Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δηλώσεις μελών και στελεχών του ΚΚΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δηλώσεις μελών και στελεχών του ΚΚΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Δήλωση μελών και στελεχών του ΚΚΕ


Αρ. 3
21/07/2012

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ
ΤΗΣ 6ης ΤΟΥ ΜΑΗ ΚΑΙ ΤΗΣ 17ης ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ

1. Τα εκλογικά αποτελέσματα της 6ης του Μάη και της 17ης του Ιούνη επιβεβαιώνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την πολύ σοβαρή πτωτική πορεία και την επικίνδυνη απομόνωση του Κόμματος από τις λαϊκές μάζες. Στις εκλογές της 17ης του Ιούνη το Κόμμα έχασε το 50% περίπου της εκλογικής του δύναμης σε σχέση με τις εκλογές της 6ης του Μάη και πάνω από το 50% σε σχέση με τις εκλογές του 2007, ενώ σε ποσοστό και σε ψήφους είναι πίσω και από το αποτέλεσμα των εκλογών του 1993.

Η εργατική τάξη και οι εργαζόμενοι, τα κομματικά μέλη, τα στελέχη, οι φίλοι και οι οπαδοί του Κόμματος έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν για την ύπαρξη και το μέλλον του, από τη στιγμή που η ηγεσία του, όπως αποδεικνύεται και από την απόφαση της Ολομέλειας της ΚΕ της  10ης του Ιούλη, αδυνατεί να εξάγει τα σωστά συμπεράσματα από την εκλογική αλλά και τη γενικότερη πορεία του Κόμματος και επιμένει να εφευρίσκει απαράδεκτες δικαιολογίες προκειμένου να δικαιώσει μια πολιτική που ακολούθησε το Κόμμα, με ευθύνη αποκλειστικά δική της, και που οδήγησε στο πρωτοφανές αποτέλεσμα της 17ης του Ιούνη.

2. Τα πραγματικά αίτια αυτής της γενικότερης δραματικής οπισθοχώρησης του Κόμματος έχουν περιγραφεί εκτενώς στη Δήλωση Αρ. 2, που αναρτήθηκε στη «Νέα Σπορά» στις 21/06/2012. Με την ευκαιρία μιας συνολικότερης εκτίμησης για τα εκλογική καθίζηση του Κόμματος πρέπει να προστεθούν και οι παρακάτω σημαντικοί και με ευρύτερη σημασία παράγοντες:

• Η ηγεσία του Κόμματος μη εκτιμώντας σωστά τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στη χώρα μας μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τον Οκτώβρη του 2008, δεν μπόρεσε να εκτιμήσει, επίσης,  σωστά τη σημασία της, με μεγάλη ταχύτητα, προϊούσας καθοδικής πορείας του δικομματισμού και την αντίστοιχη απαξίωση του αστικού πολιτικού συστήματος.

Ενώ δήλωνε ότι  «οι εκλογές του Μαΐου αναμφισβήτητα περιέχουν ένα θετικό δυναμικό στοιχείο και αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των εργατικών λαϊκών φτωχών στρωμάτων έχουν αποφασίσει να εγκαταλείψουν τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τα λεγόμενα "μνημονιακά" κόμματα και με αυτό τον τρόπο προσδίδουν μια τέτοια δυναμική στις εκλογές» («Ρ» 20/04/2012) δεν συνδύασε αυτήν την εκτίμηση με την προγραμματική πρόταση του Κόμματος, δεν πήρε καμιά απολύτως πρωτοβουλία να προβάλει την προγραμματική λύση του 15ου Συνεδρίου.

Το γεγονός αυτό καθόρισε τη στάση της ηγεσίας του Κόμματος απέναντι στα πολιτικά πράγματα της χώρας και στη συνακόλουθη πορεία του Κόμματος. Το αποτέλεσμα ήταν η ηγεσία του Κόμματος να παραβλέψει την πραγματική κίνηση των λαϊκών μαζών σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, να αγνοήσει το επίπεδο της ταξικής και πολιτικής τους συνείδησης, να υποτιμήσει, σε τελική ανάλυση και στην πραγματικότητα, τη μετακίνηση 3.5εκατ. ψηφοφόρων από τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και τον ΛΑΟΣ, ως μια χωρίς πολιτική σημασία μετακίνηση «εντός των τειχών» και στο πλαίσιο της «αναπαλαίωσης» του πολιτικού συστήματος από τη μια και από την άλλη να επιμείνει σε μια πολιτική που δεν έδινε κανένα περιθώριο να προσεγγίσει το Κόμμα τις μετακινούμενες λαϊκές μάζες.

Με το σύνθημα «Πάμε κόντρα στο ρεύμα» δεν αποδεικνύει μόνο ότι η στάση της ήταν απολύτως συνειδητή αλλά ότι γνώριζε και τις συνέπειες που θα προέκυπταν για το Κόμμα.

Η στάση αυτή της ηγεσίας του Κόμματος, ουσιαστικά,  είναι η ίδια μ’ αυτήν που κράτησε απέναντι σε τμήματα των εργαζομένων και των μικροαστικών στρωμάτων, που κινητοποιούνταν την τελευταία διετία, στρέφοντάς τους την πλάτη και φτάνοντας μέχρι και την ανοιχτή καταγγελίας τους.

• Η ηγεσία του Κόμματος στάθηκε ανίκανη ακόμη και να εκτιμήσει σωστά την κατάσταση που διαμορφώθηκε λίγο πριν και μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη με την αυξανόμενη, από μέρα σε μέρα, διαρροή ψηφοφόρων του Κόμματος, που το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους ήταν ότι ανήκαν στο σταθερό και μακροχρόνια διαμορφωμένο πυρήνα των οπαδών του. Με τη στάση της αγνόησε τις σαφείς προειδοποιήσεις των μελών του Κόμματος στις ΚΟΒ, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της. Οι ευθύνες της ανήκουν ολοκληρωτικά και αποτελεί ηθικά και πολιτικά ανεπίτρεπτη ενέργεια να τις μεταθέτει στα μέλη του Κόμματος, στα παρακάτω όργανα και στις ΚΟΒ, και μάλιστα με απόφαση της ΚΕ του Κόμματος. 

• Η ηγεσία του Κόμματος υποτίμησε και απαξίωσε ανεπανόρθωτα τα έντονα αντιμνημονιακά αισθήματα του ελληνικού λαού, που, ταυτόχρονα, εκφράζανε και μια γενικότερη άρνησή του ως προς την οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν μπόρεσε να συλλάβει τη σημασία τους, σε αντίθεση με τα κόμματα της άρχουσας τάξης, να τα αξιοποιήσει και να τα συνδυάσει με τη γενικότερη στάση του Κόμματος ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί ήταν εγκλωβισμένη στη θέση, που είχε αυθαίρετα διαμορφώσει, για αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με σοσιαλιστική επανάσταση, θέση που στρέφεται ευθέως ενάντια στο Πρόγραμμα του Κόμματος και στις αποφάσεις του 15ου Συνεδρίου.

• Η ηγεσία του Κόμματος τροφοδότησε τη μαζική αποχώρηση των ψηφοφόρων  από το Κόμμα με τις αναρχομικροαστικές θέσεις της γύρω από το ζήτημα της διακυβέρνησης: Τα περί ακυβερνησίας που δεν πρέπει να φοβάται ο λαός, οι αρνητικές της θέσεις  για το σχηματισμό κυβέρνησης, ακόμη και του ΑΑΔΜ, στις σημερινές συνθήκες, γιατί, όπως υποστήριζε, δεν θα ανταποκρινόταν αυτή, έτσι κι αλλιώς, στις λαϊκές απαιτήσεις, οι θέσεις της για την εργατική κυβέρνηση, έσπειραν συγχύσεις σε μαζικό επίπεδο και εντείνανε τη δυσπιστία των λαϊκών μαζών για το εάν το ΚΚΕ θέλει ή δεν θέλει να κυβερνήσει.

Η απαράδεκτη αυτή αριστερίστικη γενίκευση και πρωτόγονη πολιτικά θέση της ηγεσίας του Κόμματος είχε ως αποτέλεσμα να δυναμώσουν στην αντίληψη των λαϊκών μαζών χρόνιες και συνειδητά καλλιεργημένες, για το ΚΚΕ, προπαγανδιστικές εχθρικές και αντιδραστικές απόψεις, που το παρουσίαζαν ως κόμμα της απλής διαμαρτυρίας, ακόμη και ως  καθεστωτικό κόμμα. Αυτή η πλευρά της αστικής προπαγάνδας, που υπάρχει και καλλιεργείται από δεκαετίες τώρα (ιδιαίτερα μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο) πήρε μεγάλες διαστάσεις. Η εξήγηση αυτής της στάσης βρίσκεται στην άρνηση και εγκατάλειψη του Προγράμματος του Κόμματος, στις θεωρητικές αποσκευές της ηγεσίας του Κόμματος και στο μικροαστικό της φόβο.

• Η ηγεσία του Κόμματος επικέντρωσε όλη την προεκλογική μάχη και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις σχεδόν ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ. Πέρα από το γεγονός ότι η στάση της ηγεσίας απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ δεν έπειθε με την επιχειρηματολογία της, ότι προκαλούσε συμπαθή αισθήματα που ευνοούσαν το ΣΥΡΙΖΑ, η έλλειψη, όμως, προβολής και υποστήριξης της πρότασης του 15ου Συνεδρίου στάθηκε η πραγματική αιτία που δεν κατέστη δυνατόν να αναχαιτιστεί η δημιουργία εκλογικού ρεύματος υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, που επέτρεψε, τελικά, στο ΣΥΡΙΖΑ να καρπωθεί την πλατιά δυσαρέσκεια των εργαζομένων και του ελληνικού λαού, δυσαρέσκεια που βασιζόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ωρίμανση μέσα στη συνείδηση του ελληνικού λαού των πάγιων θέσεων του ΚΚΕ.

Η δημιουργία εκλογικού ρεύματος υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, που τον κατέστησε από πολιτική δύναμη με διαρκές άγχος για την εκλογική του επιβίωση σε δύναμη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αναδεικνύει και επιβεβαιώνει το μείζον πολιτικό ζήτημα της ρήξης των δεσμών του Κόμματος με τις λαϊκές μάζες και της πολιτικής του ικανότητας να ανταποκριθεί στα συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα, που απέρρεαν από τις συγκεκριμένες  αντικειμενικές συνθήκες της συγκεκριμένης  πολιτικής περιόδου.

Παραπέρα, όμως, αποδεικνύει τη δυνατότητα δημιουργίας δυναμικού λαϊκού ρεύματος ικανού να ανατρέψει το αστικό πολιτικό σκηνικό και να βαθύνει πιο αποτελεσματικά την πάλη της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων για την ανατροπή της αστικής διακυβέρνησης. Να φέρει στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο τις αντιιμπεριαλιστικές-αντιμονοπωλιακές κοινωνικές δυνάμεις και, κατά προέκταση, εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις, που θα πρωταγωνιστήσουν και θα δρομολογήσουν τη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την άρχουσα τάξη της χώρας, με τον ιμπεριαλισμό. Προϋπόθεση γι αυτό είναι το ΚΚΕ να εκπληρώνει τον πρωτοπόρο και μαχητικό του ρόλο για λογαριασμό της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού, να κατανοεί και να ερμηνεύει σωστά τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που εξελίσσονται, να αναπτύσσει τους δεσμούς του με τους εργαζόμενους γενικότερα.

Το γεγονός ότι η ηγεσία του Κόμματος, κάνοντας ένα μετέωρο άλμα προς τα μπρος, κατέφυγε και περιορίστηκε στο κεντρικό της σύνθημα για «εργατική λαϊκή εξουσία» αποδεικνύει ότι δεν κατανόησε, στις πραγματικές τους διαστάσεις, τις συγκεκριμένες εξελίξεις με τους συγκεκριμένους παράγοντες που τις χαρακτήριζαν.

Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και το σημαντικό συμπέρασμα ότι η ηγεσία του Κόμματος είναι μακριά από το να μπορεί να παρακολουθεί, να κατανοεί και να αντιδρά στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, που το κύριο αλλά και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι οι απότομες αλλαγές στο πολιτικό τοπίο και η απότομη ανάμειξη μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης και εκτεταμένων καταστρεμμένων μικροαστικών στρωμάτων ώστε να αποφεύγεται η καταφυγή στην «εύκολη λύση» της (αντ)επαναστατικής λογοκοπίας. Είναι αυτή που οδηγεί αναπόδραστα σε ένα πραγματικό πολιτικό άλμα προς τα πίσω και που με δραματικό τρόπο βιώνει όλο το Κόμμα αυτή τη στιγμή. Αυτή η πολιτική οπισθοχώρηση του Κόμματος, έστω κι αν αποδειχθεί προσωρινή, θα έχει οπωσδήποτε συνέπειες πάνω στην εργατική τάξη και τους άλλους εργαζόμενους, στο εργατικό κίνημα.

3. Με το εκλογικό αποτέλεσμα ειδικά της 17ης του Ιούνη δόθηκε η δυνατότητα στην άρχουσα τάξη της χώρας μας να προσπαθήσει να επαναπροσδιορίσει το πολιτικό σύστημα της χώρας.  Η επανασυσπείρωση δυνάμεων στη Νέα Δημοκρατία, η σχετική αντοχή άλλων αστικών δυνάμεων, η μέχρι τώρα στάση του ΣΥΡΙΖΑ, η πολύ σημαντική μείωση  του Κόμματος, ο ρόλος που προτίθεται να παίξει η νεοναζιστική «Χρυσή Αυγή» , όλα αυτά έδωσαν στην αστική τάξη τη συγκεκριμένη δυνατότητα. Παρ’ όλα αυτά το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οριστικά κατέληξε. Και για την εκτίμηση αυτή υπάρχουν πραγματικοί λόγοι.

Και οι πραγματικοί λόγοι είναι:

<> Η οξύτητα της οικονομικής κρίσης, που θα βαθύνει παραπέρα με  την αναγκαστική, για την άρχουσα τάξη, εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής.

<> Οι εξελίξεις στην ευρωζώνη και γενικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν από την προσωρινή άμβλυνση σε νέα όξυνση της πολιτικής κρίσης, εξ αιτίας του βαθέματος της οικονομικής κρίσης και των αδιεξόδων της.

Στην προοπτική αυτή τα πολιτικά ενδεχόμενα είναι όλα ανοιχτά, ακόμη και για αυταρχικές και αντιδημοκρατικές λύσεις.

Βασικός παράγοντας που θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη μια ή στην άλλη κατεύθυνση είναι η επανάκαμψη του Κόμματος και του εργατικού κινήματος και η αντιμετώπιση της κυβερνητικής πολιτικής, της καθημερινής και γενικότερης δράσης της νεοναζιστικής «Χρυσής Αυγής», που επιθυμεί και επιδιώκει να διαχυθεί ευρύτερα μέσα στην ελληνική κοινωνία ως αντίληψη και πρακτική, της αυταρχικής και κατασταλτικής πολιτικής της κυβέρνησης, στην οποία αυτή μοιραία θα καταφύγει, με κύριο πρόσχημα την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος και την «προστασία του δικαιώματος της εργασίας».

4. Το Κόμμα υπέστη μια πολύ σοβαρή εκλογική ήττα, που είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευθεί και να υποβαθμιστεί η θέση του στο πολιτικό σύστημα της χώρας αλλά κύρια μέσα στον ελληνικό λαό. Οι δυνατότητες, όμως, να ανακάμψει, έστω με πολλές και πρόσθετες δυσκολίες λόγω της συνθετότητας της πολιτικής κατάστασης και της αδράνειας της ηγεσίας του Κόμματος, ώστε να παίξει το ρόλο της κινητήριας και πρωτοπόρας δύναμης στην ανάπτυξη της δράσης του εργατικού κινήματος, γενικότερα του λαϊκού κινήματος, είναι υπαρκτές. Οι δυνατότητες αυτές, όμως, μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

Πρώτο: Είναι αδήριτη ανάγκη το Κόμμα να επανέλθει στη βασική πολιτική πρόταση του Προγράμματος του Κόμματος, την οποία επεξεργάστηκε το 15ο Συνέδριο και η οποία θα χρειαστεί να εκσυγχρονιστεί και να εναρμονιστεί  περισσότερο στις σημερινές συνθήκες, ξεκαθαρίζοντας ακόμη πιο πολύ τη σημασία του ΑΑΔΜ, τα μέτωπα πάλης, τους στόχους και τη σχέση μεταξύ των άμεσων προβλημάτων, που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, με τους ενδιάμεσους στόχους, τη δημιουργία του ΑΑΔΜ και της  αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής κυβέρνησης και το στρατηγικό στόχο του Κόμματος, το σοσιαλισμό.

Δεύτερο: Απόλυτης προτεραιότητας πολιτικό ζήτημα είναι η αλλαγή της στάσης του Κόμματος μέσα στο εργατικό κίνημα. Πρέπει να δοθεί άμεση και πρακτική κατεύθυνση ώστε να υπάρξει στροφή στην εργατική δουλειά στα σωματεία, στους συλλόγους και τις ομοσπονδίες, στους τόπους δουλειάς και στις συνοικίες, στους Δήμους. Να αποκατασταθεί η ενότητα δράσης του εργατικού κινήματος από τα κάτω και με προσπάθειες από τα πάνω, με βάση τη δράση των εργαζομένων στα σωματεία και στις ομοσπονδίες.

Να ενταθεί η πολιτική και η ιδεολογική διαπάλη, να ξεκαθαρίζεται πολύ περισσότερο η αντικειμενική και η κοινωνική βάση των ιδεολογικών και πολιτικών αντιθέσεων, ώστε να γίνεται κατανοητός ο πολιτικός και ο ιδεολογικός διαχωρισμός με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού, της σοσιαλδημοκρατίας, του αστικού ρεφορμισμού, με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό. Να αναδειχτούν μέτωπα δράσης, να οργανωθούν οι αγώνες των εργαζομένων, που θα πατάνε πάνω στα πραγματικά τους προβλήματα και ανάγκες. Με βάση τα παραπάνω να αντιμετωπιστεί και ο αρχικά προσδιορισμένος ρόλος του ΠΑΜΕ.

Τρίτο: Το Κόμμα πρέπει να εγκαταλείψει οριστικά και αμετάκλητα όλα τα τροτσκιστικά και νεοτροτσκιστικά φληναφήματα, να αποκαταστήσει και να επανέλθει στην ακατάβλητη και αξεπέραστη ιδεολογία του Μαρξισμού - Λενινισμού. Αποδείχτηκε περίτρανα ότι οι ιδεολογικές επεξεργασίες της ηγεσίας του Κόμματος δεν ανταποκρίνονται στο χαρακτήρα της εποχής και δεν καλύπτουν τις τρέχουσες ιδεολογικές ανάγκες του Κόμματος. Η ηγεσία του Κόμματος διέπραξε εγκληματικό λάθος που αδρανοποίησε έως εξαφάνισε τον ιδεολογικό μηχανισμό του Κόμματος, με αποτέλεσμα να χάσει την επαφή του με τη διανόηση της χώρας και τη νεολαία, να πάψει να παράγει και να αναπαράγει στελέχη, που θα ασχολούνταν με την ιδεολογία και την έρευνα της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, να πάψει να παράγει θέσεις και πολιτικές που θα υπηρετούσαν την εργατική υπόθεση.

Τέταρτο: Το Κόμμα πρέπει να αποκαταστήσει άμεσα την οργανωτική λειτουργία του με βάση τους λενινιστικούς κανόνες. Να προστατευτεί και να εφαρμοστεί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός και ως προς τα δύο του σκέλη. Να αποκατασταθεί και να αναζωογονηθεί η λειτουργία των ΚΟΒ, οι δεσμοί τους με το άμεσο περιβάλλον που δρουν, να εξασφαλιστεί η λειτουργία τους με τα προβλήματα του χώρου τους.
Πέμπτο: Το Κόμμα πρέπει να εγκαταλείψει τη θέση, που αυθαίρετα άλλαξε με ευθύνη της ηγεσίας του, για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση  με, αποκλειστικά, σοσιαλιστική επανάσταση. Να επανέλθει στις επεξεργασίες του Κόμματος με βάση τη Συνδιάσκεψη του 1993 για την Ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση και τις αποφάσεις του 15ου Συνεδρίου. Η πρόσφατη πραγματικότητα απέδειξε ότι η αλλαγή της θέσης για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν θεμελιακό λάθος.

Έκτο: Η ηγεσία του Κόμματος πρέπει να κατανοήσει και να αποδεχτεί να αναλάβει, μπροστά στην εργατική τάξη και τον ελληνικό λαό, τις ιστορικές ευθύνες που έχει για τη συνολική πορεία του Κόμματος, για το γεγονός ότι βασικοί του στόχοι έχουν παραμείνει ανεκπλήρωτοι για δύο σχεδόν δεκαετίες. Ιδιαίτερα για τα τελευταία χρόνια της πολιτικής δράσης του Κόμματος, και τις εκλογικές μάχες, οι ευθύνες της  είναι μεγάλες και αποκλειστικά δικές της. Αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ όρο η πράξη της αυτή και κορυφαία προϋπόθεση για να βρουν έδαφος εφαρμογής και να υλοποιηθούν όλες οι άλλες προϋποθέσεις που θα οδηγήσουν στην ανάκαμψη του Κόμματος.

Η ίδια η διαδικασία του 19ου Συνεδρίου του Κόμματος καθίσταται από τα πράγματα αδύνατο να προχωρήσει αν πρώτα δεν αναγνωριστεί και τεθεί το ίδιο το κομματικό ζήτημα στη βάση του, ανοίγοντας ταυτόχρονα διάλογο από τις στήλες του Ριζοσπάστη, ώστε να εκφραστούν ελεύθερα τα μέλη του Κόμματος, οι φίλοι και οι οπαδοί του. Να εξαντληθεί ιδιαίτερα το θέμα των εκλογικών αναμετρήσεων που οδήγησαν στην δραματική εξέλιξη που αντιμετωπίζουμε και των αιτιών που την προκάλεσαν.

Ταυτόχρονα η ηγεσία του Κόμματος πρέπει να κατανοήσει, επίσης, ότι θα αποτελέσει ένα πρόσθετο εγκληματικό της λάθος η ήδη εξαγγελθείσα πρόθεσή της να προχωρήσει στη διεξαγωγή του 19ου Συνεδρίου με βάση τα πορίσματα της τελευταίας απόφασης της ΚΕ του Κόμματος στις 10 του Ιούλη. Η διαδικασία αυτή θα έχει τραγικές συνέπειες στη συσπείρωση και την ενότητα των δυνάμεων του Κόμματος, οργανωμένων και μη, θα δρομολογήσει την περαιτέρω απομάκρυνσή τους.  Η εύκολη και παντελώς αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη ενοχοποίηση των λαϊκών μαζών για διαχειριστικές αυταπάτες θα αποτελέσει τη βάση αυτής της απομάκρυνσης.

5. Οι τελευταίες εξελίξεις δικαίωσαν πλήρως την εμφάνιση, τη στάση ευθύνης και τις πολιτικές θέσεις της «Νέας Σποράς». Είναι για μας θεμελιακό ζήτημα η στάση όλων των κομματικών δυνάμεων, των φίλων και οπαδών, των ψηφοφόρων απέναντι στο Κόμμα και το κομματικό πρόβλημα για το ξεπέρασμα της κρίσης που περνάει. Το κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας, με την αναντικατάστατη προσφορά του, έπαιξε τον κοινωνικό και πολιτικό του ρόλο  επειδή γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και ανέλαβε τις ιστορικές του ευθύνες το ΚΚΕ. Κανένα άλλο κόμμα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει στην ιστορική αυτή αποστολή του.

Το γεγονός αυτό μας κάνει να επωμιστούμε περισσότερες και ουσιαστικότερες ευθύνες για τη συνέχεια της παρουσίας μας με έναν και μοναδικό στόχο: την εξασφάλιση της ύπαρξης του Κόμματος, ως μαρξιστικού - λενινιστικού, ως Κομμουνιστικού Κόμματος της σύγχρονης εποχής, που με την παρουσία του, την επαναστατική του δράση και την αποφασιστική ιδεολογική και πολιτική του πάλη θα οδηγήσει την ελληνική κοινωνία στο σοσιαλισμό. Στην κατεύθυνση αυτή θα διαθέσουμε όλες τις φυσικές και πνευματικές μας δυνάμεις.


Περισσότερα... "

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Δήλωση μελών και στελεχών του ΚΚΕ

Αρ. 2     

Α. Η εκτίμηση για το εκλογικό αποτέλεσμα του Κόμματος               

1. Το αποτέλεσμα των επαναληπτικών εκλογών της 17ης του Ιούνη συνιστά για το Κόμμα μας μία πρωτοφανούς έκτασης εκλογική ήττα, που δεν βρίσκει το ανάλογό της στην πρόσφατη ιστορική του διαδρομή και που θα επιδράσει αποφασιστικά στην παραπέρα πορεία του. Το Κόμμα μας έχασε 258.893 ψήφους, δηλαδή το 48.29% της εκλογικής του δύναμης, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στις εκλογές  της 6ης του Μάη. Από 26 βουλευτές, που είχε εκλέξει, στις επαναληπτικές εκλογές εξέλεξε μόνο 12. Ενώ στην κατάταξη, κατά την εκλογική δύναμη, των κομμάτων που εισέρχονται και αντιπροσωπεύονται στη βουλή κατρακύλησε στην τελευταία θέση.

Από την άποψη της ιστορικής αναλογίας το εκλογικό αποτέλεσμα της  17ης του Ιούνη είναι χειρότερο και από το αποτέλεσμα των εκλογών του 1993, κατά τις οποίες το Κόμμα μας είχε αποσπάσει 313.001 ψήφους έναντι 277.179 ψήφων στις εκλογές της 17ης του Ιούνη και το 4.54% έναντι του 4.50% των ψηφισάντων.  Η διαφορά με τις εκλογές του 1993 βρίσκεται στο γεγονός ότι, τότε, το Κόμμα μας  τελούσε ακόμη κάτω από την ισχυρή επίδραση των δραματικών γεγονότων των ανατροπών των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Κ. και Αν. Ευρώπης αλλά και κάτω από την επίδραση της διάσπασης που είχε υποστεί, όπου έχασε τα 2/3 των κομματικών οργανωμένων του δυνάμεων.

Το εκλογικό αποτέλεσμα αναδεικνύει και επιβεβαιώνει την αδιαμφισβήτητη διαπίστωση ότι το Κόμμα μας έχει εισέλθει σε μια νέα φάση της πορείας του, που το εμφανές χαρακτηριστικό της στοιχείο είναι ότι απομονώνεται από τις λαϊκές και εργαζόμενες μάζες, γεγονός που θα θέσει σε ισχυρή δοκιμασία τη δυνατότητα ανάκαμψής του, παραπέρα θα διακινδυνεύσει ακόμη και την ίδια του την ύπαρξη, εάν συνεχίσει να πορεύεται με μια πολιτική, που για δεύτερη φορά και σε διάστημα ενός μηνός και με τον πιο καταλυτικό και επίσημο τρόπο απορρίφθηκε.

2. Η καθοδική πορεία του Κόμματος είχε ήδη γενικά δρομολογηθεί από το 2007 όπου εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της Γενικής Οικονομικής Κρίσης του καπιταλισμού, όπου το Κόμμα μας αδυνατεί να τοποθετηθεί με σαφήνεια απέναντι σ’ αυτήν   αλλά και να σχεδιάσει άμεσα τον τρόπο που θα την αντιμετωπίσει, σε συνάρτηση με το καθεστώς της ένταξης της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη και με στόχο την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την κρίση και τη χρεοκοπία.

Με την επίσημη αναγνώριση της καπιταλιστικής κρίσης, τον Οχτώβρη του 2008, από τη διεθνή και ντόπια ολιγαρχία και τους πολιτικούς εκπροσώπους τους, η ηγεσία του Κόμματος προβάλλει τη θέση ότι η διέξοδος από την οικονομική κρίση και από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι  «η Λαϊκή Εξουσία και η Λαϊκή Οικονομία», που επεξηγείται περαιτέρω με την επίσημη θέση: Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και έξοδος από την  οικονομική κρίση με εργατική λαϊκή εξουσία, μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους και κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής.

Όσο χρονικό διάστημα αυτή η θέση, που με τους κομματικούς όρους σημαίνει αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και έξοδος από την οικονομική κρίση με σοσιαλιστική επανάσταση, δεν γίνεται από τις λαϊκές και εργαζόμενες μάζες, από τα μικροαστικά στρώματα, που βρίσκονται σε πορεία μαζικής καταστροφής, πραχτικά κατανοητή και για όσο χρονικό διάστημα δεν έχουν απεμπλακεί από το κυρίαρχο αστικό πολιτικό σύστημα του δικομματισμού, το Κόμμα μας μπορεί ακόμα να διατηρεί τις δυνάμεις του και να γίνεται αποδέχτης και ενός μέρους της δυσαρέσκειας που προκαλεί η αντεργατική και αντιλαϊκή πολιτική των αστικών κυβερνήσεων.

Από τη στιγμή, όμως, που οι εργαζόμενοι και τα μικροαστικά στρώματα άρχισαν να εγκαταλείπουν το δικομματισμό - εξ αιτίας της εφαρμοζόμενης, κύρια, οικονομικής πολιτικής - με κορύφωση τις εκλογές της 6ης του Μάη και δεν αναγνώριζαν στην πρόταση διεξόδου που πρόβαλε το Κόμμα μας μια ουσιαστική πρόταση που θα αφορούσε στα άμεσα και καυτά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, σε συνδυασμό με το πρόβλημα της διακυβέρνησης της χώρας και την επίλυση του αναπτυξιακού της προβλήματος, οι εργαζόμενοι και τα μικροαστικά στρώματα που επηρέαζε το εγκατέλειψαν με τον πιο εκκωφαντικό, τιμωρητικό και ιστορικά παραδειγματικό τρόπο.

3. Οι ευθύνες της ηγεσίας του Κόμματος είναι τεράστιες και καθίστανται ακόμη πιο σοβαρές από τη στιγμή που συνεχίζει να αρνείται να τις αναγνωρίσει και να τις παραδεχτεί, από τη στιγμή που ενοχοποιεί, ασυλλόγιστα και ακατανόητα, τις ίδιες τις λαϊκές και εργαζόμενες μάζες, τα μικροαστικά στρώματα, γιατί έπεσαν «θύματα των αυταπατών τους» και της «διαχειριστικής λογικής» της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ!

Η ηγεσία του Κόμματος αποδεικνύει με τη στάση της, στην καλύτερη περίπτωση,  ότι είναι ολοκληρωτικά αποσπασμένη από τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, ότι έχει κατασκευάσει στο μυαλό της και υπηρετεί μια εικονική πραγματικότητα, θολή και συγχυσμένη κι αυτή, που την έχει θεωρητικοποιήσει και που αυτή οδηγεί στη μείωση του κύρους του Κόμματος, στην απομάκρυνση λαϊκών δυνάμεων από αυτό, στην αποδιάρθρωση και στην ασυναρτησία του πολιτικού του λόγου,  στη διάλυση της οργανωτικής του δομής, στον πολιτικό και ιδεολογικό αφοπλισμό των μελών του κόμματος, των οπαδών και ψηφοφόρων του. Με τη στάση της αυτή, επίσης,  η ηγεσία του Κόμματος συμβάλλει στην καλλιέργεια εύλογων αποριών, αναπάντητων ερωτημάτων, ενοχικών αισθημάτων και τάσεων φυγής και απομάκρυνσης των κομματικών δυνάμεων που απέμειναν σ’ αυτό.  

Η απόφαση της Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος, της 18ης του Ιούνη, καταδεικνύει την αποφασιστικότητα της ηγεσίας του Κόμματος να φορτώσει τις ευθύνες για το κραυγαλέα άσκημο εκλογικό αποτέλεσμα στον ίδιο τον εργαζόμενο λαό, να προχωρήσει στον ίδιο ολισθηρό δρόμο που έχει χαράξει. Αναδεικνύει την περίσσεια του ανορθολογικού πολιτικού λόγου που χαρακτηρίζει τη σημερινή ηγεσία του Κόμματος, την αμεριμνησία της και την έλλειψη ευθύνης για το μέλλον του και την ύπαρξή του, αποκαλύπτει τον αλαζονικό της χαρακτήρα.

Η ηγεσία του Κόμματος δεν αντιλαμβάνεται ότι ήδη άλλαξαν οι όροι για την πολιτική δράση του Κόμματος και της δυναμικής του μέσα στο λαϊκό και εργατικό κίνημα, της εθνικής και διεθνούς απήχησής του. Ο σχηματισμός κυβέρνησης και η προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός νέου αστικού πολιτικού συστήματος περιλαμβάνει την με κάθε κόστος εφαρμογή του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, γεγονός που θα οδηγήσει στην αύξηση του αυταρχισμού και της καταστολής, την ίδια στιγμή που  το μακρύ χέρι της «Χρυσής Αυγής» θα αναλαμβάνει να «παρεμβαίνει» στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας και στην καθημερινότητα των εργαζομένων με την καλλιέργεια του φόβου και της τρομοκρατίας.   

Όσο για τη δική μας πρωτοβουλία να δημοσιοποιήσουμε το πολιτικό και κομματικό μας πρόβλημα αμέσως μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη ήρθε η ίδια η ζωή να μας δικαιώσει μπροστά στα μάτια όλων των κομματικών δυνάμεων, των οπαδών και ψηφοφόρων του Κόμματος, να αποδείξει την πολιτική αμετροέπεια όλων εκείνων που μας κατηγόρησαν για τους άδηλους σκοπούς μας, την ίδια στιγμή που οι μεν μας κατέτασσαν στην «απέναντι όχθη» ως «άσπονδους φίλους» και οι άλλοι «στο πλευρό» της ηγεσίας. Αυτοί οι τελευταίοι δεν είχαν καν και το πολιτικό θάρρος να ανακοινώσουν την ανοιχτή τους υποστήριξη στο Κόμμα στις εκλογές, μιλούσαν και μιλούν στο όνομα της σωτηρίας του, αλλά,  δυστυχώς, στην πραγματικότητα, λειτουργούν ως κληρονόμοι των ερειπίων του. Από την πλευρά μας κλείνουμε οριστικά και αμετάκλητα αυτό το θέμα και «με τους μεν» και «με τους δε» και δεσμευόμαστε ότι θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για το ΚΚΕ και να παλεύουμε με το ΚΚΕ.

Β. Ποιοι παράγοντες διαμόρφωσαν το εκλογικό αποτέλεσμα

Η εκλογική αποτυχία του Κόμματος δεν αποτελεί «κεραυνό εν αιθρία». Είναι το αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμα της συνολικής πορείας του, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Οι παράγοντες που το διαμόρφωσαν είναι οι παρακάτω:

1. Η εγκατάλειψη εκ μέρους της ηγεσίας του Προγράμματος του Κόμματος, που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο. Με τον τρόπο αυτό στερήθηκε τη δυνατότητα να προτείνει λύση στην πιο κρίσιμη περίοδο που οι εργαζόμενοι, μετά την εγκατάλειψη του δικομματισμού, πρακτικά έβαζαν θέμα διακυβέρνησης της χώρας. Ταύτισε την τακτική με τη στρατηγική - αποκλείοντας τη πρώτη και στρέφοντάς τη, ταυτόχρονα, σε βάρος της δεύτερης, και εγκλωβίστηκε στο στρατηγικό στόχο του κόμματος με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην εργάζεται για να δημιουργηθεί το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο πάλης, που θα διεκδικούσε και τη διακυβέρνηση της χώρας και την εξουσία, αλλά, παραπέρα, αφού, μ’ αυτόν τον τρόπο δε δημιουργούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική επανάσταση τελικά να την υπονομεύει αδυνατίζοντας στο έπακρο τη δύναμη και το ρόλο του Κόμματος, που είναι προϋπόθεση για την πραγματοποίησή της. 

2. Η ουσιαστική εγκατάλειψη της ιδεολογία μας και η αντικατάστασή της από ένα συνοθύλευμα  τροτσκιστικών και νεοτροτσκιστικών επεξεργασιών, που ιστορικά αποδείχτηκαν λαθεμένες, έχουν ως υπόστρωμα τη μικροαστική ανυπομονησία για τη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ δεν είναι σε θέση στο πολιτικό επίπεδο να αποδώσουν πολιτικές λύσεις με βάση τη λενινιστική αρχή: «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Η ηγεσία του Κόμματος παρασύρθηκε από το γενικό σχήμα ότι ανάμεσα σε δυο κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς δεν μπορεί να παρεμβληθεί ένας τρίτος, που αυτό είναι σωστό, αλλά το επέκτεινε και στα ζητήματα της πολιτικής εξουσίας, πράγμα που είναι λάθος. Δεν υπάρχει πλήρης αντιστοιχία ανάμεσα στο «πολιτικό» και το «κοινωνικό». Έτσι διέγραψε τις μεταβατικές περιόδους, οι οποίες υπάρχουν στην κοινωνία (και στη φύση) και ιστορικά έχουν καταγραφεί (και στη φύση έχουν αποτυπωθεί).

3. Η πολιτική και η στάση του Κόμματος στο εργατικό κίνημα, γιατί απομονώθηκε από την εργατική τάξη, γιατί πέραν του αναγκαίου πολιτικού και ιδεολογικού διαχωρισμού με τις αστικορεφορμιστικές, σοσιαλρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις διαχώρισε και οργανωτικά το εργατικό κίνημα κάθετα μέχρι κάτω. Το αποτέλεσμα ήταν να  αποσύρει πρακτικά και επί της ουσίας τις δυνάμεις του από τα σωματεία και τις ομοσπονδίες με παράγωγο αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασχοληθεί ουσιαστικά, παρά μόνο αποσπασματικά, με τα πραγματικά και άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, στη σύνδεσή τους με το πρόγραμμα του κόμματος και την προοπτική του σοσιαλισμού, αφού αναίρεσε τη βασική αρχή του κομμουνιστικού κινήματος ότι «το κόμμα είναι ο επιστημονικός σοσιαλισμός μέσα στο εργατικό κίνημα». Το γενικό αποτέλεσμα ήταν να αδρανοποιηθούν τα σωματεία των εργαζομένων, αυτός ο θεμελιώδης και αναντικατάστατος οργανωτικός και συνδικαλιστικός θεσμός τους. Έτσι το Κόμμα μας δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει παράλληλα και τον κυβερνητικό συνδικαλισμό και γενικότερα τον οπορτουνισμό. Τελικά αυτή η πολιτική και η στάση του Κόμματος έφερε και τη μείωση των δυνάμεών του μέσα στο εργατικό κίνημα.

4. Η οργανωτική του δομή και λειτουργία, γιατί αναίρεσε στην πράξη το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και τους λενινιστικούς κανόνες λειτουργίας ενός επαναστατικού, κομμουνιστικού κόμματος. Αφαίρεσε το αντικείμενο δουλειάς των ΚΟΒ με αποτέλεσμα αυτές να γενικολογούν γύρω από το στρατηγικό στόχο του κόμματος, να αποσπαστούν από τη ζωντανή πραγματικότητα των εργαζομένων, να σπάσουν τους δεσμούς τους μ’ αυτούς. Να μη μπορούν να αναπτύξουν τη δράση τους στο χώρο τους, που είναι το οξυγόνο για τη λειτουργία των ΚΟΒ, το καθημερινό «σχολείο» για τη δραστηριότητα των κομματικών μελών και για την ανάδειξη στελεχών. Αυτή η κατάσταση έφερε οργανωτική καχεξία και η ανάδειξη των στελεχών δεν ήταν το αποτέλεσμα της δράσης τους και της άμεσης επαφής τους με τους εργαζόμενους.

Γ. Το Κόμμα μας βρίσκεται σε κρίση

Το Κόμμα μας έχει περιέλθει σε κρίση. Κρίση που εκφράζεται στην πολιτική του, την ιδεολογία του και την οργανωτική του λειτουργία. Κορυφαία έκφραση αυτής της κρίσης, γι αυτή τη περίοδο, είναι η ίδια η αλαζονική στάση της ηγεσίας του Κόμματος που αυτοεπαίρεται ότι εν γνώσει της ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα πήγε «κόντρα στο ρεύμα». Δηλαδή, ισχυρίζεται η ηγεσία του Κόμματος ότι είχε προβλέψει το εκλογικό αποτέλεσμα και πήγε στις εκλογές «χτυπώντας τις καμπάνες» μήπως και ακούσουν οι εργαζόμενοι και ο ελληνικός λαός για την «εργατική, λαϊκή εξουσία». Αδιαφόρησε παγερά και παρέκαμψε όλες τις σαφείς και καταγεγραμμένες προειδοποιήσεις εκ μέρους των οπαδών και ψηφοφόρων του Κόμματος για τη γραμμή του Κόμματος. Δεν έλαβε υπόψη της ότι στις δημόσιες συσκέψεις κανείς από τους οπαδούς του Κόμματος δεν τη κατηγόρησε γιατί είπε «όχι» στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την «Αριστερή κυβέρνηση». Την κατηγόρησαν, όμως, γιατί εγκατέλειψε το Πρόγραμμα του Κόμματος.

Μία απάντηση και ένα ερώτημα.

Η απάντηση είναι: Το Κόμμα μας από τότε που δημιουργήθηκε πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Πηγαίνει κόντρα στις αστικές ιδεολογίες, στα κόμματα της ολιγαρχίας, στη σοσιαλδημοκρατία, στο φασισμό, στις προκαταλήψεις των λαϊκών μαζών, στις αντιδημοκρατικές πρακτικές των αστικών πολιτικών δυνάμεων, στην καταστολή, στον αυταρχισμό, στον πόλεμο, στον ανορθολογισμό, στο μυστικισμό, στη μεταφυσική, στις θρησκείες, στις θεωρίες της «ψωροκώσταινας», στην καθυστέρηση, στην εξαθλίωση των εργαζομένων, στην υποτέλεια, στην εξάρτηση, στις ξένες επεμβάσεις, στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό.

Σ’ αυτήν την αιματόβρεχτη και γεμάτη θυσίες πορεία κόντρα στο ρεύμα απέκτησε κύρος, καθορίστηκε ως ιστορικός πατριωτικός και διεθνιστικός προοδευτικός πολιτικός οργανισμός με αδιαμφισβήτητη προσφορά στην ιστορική εξέλιξη της χώρας μας. Υποκλίθηκαν μπροστά του ακόμη και οι αντίπαλοί του. Κόντρα στο ρεύμα αυξήθηκε στις εκλογές του 1981 και κόντρα στο ρεύμα αύξησε τις ψήφους του στις εκλογές το 1985, παρά τη μικρή μείωση του ποσοστού του.
ΠΟΤΕ, όμως δεν πήγε κόντρα στους όρους και τις προϋποθέσεις ωρίμανσης της πολιτικής συνείδησης των λαϊκών μαζών. Και εδώ είναι το πρόβλημα. Η ηγεσία του Κόμματος οδήγησε τα πράγματα σε τέτοιο σημείο, που στη συνείδηση των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών να μειωθεί το κύρος του, να απαξιωθεί ο πολιτικός του λόγος με αποτέλεσμα να του γυρίσουν την πλάτη.

Το ερώτημα είναι:  Πως συμβαίνει οι θέσεις του Κόμματος να έχουν ευρύτερη απήχηση αλλά να βρίσκονται «σε αναντιστοιχία» με το εκλογικό αποτέλεσμα και ταυτόχρονα να έχει προβλέψει αυτό το αποτέλεσμα; Κάθε πολιτικός οργανισμός που προβλέπει ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα είναι αρνητικό γι αυτόν, ταυτόχρονα, διαπιστώνει ότι η απήχηση των θέσεών του μειώνεται. Κάθε πολιτικός οργανισμός που διαπιστώνει την ευρύτερη απήχηση των θέσεών του ανταμείβεται με την αύξηση των δυνάμεών του, ίσως όχι στο βαθμό που θα έπρεπε. Πως εδώ, με την ηγεσία του Κόμματος, συμβαίνει αυτό το παράλογο φαινόμενο;

Φαίνεται ότι η ηγεσία του Κόμματος δεν έχει αντιληφθεί ακόμη ότι το Κόμμα μας το στήριξαν και το ψήφισαν αυτοί που το πόναγαν, που αντιλαμβάνονταν την αναγκαιότητα της ύπαρξής του, την αναγκαιότητα να μην αποκλειστεί από τη βουλή κι ας διαφωνούσαν με την πολιτική του γραμμή. Και μ’ αυτήν την έννοια σημειώθηκαν και ορισμένες επιστροφές ψηφοφόρων.

Το Κόμμα μας βρίσκεται σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Οι κομματικές δυνάμεις θα επωμιστούν το δύσκολο έργο της ανασυγκρότησης και ανάτασης του Κόμματος. Όλοι πρέπει να δώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας και όλες μας τις δυνάμεις. Η ηγεσία του Κόμματος πρέπει να αντιληφθεί και να αναλάβει τις ευθύνες της και να διευκολύνει την ανασυγκρότηση του Κόμματος. Αυτό που χρειάζονται αυτή τη στιγμή οι κομματικές δυνάμεις είναι να κατανικήσουν τα αισθήματα λύπης και απογοήτευσης. Αυτό που δεν χρειάζονται οι κομματικές δυνάμεις είναι να βρεθούν μπροστά σε ένα ανοίκειο κυνήγι μαγισσών. Οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές.


 18/06/2012
       
   

 

          
Περισσότερα... "

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Δήλωση μελών και στελεχών του ΚΚΕ

Αρ. 1

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης του Μάη ανέδειξε για το κόμμα μας, το ηρωικό ΚΚΕ,  την πιο βασική διαπίστωση που προκύπτει από τη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία. Το ΚΚΕ βρίσκεται σε πορεία απομόνωσης από την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα, από τον ελληνικό λαό, εξ αιτίας της πολιτικής γραμμής που ακολουθεί, χρόνια τώρα, η ηγεσία του. Η απόδειξη για αυτήν την εκτίμηση συνάγεται από συγκεκριμένα γεγονότα:

• Κατά την εκλογική αναμέτρηση της 6ης του Μάη μετακινήθηκαν από τα τρία κόμματα που διαχειρίστηκαν το νέο μνημόνιο και τη νέα δανειακή σύμβαση 3.5 εκατ. ψηφοφόροι, με αποτέλεσμα ο μεν ΛΑΟΣ να μείνει εκτός βουλής χάνοντας σημαντικό μέρος της εκλογικής του δύναμης, ενώ η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ να υποστούν συντριπτική ήττα. Ο δικομματισμός για πρώτη φορά μετά το ’74 συγκεντρώνει το χαμηλότερο ποσοστό του, πιο χαμηλό απ’ ότι συγκέντρωσε η Νέα Δημοκρατία μόνη της όταν έχασε τις εκλογές τον Οκτώβρη του 2009. Το πολιτικό σύστημα της χώρας κατέρρευσε.

• Από αυτήν την πρωτοφανή μετακίνηση των λαϊκών μαζών το κόμμα μας κατόρθωσε να αυξηθεί κατά δύο περίπου δεκάδες χιλιάδες ψήφους, σημειώνοντας σημαντικές απώλειες στα τρία κυριότερα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Πειραιάς), στα οποία έχει συγκεντρωθεί το πολύ μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων και στα οποία αναπτύχθηκαν οι πιο αξιόλογοι λαϊκοί αγώνες στο προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Η δυσκολία στην οποία έχει περιέλθει το κόμμα μας, από τη νέα διάταξη των πολιτικών δυνάμεων, είναι αποτέλεσμα της εγκληματικής, πραξικοπηματικής και μέχρι σήμερα αναιτιολόγητης εγκατάλειψης του προγράμματος του κόμματος εκ μέρους της ηγεσίας του, που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο,  και της γραμμής που εφαρμόζει στο εργατικό κίνημα.

Σε μια εποχή που οι προβλέψεις και οι πρόνοιες του 15ου Συνεδρίου δικαιώθηκαν περίτρανα, η ηγεσία του κόμματος εγκατέλειψε την προσπάθεια να εφαρμόσει τη βασική του πρόταση, στο πνεύμα της σύγχρονης περιόδου που διανύουμε, προωθώντας τη δημιουργία του Αντιμονοπωλιακού Αντιιμπεριαλιστικού Δημοκρατικού Μετώπου, που θα διεκδικούσε και τη διακυβέρνηση της χώρας, με τη δημιουργία αντίστοιχης κυβέρνησης, που θα έκφραζε και θα στηριζόταν στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού, στη νεολαία και τη διανόηση της χώρας μας, που θα συνένωνε αρμονικά την πάλη των εργαζομένων για τα άμεσα προβλήματά τους με την προοπτική του σοσιαλισμού.

Αποσπάστηκε από την πραγματικότητα χάνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων και φυγομαχώντας στο όνομα της Λαϊκής Εξουσίας. Ταύτισε με τον πιο χοντροκομμένο και απαράδεκτο τρόπο την Τακτική με τη Στρατηγική του κόμματος. Προκάλεσε και ενοχοποίησε τα αισθήματα των εργαζομένων και παραχώρησε ανεπίτρεπτα το έδαφος στον ΣΥΡΙΖΑ για την ανάπτυξη των  πολιτικών του πρωτοβουλιών, των μικροαστικών απόψεων και ανεδαφικών του θέσεων.

Επέτρεψε στον ΣΥΡΙΖΑ να αξιοποιήσει την έλλειψη μιας ουσιαστικής, άμεσης και αποτελεσματικής πρότασης εκ μέρους του Κόμματος, που θα αφορούσε στη ζοφερή πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν οι μετακινούμενες εργατικές λαϊκές μάζες, τα καταστρεμμένα μικροαστικά στρώματα, να καρπωθεί μια πλατιά κοινωνική διαμαρτυρία των εργαζομένων με ιδιαιτέρως έντονα αντιμνημονιακά και αντιευρωενωσιακά χαρακτηριστικά, έστω κι αν δεν ήταν ακόμη διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν το ευρώ, να έρθουν σε πλήρη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Επί της ουσίας ώθησε τον ΣΥΡΙΖΑ, θέλοντας και μη, να καρπωθεί το αποτέλεσμα μιας μακράς δραστηριότητας του ΚΚΕ, που αφορούσε στην πολιτική και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της καπιταλιστικής κρίσης, στις συνέπειες που υπέστη η χώρα μας από την αποδιάρθρωση και τη συρρίκνωση της παραγωγικής της βάσης, με τη χρεοκοπία της οικονομίας της, που σε πρώτο και κυρίαρχο βαθμό οφείλονται στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνέβαλε σημαντικά στην απενοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ για την ευρωενωσιακή του στάση και πολιτική και τον κατέστησε πρωταγωνιστή στη διαμόρφωση του νέου πολιτικού συστήματος.

Το κυριότερο. Έδωσε τη δυνατότητα στην άρχουσα τάξη και τον ιμπεριαλισμό να προωθήσουν όχι μόνο την απομόνωση του Κόμματος αλλά και να θέσουν, εμμέσως πλην σαφώς, σε αμφισβήτηση ακόμη και την ίδια του την ύπαρξη. Γεγονός το οποίο οδηγεί την ηγεσία του κόμματος σε μια στάση αγωνιώδους και ηττοπαθούς αντιμετώπισης των εκλογών της 17ης του Ιούνη.

Η ηγεσία του Κόμματος επέδειξε απαράδεκτη επιμονή, παρά τις προειδοποιήσεις, σε μια πολιτική που αναμετρήθηκε και κρίθηκε ως αναποτελεσματική. Γι αυτό το λόγο δεν νομιμοποιείται να συμπεριφέρεται μ’ αυτόν τον τρόπο, ο οποίος υποβιβάζει το κύρος του Κόμματος στην εργατική τάξη και στον ελληνικό λαό. Ούτε η ιστορία του κόμματος ούτε οι αξίες και οι δημοκρατικές αρχές λειτουργίας από τις οποίες εμφορείται της επιτρέπουν να τηρεί μια ανάλογη στάση, να μην αναγνωρίζει τα τραγικά της λάθη, να μεταδίδει την ηττοπάθεια. Η αλήθεια είναι μία. Ότι η ηγεσία του Κόμματος αρνήθηκε να παίξει τον πραγματικό, κομμουνιστικό ρόλο της. Τον αρνείται και τώρα.

Μπροστά στις εκλογές στις 17 του Ιούνη το κύριο καθήκον που τίθεται στην ηγεσία είναι, έστω και την ύστατη στιγμή, να τροποποιήσει τη γραμμή του  κόμματος. Το κύριο καθήκον που επιβάλλεται να αναλάβουν τα μέλη και τα στελέχη του κόμματος είναι η υπεράσπιση της ίδιας του της ύπαρξης και της δυναμικής του παρουσίας στην πολιτική σκηνή με κομμουνιστική απαιτητικότητα, για μια νέα ανάταση.

Αυτό που πρέπει να κατανοηθεί ευρύτατα και πάνω απ’ όλα από τους φίλους, τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους του Κόμματος, από όσους πίστεψαν στο ΚΚΕ και την ιστορική του προσφορά ή αναγνωρίζουν τον ιστορικό του ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας, είναι ότι η ύπαρξη και η δράση του κομμουνιστικού κινήματος είναι η αναντικατάστατη δύναμη για την οποιαδήποτε προοδευτική εξέλιξη στη χώρα μας, για τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Να κατανοηθεί ότι δεν πρέπει να επιτρέψουν την επαναφορά παλιών και γνώριμων καταστάσεων, που χρονίσανε και έφεραν τραγικά δεινά για τους εργαζόμενους και για την ίδια την πατρίδα μας. Η χώρα μας δεν έχει ανάγκη να ζήσει  άλλη μια περίοδο και πάλι, που θα είναι αντίγραφο της περιόδου διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ αλλά με νέους παίχτες.

Η ηγεσία του ΚΚΕ θα κριθεί στα όργανα του κόμματος, από τα μέλη του κόμματος. Και θα κριθεί αυστηρά. Όσο σημαντικός κι αν είναι ο ρόλος της, δεν ταυτίζεται με το ίδιο το κόμμα, πολύ περισσότερο όταν δεν μπορεί πλέον να βρίσκεται σ’ αυτή τη θέση. Η ηγεσία του κόμματος θα κριθεί από τους οπαδούς, τους ψηφοφόρους, από την ίδια την εργατική τάξη. Και η εργατική τάξη δεν χαρίζεται. Ούτε ξεχνάει. Ούτε θα επιτραπεί από τα μέλη του κόμματος και από την ίδια την εργατική τάξη η οποιαδήποτε παρερμηνεία ή και η παραμικρή αξιοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος της 17ης του Ιούνη.

Στις 17 του Ιούνη ψηφίζουμε με περισσότερη ευθύνη το ΚΚΕ. Το Κόμμα της Εργατικής Τάξης και όλων των εργαζομένων. Ψηφίζουμε για την ύπαρξη του κομμουνιστικού κινήματος, ενάντια στις χαμένες ευκαιρίες, ενάντια στις απογοητεύσεις, πάνω απ’ όλα, ενάντια στη μεταφορά λαϊκών δυνάμεων σε άλλους πολιτικούς φορείς και κόμματα.
  
 22/05/2012
Περισσότερα... "