Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Δήλωση μελών και στελεχών του ΚΚΕ

Αρ. 2     

Α. Η εκτίμηση για το εκλογικό αποτέλεσμα του Κόμματος               

1. Το αποτέλεσμα των επαναληπτικών εκλογών της 17ης του Ιούνη συνιστά για το Κόμμα μας μία πρωτοφανούς έκτασης εκλογική ήττα, που δεν βρίσκει το ανάλογό της στην πρόσφατη ιστορική του διαδρομή και που θα επιδράσει αποφασιστικά στην παραπέρα πορεία του. Το Κόμμα μας έχασε 258.893 ψήφους, δηλαδή το 48.29% της εκλογικής του δύναμης, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στις εκλογές  της 6ης του Μάη. Από 26 βουλευτές, που είχε εκλέξει, στις επαναληπτικές εκλογές εξέλεξε μόνο 12. Ενώ στην κατάταξη, κατά την εκλογική δύναμη, των κομμάτων που εισέρχονται και αντιπροσωπεύονται στη βουλή κατρακύλησε στην τελευταία θέση.

Από την άποψη της ιστορικής αναλογίας το εκλογικό αποτέλεσμα της  17ης του Ιούνη είναι χειρότερο και από το αποτέλεσμα των εκλογών του 1993, κατά τις οποίες το Κόμμα μας είχε αποσπάσει 313.001 ψήφους έναντι 277.179 ψήφων στις εκλογές της 17ης του Ιούνη και το 4.54% έναντι του 4.50% των ψηφισάντων.  Η διαφορά με τις εκλογές του 1993 βρίσκεται στο γεγονός ότι, τότε, το Κόμμα μας  τελούσε ακόμη κάτω από την ισχυρή επίδραση των δραματικών γεγονότων των ανατροπών των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Κ. και Αν. Ευρώπης αλλά και κάτω από την επίδραση της διάσπασης που είχε υποστεί, όπου έχασε τα 2/3 των κομματικών οργανωμένων του δυνάμεων.

Το εκλογικό αποτέλεσμα αναδεικνύει και επιβεβαιώνει την αδιαμφισβήτητη διαπίστωση ότι το Κόμμα μας έχει εισέλθει σε μια νέα φάση της πορείας του, που το εμφανές χαρακτηριστικό της στοιχείο είναι ότι απομονώνεται από τις λαϊκές και εργαζόμενες μάζες, γεγονός που θα θέσει σε ισχυρή δοκιμασία τη δυνατότητα ανάκαμψής του, παραπέρα θα διακινδυνεύσει ακόμη και την ίδια του την ύπαρξη, εάν συνεχίσει να πορεύεται με μια πολιτική, που για δεύτερη φορά και σε διάστημα ενός μηνός και με τον πιο καταλυτικό και επίσημο τρόπο απορρίφθηκε.

2. Η καθοδική πορεία του Κόμματος είχε ήδη γενικά δρομολογηθεί από το 2007 όπου εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της Γενικής Οικονομικής Κρίσης του καπιταλισμού, όπου το Κόμμα μας αδυνατεί να τοποθετηθεί με σαφήνεια απέναντι σ’ αυτήν   αλλά και να σχεδιάσει άμεσα τον τρόπο που θα την αντιμετωπίσει, σε συνάρτηση με το καθεστώς της ένταξης της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη και με στόχο την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την κρίση και τη χρεοκοπία.

Με την επίσημη αναγνώριση της καπιταλιστικής κρίσης, τον Οχτώβρη του 2008, από τη διεθνή και ντόπια ολιγαρχία και τους πολιτικούς εκπροσώπους τους, η ηγεσία του Κόμματος προβάλλει τη θέση ότι η διέξοδος από την οικονομική κρίση και από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι  «η Λαϊκή Εξουσία και η Λαϊκή Οικονομία», που επεξηγείται περαιτέρω με την επίσημη θέση: Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και έξοδος από την  οικονομική κρίση με εργατική λαϊκή εξουσία, μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους και κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής.

Όσο χρονικό διάστημα αυτή η θέση, που με τους κομματικούς όρους σημαίνει αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και έξοδος από την οικονομική κρίση με σοσιαλιστική επανάσταση, δεν γίνεται από τις λαϊκές και εργαζόμενες μάζες, από τα μικροαστικά στρώματα, που βρίσκονται σε πορεία μαζικής καταστροφής, πραχτικά κατανοητή και για όσο χρονικό διάστημα δεν έχουν απεμπλακεί από το κυρίαρχο αστικό πολιτικό σύστημα του δικομματισμού, το Κόμμα μας μπορεί ακόμα να διατηρεί τις δυνάμεις του και να γίνεται αποδέχτης και ενός μέρους της δυσαρέσκειας που προκαλεί η αντεργατική και αντιλαϊκή πολιτική των αστικών κυβερνήσεων.

Από τη στιγμή, όμως, που οι εργαζόμενοι και τα μικροαστικά στρώματα άρχισαν να εγκαταλείπουν το δικομματισμό - εξ αιτίας της εφαρμοζόμενης, κύρια, οικονομικής πολιτικής - με κορύφωση τις εκλογές της 6ης του Μάη και δεν αναγνώριζαν στην πρόταση διεξόδου που πρόβαλε το Κόμμα μας μια ουσιαστική πρόταση που θα αφορούσε στα άμεσα και καυτά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, σε συνδυασμό με το πρόβλημα της διακυβέρνησης της χώρας και την επίλυση του αναπτυξιακού της προβλήματος, οι εργαζόμενοι και τα μικροαστικά στρώματα που επηρέαζε το εγκατέλειψαν με τον πιο εκκωφαντικό, τιμωρητικό και ιστορικά παραδειγματικό τρόπο.

3. Οι ευθύνες της ηγεσίας του Κόμματος είναι τεράστιες και καθίστανται ακόμη πιο σοβαρές από τη στιγμή που συνεχίζει να αρνείται να τις αναγνωρίσει και να τις παραδεχτεί, από τη στιγμή που ενοχοποιεί, ασυλλόγιστα και ακατανόητα, τις ίδιες τις λαϊκές και εργαζόμενες μάζες, τα μικροαστικά στρώματα, γιατί έπεσαν «θύματα των αυταπατών τους» και της «διαχειριστικής λογικής» της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ!

Η ηγεσία του Κόμματος αποδεικνύει με τη στάση της, στην καλύτερη περίπτωση,  ότι είναι ολοκληρωτικά αποσπασμένη από τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, ότι έχει κατασκευάσει στο μυαλό της και υπηρετεί μια εικονική πραγματικότητα, θολή και συγχυσμένη κι αυτή, που την έχει θεωρητικοποιήσει και που αυτή οδηγεί στη μείωση του κύρους του Κόμματος, στην απομάκρυνση λαϊκών δυνάμεων από αυτό, στην αποδιάρθρωση και στην ασυναρτησία του πολιτικού του λόγου,  στη διάλυση της οργανωτικής του δομής, στον πολιτικό και ιδεολογικό αφοπλισμό των μελών του κόμματος, των οπαδών και ψηφοφόρων του. Με τη στάση της αυτή, επίσης,  η ηγεσία του Κόμματος συμβάλλει στην καλλιέργεια εύλογων αποριών, αναπάντητων ερωτημάτων, ενοχικών αισθημάτων και τάσεων φυγής και απομάκρυνσης των κομματικών δυνάμεων που απέμειναν σ’ αυτό.  

Η απόφαση της Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος, της 18ης του Ιούνη, καταδεικνύει την αποφασιστικότητα της ηγεσίας του Κόμματος να φορτώσει τις ευθύνες για το κραυγαλέα άσκημο εκλογικό αποτέλεσμα στον ίδιο τον εργαζόμενο λαό, να προχωρήσει στον ίδιο ολισθηρό δρόμο που έχει χαράξει. Αναδεικνύει την περίσσεια του ανορθολογικού πολιτικού λόγου που χαρακτηρίζει τη σημερινή ηγεσία του Κόμματος, την αμεριμνησία της και την έλλειψη ευθύνης για το μέλλον του και την ύπαρξή του, αποκαλύπτει τον αλαζονικό της χαρακτήρα.

Η ηγεσία του Κόμματος δεν αντιλαμβάνεται ότι ήδη άλλαξαν οι όροι για την πολιτική δράση του Κόμματος και της δυναμικής του μέσα στο λαϊκό και εργατικό κίνημα, της εθνικής και διεθνούς απήχησής του. Ο σχηματισμός κυβέρνησης και η προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός νέου αστικού πολιτικού συστήματος περιλαμβάνει την με κάθε κόστος εφαρμογή του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, γεγονός που θα οδηγήσει στην αύξηση του αυταρχισμού και της καταστολής, την ίδια στιγμή που  το μακρύ χέρι της «Χρυσής Αυγής» θα αναλαμβάνει να «παρεμβαίνει» στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας και στην καθημερινότητα των εργαζομένων με την καλλιέργεια του φόβου και της τρομοκρατίας.   

Όσο για τη δική μας πρωτοβουλία να δημοσιοποιήσουμε το πολιτικό και κομματικό μας πρόβλημα αμέσως μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη ήρθε η ίδια η ζωή να μας δικαιώσει μπροστά στα μάτια όλων των κομματικών δυνάμεων, των οπαδών και ψηφοφόρων του Κόμματος, να αποδείξει την πολιτική αμετροέπεια όλων εκείνων που μας κατηγόρησαν για τους άδηλους σκοπούς μας, την ίδια στιγμή που οι μεν μας κατέτασσαν στην «απέναντι όχθη» ως «άσπονδους φίλους» και οι άλλοι «στο πλευρό» της ηγεσίας. Αυτοί οι τελευταίοι δεν είχαν καν και το πολιτικό θάρρος να ανακοινώσουν την ανοιχτή τους υποστήριξη στο Κόμμα στις εκλογές, μιλούσαν και μιλούν στο όνομα της σωτηρίας του, αλλά,  δυστυχώς, στην πραγματικότητα, λειτουργούν ως κληρονόμοι των ερειπίων του. Από την πλευρά μας κλείνουμε οριστικά και αμετάκλητα αυτό το θέμα και «με τους μεν» και «με τους δε» και δεσμευόμαστε ότι θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για το ΚΚΕ και να παλεύουμε με το ΚΚΕ.

Β. Ποιοι παράγοντες διαμόρφωσαν το εκλογικό αποτέλεσμα

Η εκλογική αποτυχία του Κόμματος δεν αποτελεί «κεραυνό εν αιθρία». Είναι το αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμα της συνολικής πορείας του, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Οι παράγοντες που το διαμόρφωσαν είναι οι παρακάτω:

1. Η εγκατάλειψη εκ μέρους της ηγεσίας του Προγράμματος του Κόμματος, που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο. Με τον τρόπο αυτό στερήθηκε τη δυνατότητα να προτείνει λύση στην πιο κρίσιμη περίοδο που οι εργαζόμενοι, μετά την εγκατάλειψη του δικομματισμού, πρακτικά έβαζαν θέμα διακυβέρνησης της χώρας. Ταύτισε την τακτική με τη στρατηγική - αποκλείοντας τη πρώτη και στρέφοντάς τη, ταυτόχρονα, σε βάρος της δεύτερης, και εγκλωβίστηκε στο στρατηγικό στόχο του κόμματος με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην εργάζεται για να δημιουργηθεί το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο πάλης, που θα διεκδικούσε και τη διακυβέρνηση της χώρας και την εξουσία, αλλά, παραπέρα, αφού, μ’ αυτόν τον τρόπο δε δημιουργούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική επανάσταση τελικά να την υπονομεύει αδυνατίζοντας στο έπακρο τη δύναμη και το ρόλο του Κόμματος, που είναι προϋπόθεση για την πραγματοποίησή της. 

2. Η ουσιαστική εγκατάλειψη της ιδεολογία μας και η αντικατάστασή της από ένα συνοθύλευμα  τροτσκιστικών και νεοτροτσκιστικών επεξεργασιών, που ιστορικά αποδείχτηκαν λαθεμένες, έχουν ως υπόστρωμα τη μικροαστική ανυπομονησία για τη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ δεν είναι σε θέση στο πολιτικό επίπεδο να αποδώσουν πολιτικές λύσεις με βάση τη λενινιστική αρχή: «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Η ηγεσία του Κόμματος παρασύρθηκε από το γενικό σχήμα ότι ανάμεσα σε δυο κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς δεν μπορεί να παρεμβληθεί ένας τρίτος, που αυτό είναι σωστό, αλλά το επέκτεινε και στα ζητήματα της πολιτικής εξουσίας, πράγμα που είναι λάθος. Δεν υπάρχει πλήρης αντιστοιχία ανάμεσα στο «πολιτικό» και το «κοινωνικό». Έτσι διέγραψε τις μεταβατικές περιόδους, οι οποίες υπάρχουν στην κοινωνία (και στη φύση) και ιστορικά έχουν καταγραφεί (και στη φύση έχουν αποτυπωθεί).

3. Η πολιτική και η στάση του Κόμματος στο εργατικό κίνημα, γιατί απομονώθηκε από την εργατική τάξη, γιατί πέραν του αναγκαίου πολιτικού και ιδεολογικού διαχωρισμού με τις αστικορεφορμιστικές, σοσιαλρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις διαχώρισε και οργανωτικά το εργατικό κίνημα κάθετα μέχρι κάτω. Το αποτέλεσμα ήταν να  αποσύρει πρακτικά και επί της ουσίας τις δυνάμεις του από τα σωματεία και τις ομοσπονδίες με παράγωγο αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασχοληθεί ουσιαστικά, παρά μόνο αποσπασματικά, με τα πραγματικά και άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, στη σύνδεσή τους με το πρόγραμμα του κόμματος και την προοπτική του σοσιαλισμού, αφού αναίρεσε τη βασική αρχή του κομμουνιστικού κινήματος ότι «το κόμμα είναι ο επιστημονικός σοσιαλισμός μέσα στο εργατικό κίνημα». Το γενικό αποτέλεσμα ήταν να αδρανοποιηθούν τα σωματεία των εργαζομένων, αυτός ο θεμελιώδης και αναντικατάστατος οργανωτικός και συνδικαλιστικός θεσμός τους. Έτσι το Κόμμα μας δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει παράλληλα και τον κυβερνητικό συνδικαλισμό και γενικότερα τον οπορτουνισμό. Τελικά αυτή η πολιτική και η στάση του Κόμματος έφερε και τη μείωση των δυνάμεών του μέσα στο εργατικό κίνημα.

4. Η οργανωτική του δομή και λειτουργία, γιατί αναίρεσε στην πράξη το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και τους λενινιστικούς κανόνες λειτουργίας ενός επαναστατικού, κομμουνιστικού κόμματος. Αφαίρεσε το αντικείμενο δουλειάς των ΚΟΒ με αποτέλεσμα αυτές να γενικολογούν γύρω από το στρατηγικό στόχο του κόμματος, να αποσπαστούν από τη ζωντανή πραγματικότητα των εργαζομένων, να σπάσουν τους δεσμούς τους μ’ αυτούς. Να μη μπορούν να αναπτύξουν τη δράση τους στο χώρο τους, που είναι το οξυγόνο για τη λειτουργία των ΚΟΒ, το καθημερινό «σχολείο» για τη δραστηριότητα των κομματικών μελών και για την ανάδειξη στελεχών. Αυτή η κατάσταση έφερε οργανωτική καχεξία και η ανάδειξη των στελεχών δεν ήταν το αποτέλεσμα της δράσης τους και της άμεσης επαφής τους με τους εργαζόμενους.

Γ. Το Κόμμα μας βρίσκεται σε κρίση

Το Κόμμα μας έχει περιέλθει σε κρίση. Κρίση που εκφράζεται στην πολιτική του, την ιδεολογία του και την οργανωτική του λειτουργία. Κορυφαία έκφραση αυτής της κρίσης, γι αυτή τη περίοδο, είναι η ίδια η αλαζονική στάση της ηγεσίας του Κόμματος που αυτοεπαίρεται ότι εν γνώσει της ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα πήγε «κόντρα στο ρεύμα». Δηλαδή, ισχυρίζεται η ηγεσία του Κόμματος ότι είχε προβλέψει το εκλογικό αποτέλεσμα και πήγε στις εκλογές «χτυπώντας τις καμπάνες» μήπως και ακούσουν οι εργαζόμενοι και ο ελληνικός λαός για την «εργατική, λαϊκή εξουσία». Αδιαφόρησε παγερά και παρέκαμψε όλες τις σαφείς και καταγεγραμμένες προειδοποιήσεις εκ μέρους των οπαδών και ψηφοφόρων του Κόμματος για τη γραμμή του Κόμματος. Δεν έλαβε υπόψη της ότι στις δημόσιες συσκέψεις κανείς από τους οπαδούς του Κόμματος δεν τη κατηγόρησε γιατί είπε «όχι» στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την «Αριστερή κυβέρνηση». Την κατηγόρησαν, όμως, γιατί εγκατέλειψε το Πρόγραμμα του Κόμματος.

Μία απάντηση και ένα ερώτημα.

Η απάντηση είναι: Το Κόμμα μας από τότε που δημιουργήθηκε πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Πηγαίνει κόντρα στις αστικές ιδεολογίες, στα κόμματα της ολιγαρχίας, στη σοσιαλδημοκρατία, στο φασισμό, στις προκαταλήψεις των λαϊκών μαζών, στις αντιδημοκρατικές πρακτικές των αστικών πολιτικών δυνάμεων, στην καταστολή, στον αυταρχισμό, στον πόλεμο, στον ανορθολογισμό, στο μυστικισμό, στη μεταφυσική, στις θρησκείες, στις θεωρίες της «ψωροκώσταινας», στην καθυστέρηση, στην εξαθλίωση των εργαζομένων, στην υποτέλεια, στην εξάρτηση, στις ξένες επεμβάσεις, στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό.

Σ’ αυτήν την αιματόβρεχτη και γεμάτη θυσίες πορεία κόντρα στο ρεύμα απέκτησε κύρος, καθορίστηκε ως ιστορικός πατριωτικός και διεθνιστικός προοδευτικός πολιτικός οργανισμός με αδιαμφισβήτητη προσφορά στην ιστορική εξέλιξη της χώρας μας. Υποκλίθηκαν μπροστά του ακόμη και οι αντίπαλοί του. Κόντρα στο ρεύμα αυξήθηκε στις εκλογές του 1981 και κόντρα στο ρεύμα αύξησε τις ψήφους του στις εκλογές το 1985, παρά τη μικρή μείωση του ποσοστού του.
ΠΟΤΕ, όμως δεν πήγε κόντρα στους όρους και τις προϋποθέσεις ωρίμανσης της πολιτικής συνείδησης των λαϊκών μαζών. Και εδώ είναι το πρόβλημα. Η ηγεσία του Κόμματος οδήγησε τα πράγματα σε τέτοιο σημείο, που στη συνείδηση των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών να μειωθεί το κύρος του, να απαξιωθεί ο πολιτικός του λόγος με αποτέλεσμα να του γυρίσουν την πλάτη.

Το ερώτημα είναι:  Πως συμβαίνει οι θέσεις του Κόμματος να έχουν ευρύτερη απήχηση αλλά να βρίσκονται «σε αναντιστοιχία» με το εκλογικό αποτέλεσμα και ταυτόχρονα να έχει προβλέψει αυτό το αποτέλεσμα; Κάθε πολιτικός οργανισμός που προβλέπει ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα είναι αρνητικό γι αυτόν, ταυτόχρονα, διαπιστώνει ότι η απήχηση των θέσεών του μειώνεται. Κάθε πολιτικός οργανισμός που διαπιστώνει την ευρύτερη απήχηση των θέσεών του ανταμείβεται με την αύξηση των δυνάμεών του, ίσως όχι στο βαθμό που θα έπρεπε. Πως εδώ, με την ηγεσία του Κόμματος, συμβαίνει αυτό το παράλογο φαινόμενο;

Φαίνεται ότι η ηγεσία του Κόμματος δεν έχει αντιληφθεί ακόμη ότι το Κόμμα μας το στήριξαν και το ψήφισαν αυτοί που το πόναγαν, που αντιλαμβάνονταν την αναγκαιότητα της ύπαρξής του, την αναγκαιότητα να μην αποκλειστεί από τη βουλή κι ας διαφωνούσαν με την πολιτική του γραμμή. Και μ’ αυτήν την έννοια σημειώθηκαν και ορισμένες επιστροφές ψηφοφόρων.

Το Κόμμα μας βρίσκεται σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Οι κομματικές δυνάμεις θα επωμιστούν το δύσκολο έργο της ανασυγκρότησης και ανάτασης του Κόμματος. Όλοι πρέπει να δώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας και όλες μας τις δυνάμεις. Η ηγεσία του Κόμματος πρέπει να αντιληφθεί και να αναλάβει τις ευθύνες της και να διευκολύνει την ανασυγκρότηση του Κόμματος. Αυτό που χρειάζονται αυτή τη στιγμή οι κομματικές δυνάμεις είναι να κατανικήσουν τα αισθήματα λύπης και απογοήτευσης. Αυτό που δεν χρειάζονται οι κομματικές δυνάμεις είναι να βρεθούν μπροστά σε ένα ανοίκειο κυνήγι μαγισσών. Οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές.


 18/06/2012