κατάκτηση του ηγετικού καθοδηγητικού ρόλου της, καθώς και του Κόμματός της, του ΚΚΕ, στο Μέτωπο» (Στο ίδιο, σελ. 123).

Το παραπάνω απόσπασμα που παραθέτουμε είναι τόσο ξεκάθαρο που δεν χρειάζεται κανένα σχολιασμό από την πλευρά μας. Το μόνο που χρειάζεται να διευκρινιστεί είναι αν η ηγεσία του Κόμματος θα μπορούσε, με βάση τις προβλέψεις και τις πρόνοιες που αναφέρονται στο συγκεκριμένο απόσπασμα του προγράμματος, να δώσει απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της χώρας, όχι μόνο ως του συγκεκριμένου κοινοβουλευτικού δρόμου υλοποίησης του προγράμματος αλλά και ως δρόμου που προσεγγίζει την επαναστατική διαδικασία με τη γενικότερη έννοια. Κι αυτό θα έπρεπε να το έχει κάνει ήδη από τον καιρό που ξέσπασε η οικονομική κρίση.

Και όταν λέμε «ως δρόμου που προσεγγίζει την επαναστατική διαδικασία» εννοούμε την ανάγκη προβολής της δημιουργίας του ΑΑΔΜ και της αντίστοιχης κυβέρνησης του ΑΑΔΜ, της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας εκ μέρους του ΑΑΔΜ, που θα είχε συγκεκριμένο χαρακτήρα, μια και οι κοινωνικές δυνάμεις του Μετώπου είναι σχεδόν ίδιες με τις κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης. Δηλαδή, ο χαρακτήρας της εξουσίας του ΑΑΔΜ θα ήταν δημοκρατικός, επαναστατικός και θα έκφραζε την εξουσία της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού.

Η απάντηση από την πλευρά μας είναι απολύτως καταφατική για τους παρακάτω λόγους:

Πρώτο, γιατί η οικονομική κρίση που ξέσπασε όξυνε στο έπακρο όλα τα προβλήματα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων γενικότερα. Παραπέρα οι εργαζόμενοι έχαναν κοινωνικές κατακτήσεις που είχαν κερδίσει τις προηγούμενες δεκαετίες με σκληρούς ακόμη και αιματηρούς αγώνες. Αυξανόταν θεαματικά η ανεργία, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Εμφανίστηκε ξανά έντονο κύμα μετανάστευσης, ιδιαίτερα των νέων επιστημόνων.

Δεύτερο, γιατί, ταυτόχρονα, σημειώθηκε η μεγαλύτερη καταστροφή στα μικροαστικά στρώματα στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, γεγονός που έφερνε πιο κοντά την κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με τα στρώματα αυτά.

Τρίτο, γιατί προχωρούσαν με πολύ γρήγορους ρυθμούς οι διαδικασίες απαξίωσης του δικομματισμού και του αστικού πολιτικού συστήματος συνολικά.

Τέταρτο, γιατί η άρχουσα τάξη άρχισε να στερεύει από λύσεις στο πολιτικό επίπεδο και αυτό φάνηκε και με τη δημιουργία της κυβέρνησης Λουκά Παπαδήμου.

Πέμπτο, γιατί η άρχουσα τάξη αντιμετώπιζε μεγάλα και πραγματικά οικονομικά προβλήματα, τα οποία όπως έχει δείξει η ζωή μέχρι τώρα δεν μπορεί να τα επιλύσει. Επομένως στη συνείδηση του ελληνικού λαού άρχισε να κάνει την εμφάνισή της η ανάγκη για «άλλη» λύση, ακαθόριστη, ασπόνδυλη, αδιαμόρφωτη αλλά πάντως δεν συμπεριελάμβανε τα κόμματα του δικομματισμού.

Έκτο, γιατί η κρίση είχε επηρεάσει πολύ σοβαρά την Ευρωπαϊκή Ένωση και της είχε εντείνει αποφασιστικά τις διαλυτικές της τάσεις. Κατ’ επέκταση δεν έπρεπε να παραμένει κανείς δέσμιος του γεγονότος ότι οι εργαζόμενοι και γενικότερα ο ελληνικός λαός δεν είχαν φτάσει να απορρίψουν συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπήρχε η αναγκαία βάση. Κι αυτή ήταν η απόρριψη, από την πλευρά του ελληνικού λαού, της οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ερχόταν μέσα από την απόρριψη των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων.

Έβδομο, γιατί η άρχουσα τάξη ήταν διασπασμένη μια και η ίδια είχε εισέλθει στη διαδικασία της καταστροφής της και λόγω της κρίσης και λόγω της ευρωενωσιακής οικονομικής πολιτικής.

Όγδοο, γιατί παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός δεν είχε φτάσει να απορρίψει συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, το όραμα, όμως, είχε αμαυρωθεί σημαντικά. Δηλαδή γινόταν κατανοητό ότι το συγκεκριμένο όραμα της συγκεκριμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν όραμα της άρχουσας τάξης και όχι όραμα των εργαζομένων.

Ένατο, γιατί ο ΣΥΝ - ΣΥΡΙΖΑ, υπό ορισμένη έννοια, ήταν μέρος του προβλήματος της οικονομικής και πολιτικής κρίσης εξ αιτίας του στρατηγικού του προσανατολισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Αλλά πρότεινε μια λύση που ήταν η απόρριψη των μνημονίων, που σε τελική ανάλυση του αναιρούσε την ίδια του τη στρατηγική.

Δέκατο, γιατί ο ελληνικός λαός πρόσβλεπε στο ΚΚΕ μια και είχε επαληθευτεί με την πολιτική του και τη στάση του για μια πολιτική της άρχουσας τάξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εφαρμοζόταν από βάθους χρόνου και επέφερε μόνο δεινά και συμφορές για τους εργαζόμενους και τη χώρα. Η άρχουσα τάξη ήταν μπροστά σε μια ήττα στρατηγικής σημασίας γι αυτήν. Για το λόγο αυτό τη μάχη την έδινε πάνω στη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ.

Ενδέκατο, γιατί, παρόλο που η άρχουσα τάξη έδινε μια μάχη στρατηγικής σημασίας η λύση που πρόσφερε ήταν αδιέξοδη και το ομολογούσε κι από πάνω. Δεν ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει τον ελληνικό λαό ότι τα μνημόνια θα μπορούσαν να οδηγήσουν την ελληνική οικονομία και τη χώρα σε έξοδο από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία. Και σε κάθε περίπτωση η κρίση θα ήταν μακροχρόνια και θα είχε πολλά θύματα. Αυτό ακριβώς το γεγονός αποκάλυπτε τη δύσκολη θέση που είχε περιέλθει η άρχουσα τάξη.

Δωδέκατο, γιατί το εργατικό κίνημα, αν και το ΚΚΕ επωμίζεται τις δικές του ευθύνες για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν αυτό, ανέβαινε σε αγωνιστικότητα και  είχε μπροστά του σαφώς πιο αγωνιστική προοπτική απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια.

Εκτός, όμως, από τους παραπάνω λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, πρέπει να προστεθούν άλλοι δύο λόγοι καίριας πολιτική σημασίας για τον ελληνικό λαό:

Πρώτο: Η αυτοακύρωση του αστικού κοινοβουλίου, που πραγματοποιήθηκε μέσα από την καταπάτηση στοιχειωδών αστικοδημοκρατικών διαδικασιών απ’ την ίδια την αστική τάξη της χώρας και τον ιμπεριαλισμό –ΔΝΤ-ΕΕ και τα αστικά κόμματα. Η άρνησή τους, σε πρώτο και προκλητικό βαθμό στην ίδια τη δημοκρατία τους και τη λειτουργία της, διά μέσου του τρόπου που εγκρίθηκαν τα δύο μνημόνια και οι αντίστοιχες δανειακές συμβάσεις, που προβλέπανε την αφαίρεση όλων των κοινωνικών κατακτήσεων των εργαζομένων και το δουλοπρεπές ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας.

Δεύτερο: Ο ρόλος και η παρουσία της τρόικας στη χώρα μας, η συμπεριφορά της οποίας, με τον πιο προκλητικό και ωμό τρόπο υπαγόρευαν εντολές προς ιθαγενείς και που αναδεικνύει την επιδείνωση των σχέσεων εξάρτησης, τα ζητήματα των κυριαρχικών δικαιωμάτων και σε τελική ανάλυση το ζήτημα της ίδιας της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας μας.

 Επομένως όλοι οι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι που είχαν δημιουργηθεί και είχε μπροστά της η ελληνική κοινωνία ευνοούσαν το ΚΚΕ, έφτανε αυτό να προβάλει την πρόταση του προγράμματος του Κόμματος για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο πάλης και την κυβέρνηση αυτού του Μετώπου. Πράγμα που δεν έκανε.

Εμείς, τελικά, από την πλευρά μας, δεν ζητήσαμε από την ηγεσία του Κόμματος να δεχτεί την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για «Αριστερή Κυβέρνηση». Ούτε ζητήσαμε να απευθυνθεί στον ΣΥΡΙΖΑ με βάση την πρόταση του προγράμματος του Κόμματος ή και να παζαρέψει ως προς την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ με την πρόταση του Κόμματος στο πλαίσιο της διερευνητικής διαδικασίας.

Ζητήσαμε μόνο και αποκλειστικά να προβάλει η ηγεσία του Κόμματος την πρόταση του προγράμματος του Κόμματος, γιατί τότε και μόνο τότε ο ελληνικός λαός θα είχε μπροστά του μια πραγματική λύση. Και το γεγονός αυτό θα άλλαζε τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης. Θα εξανάγκαζε και τον ΣΥΡΙΖΑ να τοποθετηθεί απέναντι στην πολιτική λύση που θα πρόβαλε το ΚΚΕ και κατ’ επέκταση να αποκαλυφτεί. Να αποκαλυφτεί και ως προς την ενότητα της Αριστεράς και ως προς την ίδια του την πολιτική. Και προπαντός, η προώθηση της πρότασης του προγράμματος δεν θα έδινε τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να προβάλλεται ως η αποκλειστική εναλλακτική λύση στο πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Κι αυτό το ζητήσαμε να γίνει, όταν και οι πιο αδαείς ακόμη για τα πολιτικά πράγματα της χώρας είχαν καταλάβει ότι ο δικομματισμός βρισκόταν μπροστά σε μία συντριβή του.

13. Τι μας απάντησε η ηγεσία του Κόμματος

Καταθέτουμε τις απαντήσεις που μας έδωσε η ηγεσία του Κόμματος:

1. «Το ΑΑΔ Μέτωπο ως συμμαχία συγκροτείται από τα κάτω, ως κοινωνική συμμαχία, της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων» («Ρ» 03/06/2012 σελ. 15). Είναι κραυγαλέο για να περάσει απαρατήρητο αλλά η ηγεσία του Κόμματος με αυτήν την τοποθέτηση άλλαξε το χαρακτήρα του ΑΑΔΜ ως κοινωνικοπολιτικού Μετώπου και το θεωρεί μόνο κοινωνικό Μέτωπο.

2. «Το ΑΑΔ Μέτωπο είναι η συμμαχία που δρα ως ένα ενιαίο ισχυρό λαϊκό ρεύμα για την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και το πέρασμα στο σοσιαλισμό» (Στο ίδιο). Δηλαδή, το ΑΑΔΜ δεν διεκδικεί την εξουσία αλλά χρησιμεύει μόνο και αποκλειστικά ως μοχλός για την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων.

3. «Το 15ο Συνέδριο δεν ταυτίζει το ΑΑΔ Μέτωπο με την κυβέρνηση των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων. Και σε κάθε περίπτωση, ο σχηματισμός κυβέρνησης της αριστεράς δεν έχει καμιά σχέση με την κυβέρνηση που περιγράφει το 15ο Συνέδριο» (Στο ίδιο). Εδώ ομολογείται ανοιχτά ότι το ΑΑΔΜ δεν αντιστοιχείται με κυβέρνηση του ΑΑΔΜ. Και φυσικά μια κυβέρνηση του ΑΑΔΜ δεν έχει καμιά σχέση με την κυβέρνηση που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ηγεσία του Κόμματος για να μας κατηγορήσει την επικαλείται και μας την αποδίδει  συνειδητά, ενώ από την πλευρά μας ούτε την επικαλεστήκαμε ούτε και θέλαμε να την επικαλεστούμε.

4. «Το ζήτημα της κυβέρνησης των αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων μπαίνει ως ενδεχόμενο, ότι μπορεί και να προκύψει και όχι ως διεκδίκηση του ΑΑΔ Μετώπου, πολύ περισσότερο του ΚΚΕ. Αλλωστε, αν το Πρόγραμμα του ΚΚΕ το τοποθετούσε όπως το βάζουν οι «όψιμοι υπερασπιστές του Προγράμματος», πολέμιοι του ΚΚΕ, είναι σαν το ΚΚΕ να αποδεχόταν ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό υπάρχει ενδιάμεσο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, αλλά τέτοιο δεν υπάρχει. Είναι σαν να έπρεπε στη στρατηγική του ΚΚΕ, να υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο και στόχος, η κυβέρνηση του ΑΑΔ Μετώπου, ανάμεσα στην εξουσία του κεφαλαίου και στην εργατική λαϊκή εξουσία» (Στο ίδιο).

Εδώ πλέον η ηγεσία του Κόμματος «παίζει τα ρέστα της». Αποκαλύπτεται ολοκληρωτικά. Μία σαφή και τεκμηριωμένη πρόβλεψη του προγράμματος του Κόμματος, που είναι οργανικό τμήμα του προγράμματος και που επαληθεύεται περίτρανα την παρουσιάζει, εκ των υστέρων και μετά από 16 χρόνια, ως ένα απλό «ενδεχόμενο»!!! Η ηγεσία του Κόμματος φαίνεται ότι ξεχνάει(;!) ότι αυτή η ίδια έχει γράψει το πρόγραμμα του Κόμματος και αυτή η ίδια έφερε αυτό το πρόγραμμα για έγκριση στο 15ο προγραμματικό Συνέδριο του ΚΚΕ. Και εγκρίθηκε.

Αλλά, στην έσχατη περίπτωση, και ως ένα απλό ενδεχόμενο να υπολάβει κανείς την πρόταση του 15ου Συνεδρίου, αφού η ίδια η ζωή την εμφάνισε κατά τρόπο καταλυτικό, γιατί η ηγεσία του Κόμματος την προσπέρασε με τόση βιασύνη και ευκολία; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Δεν την πίστευε! Αλλά τότε μπορεί να μας εξηγήσει, γιατί την περιέλαβε στο πρόγραμμα του Κόμματος; Με ποια σκοπιμότητα;

Παραπέρα. Η ηγεσία του Κόμματος δεν αποκαλύπτεται μόνο. Διαπράττει και μία απάτη που δεν την τιμά καθόλου. Εισάγει από το παράθυρο τη γνωστή άποψη περί ενδιάμεσου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό! Και μας την αποδίδει, με πρόσχημα τη θέση μας για τη σχετική πρόβλεψη του προγράμματος του Κόμματος. Και αυτή η απάτη είναι διπλή. Γιατί, από τη μια, μας αποδίδει μια θέση που κατ’ επανάληψη έχουμε απορρίψει, από την άλλη, χρησιμοποιεί αυτή τη θέση για να απορρίψει το πρόγραμμα του Κόμματος, που η ίδια προώθησε!   

Αλλά το σπουδαιότερο. Η ηγεσία του Κόμματος παρόλο που έχει υποπέσει σε κραυγαλέο θεωρητικό λάθος, που της το ανέτρεψε η ίδια η ζωή και εκλογικά με τιμωρητικό τρόπο, εξακολουθεί να επαναλαμβάνει τις ίδιες θεωρητικές αλχημείες. Φυσικά δεν υπάρχει ενδιάμεσος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Η θέση αυτή είναι ένα απαράδεκτο και ανήθικο κατασκεύασμα της ίδιας της ηγεσίας που μας το αποδίδει για να αποκρύψει τον πραγματικό λόγο που δεν προώθησε τη σχετική πρόβλεψη του προγράμματος. Και ο λόγος αυτός είναι πολύ συγκεκριμένος. Είναι η ύπαρξη της μεταβατικής περιόδου μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, που σαφώς δεν αντιστοιχεί σε έναν ιδιαίτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό αλλά αντιστοιχεί σε μια ενδιάμεση μορφή εξουσίας κατά την οποία θα κριθεί το «ποιος ποιον». Αυτή η εξουσία εκφράζει τις κοινωνικές δυνάμεις του ΑΑΔΜ, που, σημειωτέον, είναι σχεδόν οι ίδιες με τις κινητήριες κοινωνικές δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης.    

Και γιατί λέμε σχεδόν; Γιατί στις κοινωνικές δυνάμεις του ΑΑΔΜ το πρόγραμμα του Κόμματος περιλαμβάνει όλα τα μεσαία στρώματα. Ωστόσο στο ίδιο το πρόγραμμα του Κόμματος και στην αντίστοιχη παράγραφο για τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης αναφέρεται: «Το ΚΚΕ επιδιώκει να πείσει και άλλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους δεν υπηρετούνται με τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος. Ότι πρέπει να σταθούν στο πλευρό των δυνάμεων που παλεύουν για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Έστω και ουδετερότητα αυτών των στρωμάτων θα συμβάλει στο πέρασμα στο σοσιαλισμό. Η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης θα εξαλείψει τις αυταπάτες για τον καπιταλισμό και θα διαλύσει τις προκαταλήψεις για το σοσιαλισμό» (Ντοκουμέντα, 15ο Συνέδριο, σελ. 114).

Ύστερα από όλα όσα αναφέρθηκαν η ηγεσία του Κόμματος είναι παντελώς αδικαιολόγητη να αποποιείται το ίδιο της το πρόγραμμα, να αποποιείται τη δυνατότητα του ΑΑΔΜ να σχηματίσει κυβέρνηση, μπροστά στο φόβο της και την ανασφάλειά της μήπως και τυχόν η μεταβατική περίοδος εξουσίας του ΑΑΔΜ μεταβληθεί σε «στάδιο» της κοινωνικής εξέλιξης προς όφελος του καπιταλισμού.  Γι αυτό το λόγο κατά την προεκλογική περίοδο προτίμησε τη «σιγουριά» της εργατικής λαϊκής εξουσίας, που αποτιμήθηκε τελικά με το 4.5%.  Αλλά με αυτόν τον τρόπο πρέπει να καταλάβει η ηγεσία του Κόμματος ότι υπονομεύει και την υπόθεση του σοσιαλισμού. Και η ίδια η ζωή το απέδειξε, και απέδειξε και το πόσο δίκιο έχουμε.

5. «Ακόμη και στη στοχευμένα επικίνδυνη αντίληψη περί διεκδίκησης κυβέρνησης, προϋπόθεση είναι να υπάρχει το ΑΑΔ Μέτωπο, αλλά ακόμη δεν έχει συγκροτηθεί, βρίσκεται στα σπάργανα» («Ρ», 03/06/2012, σελ. 15). Εδώ θα ζητήσουμε συγγνώμη από τους αναγνώστες μας και να μας επιτραπεί να χαλαρώσουμε λίγο και να απαντήσουμε με το γνωστό ανέκδοτο του δολοφόνου πατροκτόνου, που παρουσιαζόταν ως ορφανός από πατέρα για να τον λυπηθούν οι δικαστές του! Δεν φτάνει που η ηγεσία του Κόμματος δεν έκανε τίποτα για τη δημιουργία του ΑΑΔΜ, τώρα, αιτιάται την έλλειψή του για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και, ταυτόχρονα, καταφεύγει να εξακολουθεί να υποστηρίζει τις ανυπόστατες κατηγορίες της αφού χαρακτηρίζει την πρόταση του 15ου Συνεδρίου που καταθέτουμε ως «στοχευμένα επικίνδυνη αντίληψη»! Και το 15ο Συνέδριο επικίνδυνο!!! Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα χρησιμοποιεί και για το εργατικό κίνημα.

6. «Το πρόγραμμα του ΚΚΕ, έχει εμπλουτιστεί από τα επόμενα Συνέδρια του Κόμματος, 16ο , 17ο , 18ο» (Στο ίδιο).  Για τη διαδικασία του προγραμματικού εμπλουτισμού έχουμε τοποθετηθεί κατ’ επανάληψη, τη θεωρούμε κομματικά αντικαταστατική και κατ’ επέκταση κομματικά παράνομη, δεδομένου πως κανένα από αυτά τα Συνέδρια δεν ήταν προγραμματικό και το πρόγραμμα του Κόμματος αλλάζει αποκλειστικά και μόνο με προγραμματικό Συνέδριο. Αλλά και στο επί της ουσίας θέμα ισχυριζόμαστε ότι όλες οι προγραμματικές προσθήκες δεν έκαναν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να αναιρούν το ίδιο το πρόγραμμα του Κόμματος.

Τελικό συμπέρασμα

Είναι φανερό, και νομίζουμε ότι το αποδείξαμε, ότι η ηγεσία του Κόμματος επιχειρεί, και με χοντροκομμένο τρόπο, μια άλλη ερμηνεία του προγράμματος του Κόμματος με μια αντίληψη που δεν εκφράζει την αντίληψη και την ουσία του προγράμματος. Η ηγεσία του Κόμματος άλλαξε το χαρακτήρα του Μετώπου από κοινωνικοπολιτικό και το έκανε κοινωνικό (σε ορισμένες περιπτώσεις το παρουσιάζει και ως εργατικό αποκλειστικά).

Το Μέτωπο το κατανοεί μόνο ως μέσο συγκέντρωσης κοινωνικών δυνάμεων, εργατική τάξη και μικροαστικά στρώματα, που ορισμένες από αυτές θα φτάσουν έως και την επανάσταση. Στερεί τη δυνατότητα από το Μέτωπο να δημιουργήσει κυβέρνηση και να καταλάβει την πολιτική εξουσία. Τέλος για να ξεφύγει από τη δικαιολογημένη κριτική μας διαπράττει ένα ατόπημα που δεν ταιριάζει σε μια ηγεσία ενός Κομμουνιστικού Κόμματος και δη του ΚΚΕ. Παρουσιάζει, διαστρέφοντας την πραγματικότητα, ρητές αναφορές και προβλέψεις του προγράμματος του Κόμματος, ως πολιτικά ενδεχόμενα.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί τώρα είναι ένα και μοναδικό. Μπορεί η ηγεσία του Κόμματός μας να αλλάξει αντίληψη και άποψη για το κορυφαίο ντοκουμέντο του Κόμματος που είναι το πρόγραμμά του;  Η απάντηση σ’ αυτό το ένα και μοναδικό ερώτημα είναι μία και μοναδική. Φυσικά και μπορεί να αλλάξει άποψη για το πρόγραμμα του Κόμματος, αρκεί να εκτεθεί ανοιχτά στην εργατική τάξη και τα μέλη του Κόμματος αυτή η άποψη.

Εδώ όμως τι διαπιστώσαμε; Διαπιστώσαμε ότι η ηγεσία του Κόμματος έκρυβε την άποψή της για πάρα πολλά χρόνια, ότι επέλεξε τη διαδικασία του προγραμματικού εμπλουτισμού για να αλλάξει επί της ουσίας το πρόγραμμα και να παρουσιάζεται, την ίδια στιγμή, ότι το υπερασπίζεται μπροστά σε όσους πραγματικά το υπερασπίζονταν. Παράλληλα να παρουσιάζει όλους όσους υπερασπίζονται το πρόγραμμα ως κομματική αντιπολίτευση!;

Αν υπήρχε η ανάγκη αλλαγής του προγράμματος του Κόμματος τότε η ηγεσία του Κόμματος όφειλε εκ του ρόλου της να εκθέσει ανοιχτά την άποψή της και να καταθέσει την αντίστοιχη πρότασή της, η οποία θα αντιμετωπιζόταν από τα μέλη του Κόμματος μέσα από τις συντεταγμένες κομματικές διαδικασίες που προβλέπονται στο καταστατικό του Κόμματος για το πρόγραμμα.
Διαπιστώνουμε, όμως, ότι, παρά το γεγονός ότι η άποψη της ηγεσίας του Κόμματος είναι μία και ενιαία, ότι παρουσιάζει συνοχή και είναι ολοκληρωμένη, δεν τη παρουσίασε «μία και καλή» αλλά προτίμησε την τμηματική της παρουσίαση. Έτσι προέκυψε ο προγραμματικός εμπλουτισμός των 16ου, 17ου, 18ου Συνεδρίων, που θα ολοκληρωνόταν στο προσεχές 19ο Συνέδριο.

Δεν θέλουμε να υποθέσουμε και αποκρούουμε τη σκέψη ότι επρόκειτο για μια μακράς πνοής σχεδιασμένη κίνηση, και εκ των προτέρων, που ανοίχτηκε στο χρόνο. Αυτό, όμως, που δεν μπορεί να παραβλέψει κανένας πλέον, είναι ότι αυτή η αντίληψη και άποψη της ηγεσίας του Κόμματος διαψεύστηκε με τον πιο δραματικό τρόπο από την ίδια τη ζωή στην πιο δραματική, πολιτικά, περίοδο της νεώτερης ιστορίας της χώρας. Και το γεγονός αυτό πια δεν της αφήνει κανένα άλλο περιθώριο παρά να αναλάβει τις ιστορικού χαρακτήρα ευθύνες της και να διευκολύνει την επίλυση του πολιτικού και κομματικού ζητήματος.

14. Αντί επιλόγου
«Με πείσμα στις ταξικές μάχες
Μετά απ' όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι δήθεν «υπερασπιστές» του προγράμματος του Κόμματος, διαγράφουν με μια μονοκοντυλιά, 16ο, 17ο,18ο Συνέδρια του ΚΚΕ και τις αποφάσεις τους, τα οποία στη βάση των αντικειμενικών κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων εμπλούτισαν το πρόγραμμα του ΚΚΕ, τη στρατηγική του, αφού ήδη έχουν ακυρώσει το ίδιο το πρόγραμμα που επεξεργάστηκε το 15ο Συνέδριο. Σπέρνουν συγχύσεις, καλλιεργούν την καχυποψία γύρω από τη γραμμή και την καθοδήγηση του ΚΚΕ, υπονομεύουν ανοιχτά το Κόμμα, σπρώχνουν στην αδράνεια και την άρνηση της ταξικής πάλης, δίνουν όπλα στον αντίπαλο να πολεμά το ΚΚΕ.
Η 94χρονη Ιστορία του ΚΚΕ, έχει δώσει πλούσια πείρα στο Κόμμα για τους σκοπούς και τις επιδιώξεις τέτοιων ενεργειών. Η πίστη στο Κόμμα και στη γραμμή του, στην ενιαία θέληση για δράση με τη γραμμή, στην υπεράσπιση και διαφύλαξη της αδιάσπαστης σχέσης καθοδηγητικών οργάνων και ΚΟΒ αλλά και της λειτουργίας με βάση τις αρχές μας, η αδιαλλαξία απέναντι στον ταξικό αντίπαλο και στον οπορτουνισμό, αποτελούν θεμέλια για την ύπαρξη και την ιστορική του συνέχεια.
Και μπροστά στις εκλογές (ΣΣ, εννοεί στις 17 του Ιούνη) η με πείσμα και αποφασιστικότητα ακούραστη μαχητική δράση για την ενίσχυσή του στη βάση των παραπάνω θεμελιακών γνωρισμάτων του Κόμματος, είναι η καλύτερη απάντηση στον ταξικό εχθρό και στους «άσπονδους» φίλους, δήθεν υπερασπιστές του ΚΚΕ που βρίσκονται ήδη στην απέναντι όχθη» (Στο ίδιο).
Συντακτική Επιτροπή του «Ριζοσπάστη» 
  Και για την αντιγραφή του επιλόγου του «Ριζοσπάστη
  «Νέα Σπορά»

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΛΟΓΟΚΟΠΙΑ*
«Όταν σε κάποια κομματική συνέλευση είπα ότι η επαναστατική λογοκοπία για επαναστατικό πόλεμο μπορεί να χαντακώσει την επανάστασή μας, με κατέκριναν για την οξύτητα της πολεμικής μου. Υπάρχουν όμως στιγμές που είσαι υποχρεωμένος - όταν υπάρχει κίνδυνος να προξενηθεί ανεπανόρθωτο κακό και στο Κόμμα και στην επανάσταση- να βάλεις το ζήτημα ορθά-κοφτά και να ονομάσεις τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα.
Η επαναστατική λογοκοπία τις περισσότερες φορές είναι αρρώστια των επαναστατικών κομμάτων σε συνθήκες που τα κόμματα αυτά πραγματοποιούν άμεσα ή έμμεσα την επαφή, τη συνένωση, τη σύμπλεξη των προλεταριακών και των μικροαστικών στοιχείων και όταν η πορεία των επαναστατικών γεγονότων παρουσιάζει μεγάλες και γρήγορες αλλαγές. Η επαναστατική λογοκοπία είναι επανάληψη επαναστατικών συνθημάτων χωρίς να παίρνονται υπόψη οι αντικειμενικές συνθήκες, όταν έχουμε μια συγκεκριμένη αλλαγή των γεγονότων, μια συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων. Συνθήματα υπέροχα , ενθουσιαστικά, μεθυστικά -μα αστήρικτα- να η ουσία της επαναστατικής λογοκοπίας».
*Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Τόμος 35, σελίδα 343.
                                                                                           «Νέα Σπορά»

Περισσότερα... "