Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Προσκλητήριο αγώνα


Οι στιγμές είναι αδιαμφισβήτητα κρίσιμες για το ΚΚΕ. Δεν προσφέρονται για μεγάλα λόγια. Η αίσθηση της δύσκολης κατάστασης που έχει περιέλθει το Κόμμα μας έχει αγγίξει ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Ανησυχούν. Όσο για μας, δηλώνουμε για άλλη μια φορά ότι έχουμε πλήρη συνείδηση των συνθηκών που περνάει η χώρα μας και το Κόμμα μας.

Δεν τρέφουμε καμία αυταπάτη για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε για το ρόλο των αστικών πολιτικών δυνάμεων αλλά ούτε, παραπέρα, και για τους στόχους τους σε ότι αφορά το ΚΚΕ.
Ανέκαθεν η αστική τάξη της χώρας μας και ο ιμπεριαλισμός είχαν ως βασική τους επιδίωξη να περιθωριοποιήσουν το ΚΚΕ, να εμποδίσουν τη δράση του μέσα στην ελληνική κοινωνία, αν ήταν δυνατόν και να την εκμηδενίσουν.

Προσπαθούσαν επίμονα και αδιάλειπτα να μειώσουν το κύρος του, την εκλογική του δύναμη και την ευρύτερη επιρροή που ασκεί στον ελληνικό λαό, που, με τη σειρά της, επιδρά σοβαρά στις πολιτικές εξελίξεις του τόπου, στη διαμόρφωση της πολιτικής και γενικότερα της κοινωνικής συνείδησης του λαού μας, της στάσης του απέναντι στις διάφορες αστικές κυβερνήσεις.

Η αστική τάξη της χώρας επεδίωκε σταθερά, επίσης,  να σπάσει τους δεσμούς του ΚΚΕ με την εργατική τάξη ειδικά, να ακυρώσει τον πρωτοπόρο ρόλο του μέσα στο εργατικό κίνημα. Αυτόν το στόχο υπηρετούσε και εξακολουθεί να υπηρετεί ο κυβερνητικός συνδικαλισμός.

Κι όταν η αστική τάξη αισθανόταν ότι κινδύνευε από το ΚΚΕ δε δίσταζε να χρησιμοποιήσει την καταστολή, τις διώξεις, τις εξορίες, τις φυλακές ακόμη και τις εκτελέσεις.

Ταυτόχρονα πρέπει να είναι πεντακάθαρο ότι δεν τρέφουμε κάποια αυταπάτη για τα όρια που μπορεί να κινηθεί η επίσημη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Και για να είμαστε απόλυτα σαφείς - και για να αφαιρεθεί κάθε πρόσχημα από τον οποιονδήποτε, ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα για άλλη μια φορά ως προς αυτόν το συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό.

Γιατί οι εύκολες και οι ανέξοδες κατηγορίες είναι πάντα ένας τρόπος, ανεπιτυχής βέβαια, να απαντάει κανείς στα επίδικα ζητήματα παρακάμπτοντας την ουσία των πραγμάτων.

*****
Ο ΣΥΡΙΖΑ, κοινωνικά, εκπροσωπεί γενικά τα συμφέροντα των μικροαστικών στρωμάτων: μικρών, μεσαίων, ορισμένων ανώτερων τμημάτων των στρωμάτων αυτών που προσεγγίζουν τη μη μονοπωλιακή αστική τάξη, τα οποία ήταν και είναι προσανατολισμένα προς την αστική τάξη και επιδρούν συνολικά στην κοινωνική αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτήν την έννοια δέχονται, αυτά τα στρώματα, και τις επιλογές στρατηγικής σημασίας της αστικής τάξης, όπως είναι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ. Παραπέρα, ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί ένα τμήμα της διανόησης, της εργατικής αριστοκρατίας και της δημοσιοϋπαλληλίας.  

Ο ΣΥΡΙΖΑ, επηρεάζει υψηλά αμειβόμενα τμήματα της εργατικής τάξης.  Και όπως έδειξαν τα εκλογικά αποτελέσματα της 6ης του Μάη η επιρροή αυτή αυξήθηκε σημαντικά και επεκτάθηκε και προς χαμηλότερα αμειβόμενα τμήματα της εργατικής τάξης. Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα στις αντίστοιχες εκλογικές περιφέρειες, που είναι συγκεντρωμένη η εργατική τάξη, αποδεικνύουν αυτόν τον ισχυρισμό μας, σε αντίθεση με τη μείωση που υπέστη το Κόμμα μας. Αύξησε, επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ την επιρροή του γενικά και στην ύπαιθρο.

Από την άποψη της ευρύτερης στρατηγικής του σύλληψης ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υιοθετήσει ως βασική του θέση τη συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη. Λογική συνέπεια των κοινωνικών στρωμάτων που εκπροσωπεί. Επομένως ταυτίζεται με το στρατηγικό στόχο της άρχουσας τάξης και των πολιτικών της κομμάτων.

Το γεγονός της ταύτισης παρέχει τη δυνατότητα στην άρχουσα τάξη να επιδιώκει να εγκλωβίσει συνολικά τον ΣΥΡΙΖΑ, στο πλαίσιο του αστικού πολιτικού συστήματος, σε μια πολιτική που την εξυπηρετεί. Κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών ήταν σαφής η στάση της άρχουσας τάξης απέναντί του και εκφράστηκε με την πρόταση για συμμετοχή του σε κυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Η κατάθεση του επικαιροποιημένου κυβερνητικού  προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ δίνει τη δυνατότητα προσέγγισής του από την αστική τάξη της χώρας.


Οι ταλαντεύσεις και η διχοστασία στη στάση του ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στη στρατηγική του επιλογή - την οποία τη θεωρεί και αδιαπραγμάτευτη, για παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ και την άρνηση των μνημονίων - που αποτελούν τη συνολική οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξηγείται από τις ταλαντεύσεις των κοινωνικών στρωμάτων που εκπροσωπεί και εκφράζει, αλλά και την πίεση που δέχεται από τα εργατικά τμήματα που επηρεάζει. Η τελική στάση του ΣΥΡΙΖΑ θα κριθεί από την επίδραση της εργατικής τάξης πάνω στα μικροαστικά στρώματα συνολικά και ιδιαίτερα γι αυτά που εκφράζονται μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ.  

Ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα που καταθέτει για να τεκμηριώσει το «δικό του δρόμο προς το σοσιαλισμό», αυτό που πρέπει να κρατήσουμε αναλλοίωτο  είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, υιοθετώντας τη στρατηγική της άρχουσας τάξης ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν πρόκειται να φτάσει ποτέ στο σοσιαλισμό, όσο κι αν το ισχυρίζεται. Ταυτόχρονα, υπονομεύει την οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική του λογική, η οποία, τελικά, υποκλίνεται στις επιλογές και τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι κι αλλιώς η μεταρρυθμιστική του λογική, σε τελική ανάλυση, δεν ξεπερνά τα αστικά όρια. Έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα.

Την ίδια στιγμή, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, και δεδομένων των οικονομικών συνθηκών που αντιμετωπίζει η χώρα μας σε περίοδο οξύτατης οικονομικής κρίσης, καταψηφίζει τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις, τους εφαρμοστικούς νόμους, για τον αντιλαϊκό τους χαρακτήρα αλλά και με το επιχείρημα ότι αυτή η πολιτική που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση οδηγεί, τελικά, τη χώρα εκτός ευρώ και εκτός της Ένωσης. Πράγμα που στο πεδίο της εφαρμογής μιας συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής δεν αποκλείεται και να συμβεί.

Η σοβαρότητα αυτής της τοποθέτησης του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ήσσονος σημασίας, γιατί αποδεικνύει ότι ακόμη και στην εκδοχή που η ίδια οικονομική πολιτική, που εφαρμόζεται από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ελληνικής ολιγαρχίας, οδηγεί στη χρεοκοπία (η χρεοκοπία είναι ήδη γεγονός) και στην έξοδο από το ευρώ και δρομολογεί διαδικασίες ολοκληρωτικής εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, (δηλαδή στον αντίθετο από τον επιδιωκόμενο στόχο) ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη το «κουράγιο» να ταυτίζεται με τη στρατηγική της αστικής τάξης και των δυνάμεων του κεφαλαίου. Αποδεικνύει την πλήρη του θεωρητική και πολιτική ανικανότητα να «διαβάσει» την πραγματικότητα που κυλάει μπροστά του. Αλλά δεν παραξενευόμαστε, γιατί αυτά είναι τα πολιτικά όρια του ΣΥΡΙΖΑ. Προσδιορίζονται από την ίδια του τη στρατηγική και είναι αστικά.

Το αντικειμενικό, όμως, γεγονός, που πρέπει να σημειωθεί οπωσδήποτε, σ’ αυτό το σημείο, είναι ότι απέρριψε μια πολιτική που σχεδιάστηκε από τους ιθύνοντες κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης - της Γερμανίας εν πρώτοις, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και που δεν αφορούσε ειδικά τη χώρα μας. Οι παραπάνω οργανισμοί είναι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί και η ύπαρξή τους αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο να υπηρετούν τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Η Γερμανία είναι ιμπεριαλιστική χώρα, που από τη θέση που κατέχει ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποβάλλει τους εργαζόμενους της χώρας μας σε διπλή εκμετάλλευση.

Αυτή η πολιτική, με ανάλογα μέτρα όπως των μνημονίων, αφορά ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφαρμόζει το γράμμα και το πνεύμα της Συνθήκης του Μάαστριχτ και ιδιαίτερα της Συνθήκης της Λισαβόνας. Και η αιτιολόγηση για την εφαρμογή της είναι γνωστή. Η οικονομική κρίση, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος. Δεν είναι μια προσχηματική αιτιολόγηση, όπως, τουλάχιστον αρχικά, την αντιμετώπισε η ηγεσία του Κόμματος. Έχει να κάνει με τις εκδηλώσεις της κρίσης που αντιμετωπίζει ο καπιταλισμός από το ’90 και μετά, έχει να κάνει και με τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
*****
Ποιος ήταν ο λόγος που υποχρέωσε τον ΣΥΡΙΖΑ να πάρει μια καταδικαστική θέση ως προς τα μνημόνια, τις δανειακές συμβάσεις και τους εφαρμοστικούς νόμους; Μα η εντεινόμενη και η επιταχυνόμενη καταστροφή των μεσαίων στρωμάτων, που σημειώθηκε στην ελληνική κοινωνία και που ήταν πρωτοφανής για την νεότερη ιστορία της χώρας μας. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήθελε να υπονομεύσει τη σχέση του με τα μεσαία στρώματα και να μην υποστεί απώλειες στην εκλογική του βάση δεν μπορούσε παρά να πάρει μια τέτοια θέση. Διαφορετικά με μια οποιαδήποτε άλλη θέση είτε θα ταυτιζόταν με το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία είτε θα «έτρεχε» από πίσω τους.


Ταυτόχρονα, όμως, η θέση του αυτή, εκ των πραγμάτων, είχε άμεση αναφορά και στους εργαζόμενους. Γιατί τα μνημόνια και οι δανειακές συμβάσεις, οι εφαρμοστικοί νόμοι, υλοποιούσαν στην πράξη τη λιτότητα, τις περικοπές των κοινωνικών δαπανών, τη μείωση του εργατικού εισοδήματος, τη μείωση των συντάξεων, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων, το ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας και τόσα άλλα. Δηλαδή, η θέση αυτή, συναρτόταν με τους όρους ζωής των εργαζομένων και τις κατακτήσεις τους και ταυτόχρονα αναφερόταν στο συντριπτικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη συγκυρία και για ένα θέμα, που αφορούσε στη συνολική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στους εργαζόμενους και τα μικροαστικά στρώματα, που για τη χώρα μας εκφραζόταν μέσα από τη μνημονιακή πολιτική, υιοθέτησε ένα εργατικό αίτημα, που στο χαρακτήρα του ήταν αντιμονοπωλιακό, αντιιμπεριαλιστικό.

Την ίδια στιγμή, και ιδιαίτερα μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη, διαπιστώνουμε όλοι πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αδύνατον να υπερασπιστεί μια θέση που πήρε και που επί της ουσίας στρέφεται ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε τελική ανάλυση ενάντια και στη δική του στρατηγική. Πρέπει δε να πούμε ότι μέσα στο πλαίσιο της σχετικής αυτονομίας της πολιτικής από την οικονομία ο ΣΥΡΙΖΑ το ήθελε ή δεν το ήθελε να πάρει μια ανάλογη θέση, για έναν άλλο πολιτικό σχηματισμό αυτό δεν έχει πρωταρχική σημασία.

Πρωταρχικής σημασίας ζήτημα, που προέκυπτε και από τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ότι έτσι κι αλλιώς είχε ανοίξει το θέμα της μνημονιακής πολιτικής, το εάν υπήρχε εναλλακτική πρόταση ως προς αυτήν. Την ίδια στιγμή, εκ των πραγμάτων, άνοιγε και το θέμα παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Γιατί η αμφισβήτηση της μνημονιακής πολιτικής, λόγω του περιεχομένου της, οδηγούσε αναγκαστικά και στην αμφισβήτηση της στρατηγικής της άρχουσας τάξης και του ΣΥΡΙΖΑ. 


Τη σημασία αυτού του γεγονότος την αντιλήφθηκαν ταχύτατα τα κόμματα της αστικής τάξης και εκφράστηκε στη στάση τους. Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, με διαφορετικές τακτικές προσέγγισης, απαιτούν από το ΣΥΡΙΖΑ να διαβεβαιώσει ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ είναι ανεπίστρεπτη επιλογή για τη χώρα. Η Νέα Δημοκρατία κατηγορεί ευθέως τον ΣΥΡΙΖΑ ότι με τη στάση του δρομολογεί την απομάκρυνση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Το ΠΑΣΟΚ προτείνει τη στήριξη κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με μόνη προϋπόθεση την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ.  Σ’ αυτή τη στάση των αστικών κομμάτων ο ΣΥΡΙΖΑ απάντησε με τη διαβεβαίωση της παραμονής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ.   

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σ’ αυτό το σημείο είναι: η άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στη μνημονιακή πολιτική ήταν μια ολοκληρωμένη και αιτιολογημένη άρνηση; Όχι, είναι η απάντηση. Αντέταξε κάποιο πρόγραμμα που θα αντιμετώπιζε τη μνημονιακή πολιτική στο σύνολό της; Ούτε, είναι η απάντηση. Γιατί τα δέκα σημεία που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ - μέχρι να καταθέσει το κυβερνητικό του πρόγραμμα, δεν ήταν επαρκή για να αποτελέσουν την απάντηση στα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις. Και την ίδια στιγμή μπορούσαν να γίνουν «λάστιχο», δεκτικά πολλών ερμηνειών. Το μετεκλογικό αλαλούμ του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι να δημοσιοποιήσει το κυβερνητικό του πρόγραμμα, δικαιολογεί και αποδεικνύει τον ισχυρισμό μας. Με τη δημοσιοποίηση του κυβερνητικού του προγράμματος τα πράγματα ξεκαθαρίζουν περισσότερο.

Όμως η άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι κι αλλιώς, συνιστούσε μια πολιτική άρνηση, που σχετιζόταν με μια πολιτική που εφαρμοζόταν φανατικά από το δικομματισμό με τη συνδρομή του ΛΑΟΣ και στο όνομα να παραμείνει η χώρα μας στο ευρώ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και να ξεπεράσει την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία. Και επειδή άνοιγε αντικειμενικά και συνολικά τα θέματα τόσο της μνημονιακής πολιτικής όσο και των στρατηγικών επιλογών της άρχουσας τάξης και των κομμάτων της, αλλά και του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, προσφερόταν να κατατεθεί στον ελληνικό λαό και η προγραμματική πρόταση του 15ου Συνεδρίου του Κόμματος, που θα βοηθούσε στο σωστό προσανατολισμό των μετακινούμενων λαϊκών μαζών και στην ανάδειξη του πραγματικού πολιτικού και οικονομικού προβλήματος της χώρας.   

*****
Στο πολιτικό επίπεδο, της διακυβέρνησης της χώρας, ο ΣΥΡΙΖΑ συνόδευσε την άρνηση των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων με την πρόταση της «Αριστερής Κυβέρνησης». Η πρόταση αυτή απευθυνόταν στο ΚΚΕ και στη ΔΗΜΑΡ, κατά κύριο λόγο, και σε όποιο άλλο αριστερό κόμμα ενδεχομένως θα έμπαινε στη βουλή και θα είχε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Δεν άφηνε απέξω, είτε με τη συμμετοχή είτε με την ανοχή, το κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί τώρα είναι: Αν στο σύνολό της η πρόταση που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια αξιόπιστη πρόταση και από την άποψη του περιεχομένου της και από την άποψη των πολιτικών δυνάμεων που θα την υλοποιούσαν .  Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Και είναι αρνητική, γιατί δεν αντιμετώπιζε το βασικότερο παράγοντα που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην οικονομική κρίση που περνάει η χώρα μας όσο και τη χρεοκοπία στην οποία περιήλθε. Κι ο παράγοντας αυτός ήταν η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ.

Δεν ήταν, επίσης, αξιόπιστη και από την άποψη των πολιτικών δυνάμεων που θα την υλοποιούσαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ απευθύνθηκε ταυτόχρονα στο ΚΚΕ και τη ΔΗΜΑΡ, αξιοποιώντας το λαϊκό αίσθημα για μια άλλη κυβερνητική λύση πέραν του δικομματισμού, που αντιπροσώπευαν διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και στρώματα. Το ΚΚΕ ως κόμμα της εργατικής τάξης και τη ΔΗΜΑΡ που αποτελεί δημιούργημα της αστικής τάξης και φιλοδοξεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αναμόρφωση της σοσιαλδημοκρατίας στη χώρα μας μπροστά στην κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ.

Μια τέτοια πρόταση για κυβερνητική λύση ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί, ακόμη κι αν υπήρχαν οι αριθμητικές προϋποθέσεις.  Ο όλος χειρισμός από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει ότι είχε ως κύριο στόχο την πλαγιοκόπηση του ΚΚΕ. Και εδώ ελέγχεται η ηγεσία του Κόμματος που με την εγκατάλειψη της προγραμματικής πρότασης του 15ου Συνεδρίου επέτρεψε σε μια αγκομαχούσα, μέχρι πρότινος, πολιτική δύναμη να εισέλθει στη βουλή να μετατρέπεται σε μικρό χρονικό διάστημα, εκμεταλλευόμενη την κινητικότητα των λαϊκών μαζών, σε εν δυνάμει κυβερνητική δύναμη. Όμως…

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ αναδείκνυε δύο αντικειμενικές παραμέτρους. Η μία παράμετρος ήταν η απόρριψη της μνημονιακής πολιτικής, που από μόνη της μπορούσε να τροφοδοτήσει διαδοχικές εξελίξεις, γιατί αποτελούσε το πρώτο και το πιο άμεσο γεγονός το οποίο είχε αντιληφθεί ο ελληνικός λαός και επικροτούσε στη συντριπτική του πλειοψηφία. Ακόμη και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, τα ΜΜΕ που τις υποστήριζαν, διατείνονταν ότι το μνημόνιο ήταν ένας αναγκαστικός δρόμος, που δεν ήταν σίγουρο ότι θα μας οδηγούσε σε ασφαλές τέρμα, αλλά ήταν ο μόνος δρόμος που θα μας κράταγε ως χώρα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ.

Και εδώ σημειώνεται μια σαφής αντίθεση ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τις αστικές πολιτικές δυνάμεις (όχι όλες) ως προς την πολιτική που θα κρατήσει τη χώρα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ ισχυρίζονται ότι η μνημονιακή πολιτική μας κρατάει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται το ακριβώς αντίθετο.

Η δεύτερη παράμετρος ήταν ότι ο ελληνικός λαός άκουγε και αποδεχόταν ότι οι δυνάμεις του δικομματισμού δεν μπορούν πλέον να αποτελούν πολιτική λύση στο ζήτημα της διακυβέρνησης της χώρας και υπήρχε η ανάγκη να αναλάβουν οι αριστερές δυνάμεις. Από την εποχή του ’74 για πρώτη φορά μπαίνει ανοιχτά το θέμα της αριστερής διακυβέρνησης με τέτοιο άμεσο τρόπο.

Και τις δύο αυτές παραμέτρους η ηγεσία του Κόμματος τις υποτίμησε σε τέτοιο βαθμό, που από την άποψη της πολιτικής διορατικότητας μπορούμε να πούμε ότι βρέθηκε σε συνθήκες ομαδικής πολιτικής τύφλωσης. Δεν μπόρεσε να αξιολογήσει τα αντικειμενικά δεδομένα της κατάστασης που δημιουργήθηκε.

Και κάτι ακόμη που έχει σημασία για το πολιτικό ρεύμα που αναπτύχθηκε στην ελληνική κοινωνία υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Απορρίπτοντας το μνημόνιο και κάνοντας πρόταση αριστερής διακυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλοντας και μη, μπαίνει στη ροή των πολιτικών πραγμάτων, πάντα, βέβαια, με τη δική του αντίληψη. Αποκτάει την πρωτοβουλία των κινήσεων, ελλείψει άλλης πρότασης, δίνοντας ή μη  δίνοντας ουσιαστικές απαντήσεις στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, για την επίλυση των προβλημάτων τους. Αντιμετωπίζει μια πολιτική αντιπαράθεση, σε σχέση με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, από διαφορετική θέση. Δυνάμει κυβερνητική.

Το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να το παραβλέπει κανείς, γιατί αλλάζει η οπτική γωνία που κοιτάνε οι εργαζόμενοι τον ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάει πάνω στη στέρεη  βάση των άμεσων και πραγματικών προβλημάτων των εργαζομένων και των καταστρεμμένων μεσαίων στρωμάτων και ανεξάρτητα από το τι προτείνει καταγγέλλοντας τη μνημονιακή πολιτική δημιουργεί ελπίδες.  Έχει μπροστά του πραγματικό έδαφος άσκησης πολιτικής. Και το έχει από πριν τις εκλογές. Γιατί με την άνοδο που του δίνουν όλες ανεξαίρετα οι δημοσκοπήσεις προεκλογικά αρχίζει να μορφοποιείται η αίσθηση μέσα στον ελληνικό λαό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αλλάζει θέση μέσα στο πολιτικό σκηνικό και μπορεί να παίξει κυβερνητικό ρόλο. Άρα μπορεί να συγκρατήσει, έστω και για λίγο, την κατηφόρα της αντιλαϊκής πολιτικής.

Είναι ένα άλλο σημείο για το οποίο ελέγχεται η ηγεσία του Κόμματος, γιατί δεν κατάλαβε γρήγορα ότι η θέση της περί ισχυρής αντιπολιτευτικής δύναμης άρχισε να εξανεμίζεται από πριν τις εκλογές. Γι αυτό το λόγο πριν τις εκλογές σημειώνονται σημαντικές απώλειες προς τον ΣΥΡΙΖΑ και μετά τις εκλογές, και παρά την αύξηση που σημείωσε το ΚΚΕ, η αίσθηση που επικρατεί στον ελληνικό λαό είναι ότι το ΚΚΕ ηττήθηκε.
*****
Η ηγεσία του ΚΚΕ, στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, απαντάει με τη βασική της πρόταση που σταθερά καταθέτει τα τελευταία χρόνια. Έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση με Λαϊκή Εξουσία και διαγραφή του χρέους. Η θέση αυτή από την άποψη της διαλεκτικής λογικής δεν αντέχει σε καμία κριτική. Γιατί:

 -     την ώρα που οι ίδιες οι κυρίαρχες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζητούν το ενδεχόμενο αναγκαστικής εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ,

 -     την ώρα που αστοί οικονομολόγοι επιστήμονες υποστηρίζουν την άποψη ότι η Ελλάδα πρέπει να φύγει από το ευρώ για να σωθεί - ορισμένοι απ’ αυτούς υποστηρίζουν και την άποψη της πλήρους αποδέσμευσης,

 -     την ώρα που ο Β. Σόϊμπλε ουσιαστικά προτείνει στον Ευάγγελο Βενιζέλο, υπό τύπο ερωτήματος, την έξοδο από το ευρώ,

 -     την ώρα που η θέση που εκφράζει η Αλέκα Παπαρήγα για λογαριασμό του Κόμματος είναι ότι αύριο η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα είναι η ίδια όπως είναι σήμερα - πράγμα που σημαίνει ότι ορισμένες χώρες θα μείνουν εκτός,

 -     την ώρα που υπάρχουν πραγματικά σχέδια στα συρτάρια των κυρίαρχων δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για αναδιάρθρωσή της, που θα προβλέπει νέα δομή, ίσως και με διαφορετικό νόμισμα, για χώρες που θα μείνουν  έξω από τη νέα δομή,

 -     την ίδια ώρα η ηγεσία του Κόμματος για την υλοποίηση ενός ζητήματος, που  από την άποψη του χαρακτήρα του είναι αστικό, απαιτεί και προϋποθέτει τη σοσιαλιστική επανάσταση για να πραγματοποιηθεί η αποδέσμευση. Μη αναλογιζόμενη ότι αυτό το ζήτημα από τη φύση του αστικό μπορούσε να πραγματοποιηθεί και από μια αστική κυβέρνηση.

Δεν πρόκειται για μια απλώς λαθεμένη λογική. Πρόκειται για μια εγκληματικά λαθεμένη λογική, που έχει απορρίψει κάθε έννοια ακόμη κι αυτής της απλής τυπικής λογικής, που διδάσκονται οι μαθητές στα πρώτα βήματά τους στο δημοτικό σχολείο. Πρόκειται για μια λογική  αταίριαστη και απαγορευτική για την ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος, που αποδεικνύει την επιστημονική και πολιτική της ανεπάρκεια, το βολονταρισμό της, το φευγιό της από το έδαφος της πραγματικότητας.


Τα ερωτήματα που εκκρεμούν και πρέπει να απαντηθούν, ως προέκταση όλων των παραπάνω,  είναι δύο και αφορούν τη στάση ενός κομμουνιστικού κόμματος και της εργατικής τάξης της ίδιας απέναντι σε αστικά αιτήματα:

Το πρώτο. Υπάρχει περίπτωση η εργατική τάξη και το κόμμα της να αναλάβουν να υπερασπιστούν αστικά αιτήματα τα οποία η αστική τάξη τα έχει εγκαταλείψει πλέον; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απερίφραστα, ναι. Τέτοια αιτήματα είναι η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας σε τρίτους - διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως το ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση, διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, ΠΟΕ κλπ. Επίσης ζητήματα εθνικής ανεξαρτησίας, άμυνας, δημοκρατίας κλπ. Μπορεί να υπερασπιστεί, επίσης, αστικά αιτήματα όπως: η κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της ενέργειας, του ορυκτού πλούτου, της υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής ασφάλισης, των στρατηγικών επιχειρήσεων εθνικής σημασίας, των ΔΕΚΟ, των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών, της δημιουργίας παραγωγικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων στην αγροτική οικονομία  κ.α.

Απαραίτητος όρος για την πραγματοποίηση και εφαρμογή τέτοιων αιτημάτων είναι ο εργατικός έλεγχος και η ετοιμότητα της εργατικής τάξης και γενικότερα του εργαζόμενου λαού μέσα από την ανάπτυξη της δράσης και την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος να υπερασπίσει και να στηρίξει τέτοια αιτήματα στη δημοκρατικότερη μορφή τους.

Το πλεονέκτημα και το όφελος σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ότι η εργατική τάξη δημιουργεί τους όρους της υλικής ωρίμανσης της ελληνικής κοινωνίας και βάζει τις προϋποθέσεις που θα της είναι τελείως απαραίτητες για τη δημιουργία μιας υλικής βάσης πάνω στην οποία θα στηριχτεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρέπει να είναι καθαρό, ότι είναι ένα αστικό, στο χαρακτήρα του, ζήτημα, το οποίο αφορά, ταυτόχρονα, την εργατική τάξη και το κόμμα της, γιατί σοσιαλισμός μέσα στα όρια λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αδύνατον να οικοδομηθεί. Το πρόβλημα που υπάρχει εδώ είναι αν η αποδέσμευση θα προκύψει με ή χωρίς σοσιαλιστική επανάσταση.

Χωρίς να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι είναι αδύνατο να προκύψει η αποδέσμευση και με σοσιαλιστική επανάσταση, κάτι που θα ήταν ευχής έργο, δεν μπορεί, όμως, παρά να θεωρήσει ότι η πιθανότερη εκδοχή για την πραγματοποίηση της αποδέσμευσης είναι να υλοποιηθεί αυτή χωρίς σοσιαλιστική επανάσταση. Οι συζητήσεις οι οποίες εξελίσσονται στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μια νέα δομή, οι αντιθέσεις οι οποίες αναπτύσσονται, τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η αδυναμία να ξεπεραστεί η κρίση μαρτυρούν και αποδεικνύουν τις δυσκολίες του εγχειρήματος να στεριώσει και να προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποκλειστεί η πραγματοποίηση της αποδέσμευσης είτε εθελοντικά είτε καταναγκαστικά με αστική πρωτοβουλία και κάτω από την ισχυρή πίεση των εργαζομένων. Την ίδια στιγμή, βέβαια, δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ολιγαρχία δεν θα παραιτηθεί από το εγχείρημά της, πολύ περισσότερο, που το εγχείρημα αυτό αφορά το παγκόσμιο παιχνίδι μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και κέντρων.

Επομένως ο εγκλωβισμός σε έναν και αποκλειστικά μοναδικό δρόμο αποδέσμευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι λάθος. Η εργατική τάξη και το κόμμα της πρέπει να εργάζονται στην κατεύθυνση της αποδέσμευσης, να οργανώνουν την πάλη του ελληνικού λαού για την πραγματοποίησή της, να έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων και να έχουν προετοιμαστεί, παράλληλα, με προγραμματική πρόταση εξουσίας για το τι θα προκύψει μετά την πραγματοποίηση της αποδέσμευσης. Να σε τι χρησίμευε η κατάθεση της προγραμματικής πρότασης του 15ου Συνεδρίου του Κόμματος.

Πολύ περισσότερο πρέπει να εργάζονται η εργατική τάξη και το κόμμα της στην κατεύθυνση αυτή, όταν η κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πασιφανής και ο Σ. Μπερλουσκόνι, που διατηρεί ακόμη την πλειοψηφία στο ιταλικό κοινοβούλιο, βγαίνει και δηλώνει ότι πρέπει η Ιταλία να καταφύγει στο δικό της νόμισμα, και προχωράει ακόμη παραπέρα, δηλώνοντας, με το γνωστό του κυνισμό, «να σηκωθεί να φύγει η Γερμανία από την ευρωζώνη»!

Το δεύτερο. Από τη στιγμή που προκύπτει από τα ίδια τα πράγματα ότι μπορεί να υπάρξει αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς σοσιαλιστική επανάσταση, τότε ποια πρέπει να είναι η συγκεκριμένη πρόταση του ΚΚΕ - στο πλαίσιο της γενικής πορείας προς το σοσιαλισμό, που θα περιλαμβάνει και την αποδέσμευση ως κυρίαρχο στόχο;

Αυτό το ερώτημα έρχεται να το απαντήσει το 15ο Συνέδριο του Κόμματος και πριν από αυτό το έχει απαντήσει η Συνδιάσκεψη για την ευρωπαϊκή ενοποίηση του ‘93. Και επομένως δεν θα ασχοληθούμε πιο πολύ με αυτό το ζήτημα. Αυτό που θα τονίσουμε μόνο είναι ότι το ΚΚΕ είχε προγραμματική πρόταση διακυβέρνησης και εξουσίας να καταθέσει και μάλιστα εγκεκριμένη από επίσημα κομματικά σώματα. Το καθήκον που έπρεπε να υλοποιήσει η ηγεσία του Κόμματος ήταν να αντιστοιχήσει στη συγκεκριμένη σημερινή πραγματικότητα την πρόταση του 15ου Συνεδρίου και, ενδεχομένως, να τη συμπληρώσει με τα επίκαιρα ζητήματα. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Κι αυτό δεν έγινε και η αποκλειστική ευθύνη της ανήκει.

*****
Από τη στιγμή που η ηγεσία του Κόμματος δεν καταθέτει στον ελληνικό λαό την πρόταση του 15ου Συνεδρίου και εγκλωβισμένη στη θέση για αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με σοσιαλιστική επανάσταση είχε μία και μοναδική επιλογή να προωθήσει. Το ΚΚΕ να καταλάβει τη θέση της ισχυρής δύναμης στην αντιπολίτευση, αφού είχε παραιτηθεί από την πρόταση του 15ου Συνεδρίου (κατά συνέπεια η εντύπωση, με τον όποιο τρόπο  την προσέλαβε ο ελληνικός λαός, ότι το ΚΚΕ δεν θέλει να κυβερνήσει βοηθήθηκε να σχηματιστεί και από την ίδια την ηγεσία του Κόμματος).

Τι δεν αντιλήφθηκε η ηγεσία του Κόμματος με αυτήν τη θέση που οδηγήθηκε να πάρει, στο πλαίσιο της δικής της λογικής, που δεν αντιστοιχούσε στη συγκεκριμένη πραγματικότητα;

Δεν κατάλαβε ότι από τη στιγμή που το αστικό πολιτικό σύστημα φαινόταν πως καταρρέει, όπως και κατέρρευσε, που ο δικομματισμός βάδιζε προς την ήττα, όπως και υπέστη συντριπτική ήττα, και αντικειμενικά θα έμπαινε ζήτημα διακυβέρνησης και εξουσίας για τη χώρα, ότι έπρεπε να μπει ΜΕΣΑ στην κίνηση των λαϊκών μαζών. Το Κόμμα έπρεπε να είναι ΜΠΡΟΣΤΑ και να καθοδηγεί τις λαϊκές μάζες που βρίσκονταν σε πορεία απόσπασης από το δικομματισμό, να έχει καταθέσει πρόταση διακυβέρνησης και εξουσίας με βάση το 15ο Συνέδριο, αντί να προβάλλει μια θέση περί Λαϊκής εξουσίας, που, ταυτόχρονα, επίσημα και με κατηγορηματικό τρόπο την έπαιρνε πίσω.

Γιατί τι έλεγε απευθυνόμενη προς τις μετακινούμενες μάζες η ηγεσία του Κόμματος; Η λύση είναι η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με Λαϊκή Εξουσία. Δηλαδή με σοσιαλιστική επανάσταση. Αλλά, ταυτόχρονα, εκτιμούσε ότι οι λαϊκές μάζες είναι ανώριμες να πραγματοποιήσουν τη σοσιαλιστική επανάσταση. Και έτσι την μετέθετε στο μέλλον. Και το έλεγε ανοιχτά στις κεντρικές ομιλίες και σε όλες της τις παρεμβάσεις. Δηλαδή πρόσφερε μια λύση στον ελληνικό λαό που δεν ήταν λύση στο πραγματικό πρόβλημα της διακυβέρνησης της χώρας και το οποίο είχε προκύψει με την κατάρρευση του δικομματισμού.

Το γεγονός αυτό, όμως, αφαιρούσε τον πολιτικό ρόλο του Κόμματος στη συγκεκριμένη πραγματικότητα την ώρα που οι λαϊκές μάζες απαιτούσαν από το ΚΚΕ να είναι μπροστάρης στην πορεία απόσπασής τους από το δικομματισμό και κατά συνέπεια να διαθέτει και πρόταση διακυβέρνησης.

Και σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, η ηγεσία τολμούσε και μιλούσε για ανωριμότητα των λαϊκών μαζών την ώρα που αυτές υλοποιούσαν με τον πιο συγκλονιστικό και μαζικό τρόπο τα συνθήματα που ή ίδια η ηγεσία του Κόμματος είχε προβάλει. «Εγκαταλείψτε τα κόμματα του δικομματισμού», «αλλάξτε εσείς, αυτοί δεν αλλάζουν»!  

Συμπληρωμένη η θέση για Λαϊκή Εξουσία με τη θέση για ισχυρή αντιπολίτευση η ηγεσία του Κόμματος πρόβαλλε μια εικόνα για το ΚΚΕ ότι αυτό δεν θέλει να κυβερνήσει, με αποτέλεσμα, και κατρακυλώντας από την τρίτη θέση στην πέμπτη, να εξανεμίσει και τη «θέση άμυνας» περί ισχυρής αντιπολίτευσης.  
*****
Σ’ αυτήν την κρίσιμη στιγμή η πρόταση της ηγεσίας, που πρόβαλλε ως λύση και δεν ήταν λύση για τις λαϊκές μάζες, δημιουργεί το πολιτικό κενό. Και ποιο είναι αυτό; Είναι το κενό της έλλειψης ενός μίνιμουμ λενινιστικού προγράμματος, που θα αντιμετώπιζε τα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, που θα δημιουργούσε προϋποθέσεις συμμαχιών. Ένα τέτοιο πρόγραμμα που να αντιστοιχούσε  σε μια μεταβατική περίοδο που θα άρχιζε από πριν και θα συνέχιζε και μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση. Με άλλα λόγια. Είναι το κενό μεταξύ της πολιτικής συνείδησης που απαιτούσε και προϋπέθετε η πρόταση της ηγεσίας για να υλοποιηθεί με την πολιτική συνείδηση που διέθεταν οι λαϊκές μάζες στις συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες.

Κενό που φάνηκε αμέσως για δύο λόγους: Πρώτο, γιατί η ηγεσία του Κόμματος δεν είχε καλλιεργήσει την πρόταση του 15ου Συνεδρίου από τα πριν, αφού την είχε αποσύρει πραξικοπηματικά, δεύτερο, γιατί παρόλο που οι λαϊκές μάζες την ανέμεναν, η ηγεσία έμενε αμετακίνητη στις επιλογές της, δεν είχε την ετοιμότητα, έστω και την τελευταία στιγμή, να αλλάξει την τακτική της και να την επαναφέρει.

Δηλαδή ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε η πρόταση του 15ου Συνεδρίου, η πραγματική ζωή επαλήθευε μπροστά στα μάτια της ηγεσίας την ανάγκη ενός μεταβατικού προγράμματος διακυβέρνησης και εξουσίας, που θα αντιστοιχούσε στα ζωτικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων, σε μια στιγμή που αγκαλιά η εργατική τάξη και τα μικροαστικά κόμματα καταστρέφονταν στη μεγαλύτερη καταστροφή, τουλάχιστον των νεώτερων χρόνων, που δημιουργούσε de facto την κοινωνική συμμαχία, που πάνω σ’ αυτήν το ΚΚΕ στηρίζει την πρότασή του για τη Λαϊκή Εξουσία, το σοσιαλισμό.

Διευκρινίζουμε με κατηγορηματικό τρόπο και για άλλη μια φορά. Μιλάμε για την πρόταση του 15ου Συνεδρίου, για την πρόταση του Προγράμματος του Κόμματος. Η επαναφορά της πρότασης του 15ου Συνεδρίου θα εξανάγκαζε τον ΣΥΡΙΖΑ να τοποθετηθεί στα κρίσιμα ζητήματα της πολιτικής συγκυρίας. Μπροστά στις λαϊκές μάζες, και από το χώρο της Αριστεράς, όχι όπως την κατανοούμε εμείς την Αριστερά αλλά όπως την κατανοούν οι μάζες τη συγκεκριμένη στιγμή, θα υπήρχαν δύο προτάσεις για τη διέξοδο που θα έπρεπε να επιλέξει η χώρα μας.

Οι λαϊκές μάζες θα μπορούσαν να συγκρίνουν τις προτάσεις, το ρεαλισμό τους, την αποτελεσματικότητά τους, την προοπτική τους, τις προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων τους. Και όσα οι λαϊκές μάζες δεν μπόρεσαν να «μάθουν» σε δεκάδες χρόνια με τον εγκλωβισμό τους στο δικομματισμό θα μπορούσαν να τα κατανοήσουν και να τα μάθουν σε ελάχιστο χρόνο τώρα με την αφυπνισμένη συνείδησής τους.

Αυτό το πολιτικό κενό που δημιούργησε η στάση της ηγεσίας του Κόμματος, όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσε να το εκμεταλλευτεί το ίδιο το ΚΚΕ. Ήταν αδύνατον. Το εκμεταλλεύτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Και όχι μόνο αυτό. Από θέση ισχύος πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ «παρέδιδε» μαθήματα στο ΚΚΕ διαβάζοντας ο Α. Τσίπρας το πρόγραμμά του ΚΚΕ από την τηλεόραση, παρακάμπτοντας «μεγαλόψυχα» εκείνο το ευφυές… «δεν είμαστε σαν τα μούτρα τους»! Ενώ ο γραμματέας της Νεολαίας του ΣΥΝ, πιο «τολμηρός», παρέδιδε μαθήματα λενινισμού(!) στο ΚΚΕ από τις στήλες της Αυγής. Της εφημερίδας που έχει στείλει στα αζήτητα, δεκάδες χρόνια τώρα, τη λενινιστική θεωρία και σκέψη. Αλλά εδώ ισχύει το «δώσε θάρρος στο χωριάτη να σ’ ανέβει στο κρεβάτι». Και η ηγεσία του Κόμματος τους έδωσε αυτό το «θάρρος».

Προφανώς, η ενέργεια αυτή του Α. Τσίπρα δεν αποσκοπούσε στο να υποδείξει στο ΚΚΕ την ανάγκη να υιοθετήσει το… πρόγραμμά του! Θα μπορούσε να του υποδείξει κάποιος να το υιοθετήσει ο ίδιος και από κυβερνητική θέση να το κάνει και πράξη.  Τη φανερή, όμως, εγκατάλειψη του προγράμματος εκ μέρους της ηγεσίας του Κόμματος την αξιοποίησε για να λαφυραγωγήσει τις δυνάμεις του ΚΚΕ. Την ευκαιρία δεν την άφησε να πάει χαμένη.

Καταρρίπτεται, ως εκ τούτου, το «επιχείρημα» της ηγεσίας του Κόμματος ότι τα ζητήματα αυτά τα βάζει ο Α. Τσίπρας και ότι οι «διαφωνούντες» δίνουν «πάσες» στον ΣΥΡΙΖΑ. Όπως καταρρίπτεται και κάθε επιχείρημα ότι «δίνουμε τροφή» στον αστικό τύπο και τους αντιπάλους του ΚΚΕ. Γιατί τότε τι πρέπει να υποθέσει κανείς για τον ισχυρισμό της ηγεσίας ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς Λαϊκή Εξουσία θα «είναι καταστροφική» για τη χώρα και τους εργαζόμενους, που έγινε βασικό επιχείρημα των αστικών πολιτικών δυνάμεων και των αστικών ΜΜΕ για να υποστηρίξουν την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έγινε το άλλοθί τους για να εξαπολύσουν ένα κύμα ιδεολογικής τρομοκρατίας και καταστροφολογίας. 

Το συμπέρασμα είναι ολοφάνερο. Η ηγεσία του Κόμματος με τη στάση της και τους χειρισμούς της, με τις ιδεολογικές θέσεις που εφαρμόζει αυθαίρετα από βάθος χρόνου, τις συγχύσεις της και την ανεπάρκειά της υπονόμευσε τη θέση του Κόμματος μέσα στην ελληνική κοινωνία. Έδωσε, στην πραγματικότητα, μια εκλογική μάχη με ένα σύνθημα ζύμωσης για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Και το αποτέλεσμα είναι όχι απλώς καταδικαστικό γι αυτήν, είναι και ιστορικά διδακτικό. Γιατί χειροπιαστά, απλά, κατανοητά, πεντακάθαρα, αναδεικνύει το μέγα μάθημα που πρέπει επιτέλους να το καταλάβει και η ηγεσία του Κόμματος. Όταν ταυτίζεις την Τακτική με τη Στρατηγική, όταν στην πράξη έχεις εγκαταλείψει τον Λενινισμό και απλώς τον επικαλείσαι τότε είναι βέβαιο ότι σε περιμένει ο λογαριασμός στο λαϊκό ταμείο. Και εκεί, θες δε θες, θα τον πληρώσεις και μάλιστα διπλά. Και θα σου πάρουν το πορτοφόλι και θα το δώσουν σε όποιον εισέβαλε και οικειοποιήθηκε το χώρο σου, έστω και ως αταίριαστος επισκέπτης.

*****
Θέσαμε με έμφαση και με πλήρη συναίσθηση της ευθύνης το πολιτικό και κομματικό μας πρόβλημα. Δημόσια. Και η ηγεσία του Κόμματος - και κανείς άλλος, δεν δικαιούται να μας εγκαλέσει και να μας αποδώσει την οποιαδήποτε κατηγορία. Γιατί κρίνεται η ύπαρξη του Κόμματος. Γιατί η ίδια η ηγεσία του Κόμματος και από τις στήλες του Ριζοσπάστη, δια στόματος κορυφαίων στελεχών, οδύρεται τώρα για την ανάγκη «να σταθεί όρθιο το Κόμμα». Διάνυσε με ταχύτητα φωτός την απόσταση ανάμεσα στη σοσιαλιστική επανάσταση και στην ανάγκη να σταθεί όρθιο το Κόμμα. Κάτι, στο κάτω - κάτω της γραφής, πρέπει να απολογηθεί, να δώσει λόγο γι αυτό το ζεστό - κρύο ντους που υπέστη το Κόμμα μέσα σε λίγες μέρες.

Και δεν έχει κανένα δικαίωμα να μας εγκαλεί και για έναν άλλο λόγο. Γιατί είναι η «πρώτη διδάξασα». Κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση τηρεί μια τέτοια στάση:

 -     Ήταν η ηγεσία του Κόμματος που στην πράξη κατάργησε το 15ο Συνέδριο του Κόμματος και το πρόγραμμά του χωρίς ποτέ να το παραδεχτεί επίσημα.

 -     Ήταν η ηγεσία του Κόμματος που στην πράξη κατάργησε την Απόφαση της Συνδιάσκεψης του ’93 για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, και μέσα από μια συνέντευξη τύπου, χωρίς ποτέ να το πει στα μέλη του Κόμματος.

 -     Ήταν η ηγεσία του Κόμματος που καταργούσε τη θεωρητική κληρονομιά των Β.Ι. Λένιν - Ι.Β. Στάλιν, της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του 15ου Συνεδρίου για τα ζητήματα της εθνικής ανεξαρτησίας, των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, της εξάρτησης και για την πάλη για δημοκρατικές κατακτήσεις.

 -     Ήταν η ηγεσία του Κόμματος που ταύτιζε την οποιαδήποτε διαφωνία με τον «ταξικό εχθρό» καταστρατηγώντας την εσωκομματική δημοκρατία.

 -     Ήταν η ηγεσία του Κόμματος, όταν παραποιούσε τη θέση για τη ΝΕΠ του Β.Ι. Λένιν και υιοθετούσε τη θέση του Λ. Τρότσκι, γιατί τη βόλευε να εγκαταλείψει το πρόγραμμα του Κόμματος.

 -     Ήταν ηγετικό στέλεχος του Κόμματος που στο Ριζοσπάστη με άκρως αντιλενινιστικό τρόπο επανακαθόρισε τις σχέσεις ηγεσίας και κομματικών μελών, των ηγετικών οργάνων με τις κομματικές οργανώσεις, τη σχέση μάζας - ηγεσίας.

 -     Ήταν ηγετικό στέλεχος του Κόμματος που έγραφε στο Ριζοσπάστη για την «αλληλεξάρτηση», παραποιώντας κατάφωρα τον Καρλ Μαρξ και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, προκειμένου να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη της θέσης περί εξάρτησης.

 -     Ήταν ηγετικό στέλεχος του Κόμματος που σμπαράλιασε το άρθρο του Β.Ι. Λένιν «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς να την αντιμετωπίσουμε» στην ΚΟΜΕΠ για να δικαιώσει μια πολιτική γραμμή, που μας έφερε στο σημείο που βρισκόμαστε.

 -     Ήταν ηγετικό στέλεχος του Κόμματος όταν κουνούσε το δάχτυλο και έγραφε «το πιο πρωτοπόρο και μαχητικό τμήμα του Κόμματος και του εργατικού κινήματος με καμιά είδους πειθαρχία δε θα δεχόταν μια τέτοια στάση» (Ρ, 26/04/2012) επινοώντας ένα ανύπαρχτο για τα κομματικά μέλη ερώτημα για κυβερνητική συνεργασία ΚΚΕ - ΣΥΡΙΖΑ και απαντώντας ο ίδιος με την απειλή μιας διάσπασης του Κόμματος. Σε ποιον κουνούσε το δάχτυλο το συγκεκριμένο ηγετικό στέλεχος και από ποιες κομματικές δυνάμεις άραγε θα γινόταν η διάσπαση; Με ποιο δικαίωμα εμφανίζονται τέτοιες απόψεις στο κεντρικό όργανο του Κόμματος; Με ποιο δικαίωμα διαχωρίζει τα μέλη του Κόμματος, τις κομματικές δυνάμεις σε δύο κατηγορίες; Κι όλα αυτά σε προεκλογική περίοδο.

Θέσαμε δημόσια το πολιτικό και κομματικό πρόβλημα γιατί «δημόσια» είναι και η φωνή της ανησυχίας για το Κόμμα. Είναι η φωνή της κοινωνίας. Είναι η φωνή της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Είναι η φωνή που όταν ακούει στις δημοσκοπικές αναλύσεις ότι η συσπείρωση των ψηφοφόρων του ΚΚΕ κατέπεσε στο 54% της δύναμής του εξεγείρεται και γίνεται κραυγή αγωνίας για το μέλλον του Κόμματος, όταν στο Ριζοσπάστη εμφανίζονταν προεκλογικά άρθρα με τίτλο «Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω».

Οι δυσκολίες, όμως, που αντιμετωπίζει το Κόμμα μας σήμερα χαρακτηρίζονται από ένα πρόσθετο γενεσιουργό  τους στοιχείο: Πέραν της σταθερής και αμετάβλητης στάσης του ιμπεριαλισμού, της άρχουσας τάξης, των κομμάτων της και της στάσης άλλων πολιτικών σχηματισμών είναι και η ίδια η σταθερή, διαχρονικά, στάση της ηγεσίας του. Κι αυτό το στοιχείο είναι που αυστηρά καθορίζει και τη δική μας στάση. Γιατί το Κόμμα πρέπει να μείνει όρθιο. Πρέπει να συνεχίσει για να εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο.

Η ηγεσία του Κόμματος είναι τόσο επικίνδυνα αποσπασμένη από τις λαϊκές μάζες, που δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι κάθε δημόσια εμφάνισή της αφαιρεί ζωτικές δυνάμεις από το Κόμμα. Και για αυτήν την εξέλιξη την ευθύνη θα την αναλάβει αποκλειστικά η ίδια. Δεν δικαιούται να τη μεταβιβάσει στα μέλη του Κόμματος, στους φίλους, τους οπαδούς και τους ψηφοφόρους του.

Γι' αυτό ακριβώς το λόγο έπρεπε να γίνει γνωστό το πολιτικό πρόβλημα του Κόμματος δημόσια. Γιατί η απαράδεκτη εμμονή της ηγεσίας του Κόμματος, ακόμη και τώρα, σε μια πολιτική γραμμή που κρίθηκε αναποτελεσματική - και δεν ήταν ζήτημα τεχνικών και μεθόδων προβολής της, έφερε σε ενοχική θέση τις κομματικές δυνάμεις, τις αφόπλισε. Και το μόνο σταθερό στοιχείο, η μόνη σταθερή αναφορά που μπορεί να υπάρξει αυτή τη στιγμή μέσα στο Κόμμα είναι οι ίδιες οι κομματικές δυνάμεις. Και πρέπει να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους, να δώσουν την πιο αποφασιστική μάχη για λογαριασμό του Κόμματος, για  να μπορέσει να μείνει και όρθιο το Κόμμα, γιατί αλώβητο δεν μπορεί να μείνει.


Τώρα. Ναι, τώρα, πρέπει να σημάνει το γενικό προσκλητήριο για τις κομματικές δυνάμεις, για τους οπαδούς, τους φίλους και ψηφοφόρους του Κόμματος. Να δώσουν τη μάχη για το Κόμμα. Τώρα που γνωρίζουν το πολιτικό και κομματικό πρόβλημα. Τώρα που συνειδητοποιούν την ανάγκη να δώσουν όλες τους τις δυνάμεις σ’ αυτήν τη μάχη. Τώρα η σιωπή και η αναμονή δεν ταιριάζουν.