Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Η (μη) Απεργία των εκπαιδευτικών
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ


Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του άρθρου μας για την (μη) απεργία των εκπαιδευτικών θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε το τι σημαίνει η έλλειψη του πολιτικού (καλύτερα, του επαναστατικού) παράγοντα, που, ήδη, αναφερθήκαμε. 

Γράφαμε: «Κατά τη γνώμη μας ο παράγοντας που έλειψε και έπαιξε τον αποφασιστικό του ρόλο (Σ.Σ. στην πραγματοποίηση της απεργίας) ήταν ο πολιτικός παράγοντας. Έλειψε ο πολιτικός φορέας, που από τον ίδιο του το ρόλο και τη φύση του θα είχε τη γνώση και τη δύναμη να καθοδηγήσει τον αγώνα των εκπαιδευτικών, σε συνθήκες πολιτικής σύγκρουσης με την πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και χρεοκοπίας της χώρας μας, σε συνθήκες που η εργατική τάξη και γενικότερα ο εργαζόμενος λαός αναζητούν τη διέξοδο από την οικονομική κρίση». 

***

Ποιο είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της απεργίας, που προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν οι εκπαιδευτικοί;

Είναι ότι η κυβέρνηση της έδωσε χαρακτήρα γενικότερης πολιτικής μάχης, πριν καν το επιδιώξουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί.

Και πώς απάντησαν οι εκπαιδευτικοί μέσα από τις μαζικότατες συλλογικές τους διαδικασίες;

Αποδέχτηκαν την κυβερνητική πρόκληση και αποφάσισαν να απεργήσουν, έχοντας συνείδηση, σε όποιο βαθμό - πάντως δεν το αγνοούσαν ούτε και το υποτίμησαν, ότι η κυβέρνηση τους έχει επιστρατεύσει πριν καν αρχίσουν την απεργία τους.

Εδώ μπορούμε να κάνουμε δύο βασικές διαπιστώσεις:

• Από τη μια, αναδεικνύεται το πως ένα «μερικό» και δίκαιο αίτημα ενάντια στις απολύσεις, τις υποχρεωτικές μετακινήσεις και μια απλή αύξηση του ωραρίου, παίρνει γενικότερο χαρακτήρα, γιατί η διεκδίκησή του αναδεικνύει το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής, πολύ περισσότερο, η υλοποίησή του αρχίζει να «ξηλώνει» τη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

• Από την άλλη, αναδεικνύεται το πως με πρωτοβουλία της η κυβέρνηση γενικεύει και πολιτικοποιεί από μόνη της την αντίδραση των εργαζομένων στην αντιλαϊκή της πολιτική, για να τους κατηγορήσει στη συνέχεια ότι διακατέχονται από «συντεχνιακή ιδιοτέλεια» και ότι αντιστρατεύονται τα συμφέροντα της χώρας για έξοδο από την οικονομική κρίση.

Από τις παραπάνω διαπιστώσεις σε τι συμπεράσματα μπορούμε να καταλήξουμε;

Πρώτο: Αποκαλύπτεται η πραγματική  κατάσταση της κυβέρνησης, το πόσο στριμωγμένη είναι σε σχέση με την υλοποίηση της μνημονιακής πολιτικής και τις πραγματικές οικονομικές εξελίξεις, οι οποίες όχι μόνο δεν τη δικαιώνουν αλλά έρχονται να της προσθέσουν και άλλα προβλήματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) την Παρασκευή 7/6/2013, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πορεία περαιτέρω συρρίκνωσης. Συρρικνώθηκε, το α' τρίμηνο του 2013, κατά 5,6% σε σχέση με το ίδιο χρονικό διάστημα το 2012. Ας σημειωθεί ότι στην πρώτη εκτίμηση του πρώτου τριμήνου, που είχε ανακοινωθεί στις 15 του Μάη, από την ίδια την υπηρεσία, η ύφεση υπολογιζόταν στο 5,3%.  

Αυτό το γεγονός αποδεικνύει ότι η οικονομική κρίση βαθαίνει, αλλά και εξηγεί το παραπλανητικό και τεχνητό κλίμα ευφορίας και αισιοδοξίας που προσπαθεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση, για να κρύβει την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και της χώρας, να διευκολύνεται στο πέρασμα της αντιλαϊκής πολιτικής, ποντάροντας στην κούραση και στην προσδοκία των εργαζομένων, να έχουν τη ψευδαίσθηση ότι «σε λίγο ξεπερνάμε τον κάβο».

Δεύτερο: Επιβεβαιώνεται ότι οι εργαζόμενοι κάνουν βήματα στην ταξική και πολιτική τους συνείδηση. Αυτά τα βήματα διαπιστώνονται από τις μαζικές συλλογικές διαδικασίες των εκπαιδευτικών αλλά και την απόφαση τους να απεργήσουν κατά τη διάρκεια των πανελλαδικών εξετάσεων ενώ ήταν επιστρατευμένοι. Οι εκπαιδευτικοί αποτελούν (μαζί με τις οικογένειές τους) ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης και κάθε τους κινητοποίηση αφορά, με τον έναν ή άλλο τρόπο,  όλους τους εργαζόμενους της χώρας.

Αυτή η στάση των εκπαιδευτικών αντανακλάται γενικότερα στην ωρίμανση της συνείδησης όλων των άλλων εργαζομένων, γιατί αυτοί δεν εκφράστηκαν εχθρικά απέναντι στην κινητοποίηση των εκπαιδευτικών.

Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία, γιατί η κινητοποίηση θα εκδηλωνόταν στο χρόνο πραγματοποίησης των πανελλαδικών εξετάσεων, μιας διαδικασίας που διαπερνά κάθε λαϊκή οικογένεια με το χαρακτήρα που έχει προσλάβει.

Και όχι μόνο αυτό. Αντανακλάται και στην «παιδαγωγική» στάση της κυβέρνησης, στάση αφομοίωσης των αγωνιστικών αντιδράσεων των εκπαιδευτικών, γεγονός που καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση έχει συναίσθηση αυτής της ωρίμανσης των εργαζομένων. 

***

Σε αυτό το σημείο θα προσπαθήσουμε να αποτυπώσουμε το πώς τοποθετήθηκαν τα κόμματα της χώρα μας, με την ευκαιρία της απεργίας των εκπαιδευτικών, που εκπροσωπούν τα συμφέροντα διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων.

Η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, η κυβέρνησή τους και όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, που εκπροσωπούν την αστική τάξη της χώρας μας, καταδίκασαν αμέσως την απεργιακή κινητοποίηση που εξάγγειλαν οι εκπαιδευτικοί. Είναι κατανοητό.

Η αστική τάξη, έχοντας φέρει σε κατάσταση χρεοκοπίας την οικονομία της χώρας μας, το ίδιο της το κράτος, προσπαθεί, στηριγμένη, εξαρτημένη και φανερά ζημιωμένη από τους εξωτερικούς της αντίστοιχους συμμάχους, να ξεπεράσει την οικονομική κρίση σε βάρος των εργαζομένων επιβάλλοντας ακραίες μορφές αντιλαϊκής πολιτικής.

Η κυβέρνησή της και τα κόμματά της όχι μόνο δεν δέχονται να ικανοποιήσουν το οποιοδήποτε αίτημα των εργαζομένων, αλλά έχουν φτάσει να επιδίδονται σε λεπτομερείς «ασκήσεις ακριβείας», υπολογίζοντας, στην περίπτωσή μας στην Εκπαίδευση, πως και πόσους εργαζόμενους θα απολύσουν από το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Με δυο ώρες αύξηση του εργατικού χρόνου την εβδομάδα ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με 10.000 - 12.000 αναπληρωτές καθηγητές - χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάλγητης πολιτικής, και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της τρόικα, γεγονός που αποκαλύπτει ότι υπολογίζουν μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της αντιλαϊκής τους πολιτικής, χωρίς, επίσης, να έχουν την παραμικρή επιφύλαξη να διαλύσουν παραπέρα το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Χαρακτηριστικό άλλο παράδειγμα ανάλγητης πολιτικής, που σταχυολογούμε πρόχειρα αυτή τη στιγμή, που επιβάλλει η αστική τάξη στους εργαζόμενους με την κυβέρνησή της, προκειμένου να υπερασπίσει μέχρι τέλους τα ταξικά της συμφέροντα και να εξασφαλίσει την κυριαρχία της ως άρχουσα τάξη, είναι η περίπτωση των πλειστηριασμών των σπιτιών. Με τελεσίγραφο της τρόικα απελευθερώνονται οι πλειστηριασμοί, ακόμη και για την πρώτη κατοικία.

Ως γνήσιοι εκπρόσωποι της αστικής τάξης, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ μείωσαν τους μισθούς και τις συντάξεις, εφαρμόζοντας τα μνημόνια και υποχρέωσαν τους εργαζόμενους να ζουν σε κατάσταση ακραίας ένδειας, στέλνουν τον εργαζόμενο κόσμο μαζικά στην ανεργία και ταυτόχρονα τον ξεσπιτώνουν. Επιβάλλουν μεταπολεμικά πρωτόγνωρες μορφές κοινωνικής εξαθλίωσης και δεν παρεκκλίνουν «ούτε κεραία» από την αντιδραστική τους πολιτική. Αυτή είναι η σύγχρονη ταυτότητά τους, που οδηγεί τον Πρωθυπουργό σε περίσσευμα παιδαγωγικής πρακτικής του στρατώνα. Αυτή είναι και η στάση της αστικής τάξης.

***

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αρχικά, φάνηκε ότι υποστήριζε την απεργία των εκπαιδευτικών.  Η εντύπωση αυτή δημιουργήθηκε από τη στάση που κράταγαν οι δυνάμεις  του στους εκπαιδευτικούς και από ορισμένες δηλώσεις στελεχών του. Την ίδια στιγμή, όμως, άλλα του στελέχη τάχθηκαν κατά της απεργίας των εκπαιδευτικών. Διπλός λόγος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκαθάρισε, τελικά, τη θέση του με δηλώσεις του εκπροσώπου του Γραφείου Τύπου Πάνου Σκουρλέτη αλλά και με επίσημη ανακοίνωσή του που εξέδωσε.    

• Δηλώσεις του Πάνου Σκουρλέτη στην ΕΡΑ.

«Οι καθηγητές διεκδικούν πράγματα που είναι δίκαια. Εμείς σεβόμαστε τις διαδικασίες του κινήματος. Αυτός ο αγώνας δεν είναι συντεχνιακός, όπως θέλουν να τον παρουσιάσουν μερίδα των ΜΜΕ και η κυβέρνηση. Είναι ένας αγώνας για την αναβάθμιση του σχολείου και βεβαίως, οφείλει να έχει εκείνα τα χαρακτηριστικά, ώστε να κερδίζει όχι μόνο τη συναίνεση εντός του κλάδου των καθηγητών, της μεγάλης πλειοψηφίας των καθηγητών, αλλά και τη συναίνεση της κοινωνίας. Και με αυτή την έννοια, πιστεύω, ότι οι καθηγητές παρά τους εκβιασμούς που δέχονται, θα κάνουν ό,τι είναι καλύτερο και για τα παιδιά που δίνουν (Σ.Σ. εννοεί τις εξετάσεις) και για την εκπαίδευση...»

• Η επίσημη ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ (10/5/2013) αντανακλά το πνεύμα των δηλώσεων του υπεύθυνου του Γραφείου Τύπου. Εκφράζει τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ στον αγώνα των εκπαιδευτικών, καλεί την κυβέρνηση να αποσύρει τα μέτρα και μετά την πραγματοποίηση των εξετάσεων να πάει σε διάλογο με τους εκπαιδευτικούς.

Από όσα παραθέσαμε παραπάνω προκύπτει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, επίσημα, ουδέποτε έδωσε  πολιτική κάλυψη στην απεργία των εκπαιδευτικών. Την είχε εντάξει στη γνωστή αντιπολιτευτική του τακτική, στην προσπάθεια που κάνει να αναδειχτεί στην κυβέρνηση.

Στο πλαίσιο αυτό αντιμετώπισε και την επιστράτευση των εκπαιδευτικών. «….η επιστράτευση ως μέτρο, είναι κάτι που πλήττει ευθέως τη δημοκρατία. Και όταν γίνεται σε ανθρώπους, οι οποίοι ασκούν ένα λειτούργημα, όπως οι γιατροί, οι εκπαιδευτικοί, είναι μεγάλο το πλήγμα στη δημοκρατία. Θεωρώ, ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει κανείς να σκέφτεται την υιοθέτηση ενός τέτοιου μέτρου…» (Δήλωση του Πάνου Σκουρλέτη).

Την ίδια στιγμή, σε αλλεπάλληλες τοποθετήσεις στελεχών του και του ίδιου του Αλ. Τσίπρα - και στο πνεύμα της ανακοίνωσης που είχε δημοσιοποιήσει, καλούσε την κυβέρνηση «Να παγώσει τώρα τις αποφάσεις της και να ξεκινήσει διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα πάνω στα πραγματικά προβλήματα του σχολείου, μετά τη διεξαγωγή των εξετάσεων», ενώ ταυτόχρονα καλούσε τους γονείς των μαθητών «να τιμωρήσουν την κυβέρνηση», προφανώς ψηφίζοντας στις επόμενες εκλογές ΣΥΡΙΖΑ!!!

Η συνέχεια και το τέλος της αντιπολιτευτικής τακτικής, που κράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην κυβέρνηση, δια μέσου της απεργίας των εκπαιδευτικών, ήρθε και ολοκληρώθηκε με την πρόταση που κατέθεσε εκπρόσωπος των ΣΥΝΕΚ (των δυνάμεων των εκπαιδευτικών του ΣΥΡΙΖΑ) στη Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ και που ήταν απόφαση του ΔΣ της ΟΛΜΕ, που τη στήριξαν ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚ και ΣΥΝΕΚ και την οποία σχολιάσαμε στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου. Την πιο κρίσιμη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ και τα στελέχη των ΣΥΝΕΚ «συνειδητοποίησαν» ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την απεργία.

Πρέπει να πούμε ότι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ έδινε πολιτική κάλυψη στην απεργία των εκπαιδευτικών αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, γιατί υπήρχαν οι προϋποθέσεις αλλά και γιατί πολιτική κάλυψη ζητούσαν οι εκπαιδευτικοί, λόγω της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό σύστημα ως αξιωματικής αντιπολίτευσης και παρά τη θέση που είχε πάρει, από πολύ νωρίς, η ηγεσία του ΚΚΕ.

Η απόσυρση των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αποφασιστικός όρος για τη μη πραγματοποίηση της απεργίας, γιατί είχαν δημιουργηθεί οι αναγκαίες συνθήκες και οι αντίστοιχες συντριπτικές πλειοψηφίες στο εκπαιδευτικό κίνημα, ανεξάρτητα από τη θέση που είχε πάρει το ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών στις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ και που για τη θέση του αυτή εισέπραξε το αντίστοιχο καταδικαστικό τίμημα.

Είναι φανερό ότι η στάση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ σχετίζεται με  την πολιτική του ταυτότητα και την κοινωνική του αναφορά. Η ίδια η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι περιοριστικός παράγοντας στο να έρθει σε ουσιαστική ρήξη με την πολιτική των μνημονίων για αυτό το λόγο και οι συνεχείς του υπαναχωρήσεις απέναντι στα μέτωπα πάλης. 

Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα του μικροαστικού σοσιαλισμού, εκφράζει κυρίως τα μικροαστικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας (πρώτα απ’ όλα τα ανώτερα μικροαστικά στρώματα), που ταλαντεύονται και αμφιρρέπουν ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη.

Τα ανώτερα μικροαστικά στρώματα σφραγίζουν την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί αυτά δεν επιθυμούν την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Για αυτό το λόγο η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται με τη στρατηγική της αστικής τάξης.

Αυτή η ταλάντευση των μικροαστικών στρωμάτων παρατηρείται εμφανώς στην πολιτική στάση του ΣΥΡΙΖΑ.

• Από τη μια δεν βγαίνει έξω από τα όριά του, γιατί αυτά τα όρια είναι η ίδια η κοινωνική του αναφορά και η πολιτική του. Αυτών των ορίων του έχει πλήρη επίγνωση η αστική τάξη και τα κόμματά της. Για αυτό ακριβώς η κυβέρνηση γενίκευσε και πολιτικοποίησε αμέσως τον αγώνα των εκπαιδευτικών για να στριμώξει το ΣΥΡΙΖΑ στα ίδια του τα όρια. Την κίνηση αυτή της κυβέρνησης ο ΣΥΡΙΖΑ την αισθάνθηκε πολύ καλά, για αυτό το λόγο, στη συνέχεια, προέβη σε δηλώσεις εντυπωσιασμού ότι θα πρωταγωνιστήσει σε πολιτικούς λαϊκούς αγώνες ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης.

• Από την άλλη δεν επιθυμεί να σπάσει τους δεσμούς του με την εργατική τάξη, στην οποία η επιρροή του αυξήθηκε και χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υλοποιήσει τις κυβερνητικές του επιδιώξεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τμήματα εργαζομένων που βρίσκονται σε πορεία ριζοσπαστικοποίησης ακόμη και ρήξης με την πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει και ένα άλλοθι. Την ύπαρξη του Αριστερού Ρεύματος που εκφράζεται αντιευρωενωσιακά.  

Έτσι εξηγείται η στάση του στους εκπαιδευτικούς. Από τη μια ήθελε να διατηρήσει την επιρροή του στους εκπαιδευτικούς, που είναι σημαντική, από την άλλη να μην έρθει σε ρήξη με τα μικροαστικά στρώματα που δεν ήθελαν να διαταραχθεί η πραγματοποίηση των πανελλαδικών εξετάσεων. Από τη μια έδινε την εντύπωση ότι καλύπτει πολιτικά την απεργία, που είναι διαφορετικό πράγμα από την υποστήριξη του αγώνα των εκπαιδευτικών, από την άλλη ήρθε σε συναίνεση με τη ΔΑΚΕ και την ΠΑΣΚ για τη ματαίωσή της.

Αυτή, όμως, η πολιτική διχοστασία του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι εύκολο να υπηρετηθεί στον πολιτικό λόγο, γιατί πρέπει να συμβιβαστούν πράγματα που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους. Για αυτό ακριβώς ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ έχει αποκτήσει, πλέον, δημοκοπικό χαρακτήρα και τον αποκαλύπτει. Ας τον παρακολουθήσουμε… 

«…όταν εμείς μιλάμε για ανάπτυξη και έξοδο από τη κρίση έχουμε στο επίκεντρο τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους και μετά λογαριάζουμε τους δείκτες. Και όταν μας λένε για χρέος που πρέπει να ξεπληρώσουμε, πάλι πρώτο στο μυαλό μας έχουμε το χρέος απέναντι στους ανθρώπους. Το χρέος μας ως κοινωνία απέναντι σε όλους τους ανθρώπους που ζούνε σε αυτή τη χώρα, ώστε να μη πεινάνε, να έχουν πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και να μπορούνε να ζήσουνε με αξιοπρέπεια. Πρώτα αυτό το χρέος θα ξεπληρώσουμε και μετά στους δανειστές και στους πιστωτές» (Α. Τσίπρας, Δραπετσώνα, 3/6/2013).

Πολύ «ανάλυση» για τον άνθρωπο και τις ανάγκες του αλλά «όλα τα ρέστα» της πολιτικής τοποθέτησης είναι η μια γραμμή στο τέλος!!!

***

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και ορισμένα άλλα εξωκοινοβουλευτικά πολιτικά σχήματα, που εκφράζονται μέσα από την παράταξη των Παρεμβάσεων, κάλυψαν πολιτικά την απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις. Αποδείχτηκε, όμως, ότι και αυτές οι δυνάμεις είχαν μια ανάλογη στάση με αυτήν του ΣΥΡΙΖΑ, με μια διαφορά.

Επεχείρησαν να «βάλουν μπροστά» τις δυνάμεις των ΣΥΝΕΚ και του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών, ώστε η οποιαδήποτε υπαναχώρηση αυτών των παρατάξεων να μετρήσει σε αύξηση της επιρροής τους μέσα στους εκπαιδευτικούς. Πρόκειται για μια κλασσική μικροαστική αντίληψη, που έχει επαναληφθεί κάμποσες φορές στο συνδικαλιστικό κίνημα, που, όμως, αποκαλύπτει ένα ουσιαστικό ζήτημα. Ότι και αυτές οι δυνάμεις δεν πίστευαν στην απεργία.

Και για να μη θεωρηθεί μια άδικη κατηγορία η παραπάνω εκτίμηση, αυτή αποδεικνύεται, κατά τη γνώμη μας, από την ίδια τη στάση των Παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης των Προέδρων των ΕΛΜΕ, αλλά και τη στάση τους στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, που υιοθέτησαν την πρόταση για το χαρακτήρα της τελικής ψηφοφορίας για την απεργία με το διπλό ερώτημα, παρά το γεγονός ότι οι Παρεμβάσεις κατέθεσαν διαφορετική πρόταση.

Οι Παρεμβάσεις, επί της ουσίας, αποδέχτηκαν την πρόταση που κατέθεσε ο εκπρόσωπος των ΣΥΝΕΚ για λογαριασμό του ΔΣ της ΟΛΜΕ, γιατί δέχτηκαν (πολιτικά) και πρακτικά να διεξαχθεί μια τέτοια ψηφοφορία. Και τη δέχτηκαν, γιατί δεν πήραν αποφασιστικά την ίδια θέση που πήραν ορισμένοι εκπρόσωποι ΕΛΜΕ, οι οποίοι υποστήριξαν ρητά ότι πρέπει να διεξαχθεί μία και μοναδική ψηφοφορία: της τυπικής επικύρωσης της απεργίας, μια και η απόφαση για απεργία κρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία και σε μαζικότατες συλλογικές διαδικασίες στις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ. 

Άλλωστε και οι Παρεμβάσεις είχαν «έτοιμη» εναλλακτική πρόταση σε σχέση με την εξέλιξη της απεργίας, «την απεργία των 500». Γεγονός που σημαίνει ότι στις εσωτερικές τους διαδικασίες, για να διαμορφώσουν και για να έχουν εκ των προτέρων έτοιμη πρόταση, θα πρέπει να εκτίμησαν και αυτές ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις πραγματοποίησης της απεργίας. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι την εναλλακτική πρόταση την υιοθέτησαν, γιατί εκτίμησαν τη στάση των άλλων παρατάξεων. Η στάση τους όμως στο κεντρικό θέμα της ψηφοφορίας τους προδίδει.

***

Η πολιτική στάση του Κόμματος απέναντι στην απεργία των εκπαιδευτικών, οφείλουμε να το πούμε, μας προβλημάτισε ιδιαίτερα. Ξεκαθαρίζουμε ευθύς αμέσως τα πράγματα.

Πολλά από τα στοιχεία της κριτικής που υπέβαλε τόσο στην ΟΛΜΕ όσο και στις παρατάξεις των εκπαιδευτικών αλλά και στα υπόλοιπα κόμματα είναι σωστά και απολύτως δικαιολογημένα. Η ΟΛΜΕ ολιγώρησε, σαφώς με δική της ευθύνη αλλά και με την ανάλογη ευθύνη των παρατάξεων που συνιστούσαν το μπλοκ της πλειοψηφίας, για πολύ σοβαρά ζητήματα που αφορούσαν στην πολιτική της κυβέρνησης για τη μετατροπή του δημόσιου σχολείου σε σχολείο της αγοράς.

Το «χοντρό» ζήτημα, όμως, που μπαίνει «επί τάπητος» για το Κόμμα είναι το πώς αντιμετώπισε την ίδια την κινητοποίηση των εκπαιδευτικών και ποια ήταν η δική του πρόταση και στάση, σε μια στιγμή που οξύνεται απότομα η πολιτική αντιπαράθεση, που φυσικά αντανακλά την απότομη όξυνση της ταξικής πάλης και μάλιστα για ένα ζήτημα που «μπαίνει» κάθε μέρα σε κάθε σπίτι της λαϊκής οικογένειας.

Θα πρέπει να πούμε ότι, στην πραγματικότητα, η στάση του Κόμματος παρουσιάζει τρία βασικά χαρακτηριστικά:

Πρώτο: Δεν μπόρεσε να εκτιμήσει τη συνολική κατάσταση που διαμορφώθηκε τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στους εκπαιδευτικούς, μετά την εξαγγελία των μέτρων από την κυβέρνηση, γεγονός που έρχεται να μας υπενθυμίσει την έλλειψη πραγματικών δεσμών με τις λαϊκές μάζες και ιδιαίτερα με τους εκπαιδευτικούς, που αφορούσαν αυτά τα μέτρα.

Το κυριότερο που δεν κατάλαβε από τη συνολική κατάσταση ήταν ότι από τη στιγμή που η κυβέρνηση πολιτικοποίησε και έδωσε γενικότερο χαρακτήρα πολιτικής αντιπαράθεσης, προκειμένου να στριμώξει το ΣΥΡΙΖΑ στα ίδια του τα όρια, το Κόμμα είχε το προνομιακό πεδίο μπροστά του να αναδειχτεί στον κύριο πολιτικό παράγοντα αντιπαράθεσης απέναντι στην κυβέρνηση.

Δεύτερο: Εγκλωβίστηκε στο δίλημμα για το εάν πρέπει (ή δεν πρέπει) να γίνει απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις. Το αποτέλεσμα ήταν η θέση που πήρε αρχικά (με τις δηλώσεις του Ν. Σοφιανού) να επιδράσει σοβαρά προς «τα έξω» στη διαμόρφωση συγκεκριμένου κλίματος σε βάρος του Κόμματος, που, ταυτόχρονα, εξυπηρετούσε την κυβέρνηση να  επικαλείται τη θέση αυτή και τις άλλες δυνάμεις να σπεκουλάρουν ενάντιά του.

Η θέση αυτή επέδρασε και προς «τα μέσα» με αποτέλεσμα να παγιδευτεί μέχρι τέλους στο πως να αποφευχθεί μια απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις και όχι να αντιμετωπίσει τα συγκεκριμένα μέτρα της κυβέρνησης, που ήταν και το ζητούμενο, το πώς θα αντιπαρατεθεί σε μια γενικότερη αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, που, ίσως, θα  μπορούσε να εξελιχτεί παραπέρα.  

Τρίτο: Ετεροκαθορίστηκε, επί της ουσίας, με βάση τις θέσεις των άλλων δυνάμεων. Σε αυτή τη στάση βοηθούσε η γενική του αντίληψη στο πως πρέπει να αναπτύσσονται οι αγώνες των εργαζομένων, στη βάση της συνολικής αντιμετώπισης της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης και της στάσης των άλλων δυνάμεων. Περίμενε τους άλλους να πάρουν θέση για να τοποθετηθεί στη συνέχεια.

Στο πλαίσιο αυτών των διαπιστώσεων έχουμε να καταθέσουμε τις παρακάτω παρατηρήσεις σε σχέση με τη στάση του Κόμματος:

1. Δεν αξιολόγησε σωστά την πραγματική κατάσταση της κυβέρνησης. Η εσκεμμένη πρωτοβουλία της κυβέρνησης, προκειμένου να περάσει τα μέτρα, να εκβιάσει με τέτοιο κυνικό τρόπο τους μαθητές, τους καθηγητές και τον εργαζόμενο λαό, κατά τη γνώμη μας, μπορούσε να της γυρίσει μπούμερανγκ.

2. Ενώ απαιτούσε από τις άλλες δυνάμεις των εκπαιδευτικών σχέδιο για την απεργία, το ίδιο αποδείχτηκε ότι δεν διέθετε ένα τέτοιο σχέδιο.

3.  Η εναλλακτική θέση που κατέθεσε για απεργία 16/17, που συμπεριελάμβανε και την πρώτη μέρα των πανελλαδικών εξετάσεων το έβγαλε σχετικά από το αδιέξοδο, αναιρώντας την προηγούμενη θέση του, που του έκανε μεγάλη ζημιά, σπάζοντας και το ίδιο το Κόμμα τη μυθοποίηση των πανελλαδικών εξετάσεων. Μόνο που ήρθε πολύ αργά και «εξ ανάγκης».

4. Στην πραγματικότητα, όμως, παρέμεινε δέσμιο από την αρχή μέχρι το τέλος της θέσης για όχι απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις, δημιουργώντας πολιτικές καχυποψίες. Αυτό αποδεικνύεται από τη στάση του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών στη Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ.

5. Δεν αξιολόγησε σωστά το πώς αντιμετωπίζουν οι μαθητές και οι γονείς τους, γενικότερα οι εργαζόμενοι, το ρόλο των πανελλαδικών εξετάσεων σήμερα. Το γεγονός αυτό το εγκλώβισε σε μια τακτική καθυστέρησης σε σχέση με τις εξελίξεις, πήγαινε πίσω από αυτές αντί να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

6. Απαιτούσε από τις άλλες παρατάξεις, ως όρο για την κήρυξη της απεργίας, να υιοθετήσουν την πρότασή του για συνολική αντιμετώπιση της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης, τη στιγμή που ή ίδια η εξέλιξη των πραγμάτων απόδειξε το πώς ένα μερικό πρόβλημα μπορεί να αναδείξει το σύνολο της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης.

7. Δεν κάλυψε πολιτικά, από την αρχή, την απεργία των εκπαιδευτικών και μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις, παρά την αλλαγή θέσης που έκανε στη συνέχεια. Αυτό του στέρησε τη δυνατότητα να πρωτοστατήσει, να βγάλει μπροστά την κυβέρνηση, να την εγκαλέσει για τον πραγματικό εκβιασμό που έκανε, αυτή να απολογείται. Αντίθετα, το Κόμμα μίλησε για εκβιασμό της κυβέρνησης από την ΟΛΜΕ.

8. Η στάση του απέναντι στις άλλες δυνάμεις δεν ήταν μια στάση αποκάλυψης της πολιτικής τους πάνω στη δράση για την επιτυχία της απεργίας, όσο και αν παρουσιαζόταν ως τέτοια. Ήταν στάση μιας εκ των προτέρων αποκάλυψης, που «δικαιολογούσε» έναν πολιτικό διαχωρισμό από μια αρνητική τακτική των άλλων παρατάξεων και κομμάτων, που όμως κατέληγε σε έναν πολιτικό διαχωρισμό από την ίδια την απεργία και που ευελπιστούσε να «εισπράξει» από την αποτυχία της απεργίας, ως δικαίωση. Εξ ου και το «επαληθευτήκαμε».

9.  Αυτή η στάση του Κόμματος του στέρησε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί σαν ο κύριος πολιτικός παράγοντας, που ως πρωτοπόρα δύναμη οργανώνει τον αγώνα ενάντια στην κυβερνητική πολιτική, ξεκινώντας από τα «μικρά» για να αναδείξει τα «μεγάλα», μη αναμένοντας το πότε θα δημιουργηθούν οι συνθήκες συσπείρωσης των εργαζομένων γύρω από μια συνολική πρόταση αντιμετώπισης της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά βοηθώντας στην ωρίμανση αυτών των συνθηκών από πρωταγωνιστική και πρωτοπόρα θέση.

10. Αυτή η τακτική είναι η μόνη που βοηθάει στην ωρίμανση της ταξικής και πολιτικής συνείδησης των εργαζομένων σε συνδυασμό με την πρωτοπόρα δράση του Κόμματος γενικότερα, γιατί οι εργαζόμενοι έχουν πραγματική ανάγκη να αισθάνονται ότι καλύπτονται πολιτικά από το ίδιο τους το Κόμμα, ενώ αποκλείει την περίπτωση υποτίμησης των πραγματικών βημάτων ωρίμανσης των εργαζομένων στην κάθε στιγμή που ξεσπάει ένας αγώνας, πράγμα, που, στην περίπτωση των εκπαιδευτικών, δεν το απέφυγε το Κόμμα.

11. Αυτή η τακτική που δεν υποτιμάει τα «μικρά» δεν υποτιμάει και τις «μικρές» επιτυχίες, ενώ, ταυτόχρονα παρέχει τη δυνατότητα να «τραβήξει» ένας αγώνας μέχρι εκεί που «σηκώνει» και «αντέχει» και σε περίπτωση «αποτυχίας», ως προς τα αιτήματα, ο αγώνας αυτός δεν είναι χαμένος, κερδίζει τους εργαζόμενους, πολύ περισσότερο δεν τους κερδίζει πάνω σε «συντηρητικά αντανακλαστικά» - που αφορούν κυρίαρχα άλλα κοινωνικά στρώματα, τα μικροαστικά στρώματα - τους συσπειρώνει, τους σφυρηλατεί την ενότητα, τους ανυψώνει το ηθικό, τους αποβάλλει το φόβο, τη μοιρολατρία, βοηθάει συνολικά στην ενότητα της εργατικής τάξης, στην ενδυνάμωση του εργατικού κινήματος, στην ίδια την ανασυγκρότησή του.

12. Αυτή η τακτική δεν «φοβάται» την ανάληψη πρωτοβουλίας, ούτε τον πολιτικό και ιδεολογικό διαχωρισμό. Επιδιώκει την ενότητα δράσης των εργαζομένων και αποκλείει στη βάση των εργαζομένων τον οργανωτικό διαχωρισμό, που οδηγεί σε έναν άνευ αντικειμένου χωριστικό «αγωνιστικό ελιτισμό», στο σπάσιμο των δεσμών με τους εργαζόμενους, σε έναν ανομολόγητο αλλά υπαρκτό ανταγωνισμό μαζί τους - γιατί «δεν μας καταλαβαίνουν», σε μια «απαίτηση» αναγνώρισης της πρωτοπορίας δια μέσου του «σας τα λέγαμε» - αντί της αναγνώρισης της πρωτοπορίας στην πράξη και στη δράση, στην έλλειψη γνώσης των πραγματικών συνθηκών, του πως σκέφτονται και αντιδρούν οι εργαζόμενοι. 

13. Τέλος, αυτή η τακτική δεν «αντικειμενικοποιεί» τις συνθήκες ταξικής και πολιτικής ωρίμανσης της εργατικής τάξης, αλλά αποτυπώνει και συνδυάζει αρμονικά το «αντικειμενικό» με το «υποκειμενικό».

Με λίγα λόγια, η κατάσταση που θα προκύψει σε έναν κλάδο εργαζομένων, στην εργατική τάξη συνολικότερα ( ακόμη και η επαναστατική κατάσταση), δεν είναι συνάρτηση αποκλειστικά των αντικειμενικών συνθηκών, ώστε ο ρόλος του Κόμματος να περιορίζεται στους όρους, στο σχέδιο που θα δοθεί μια μάχη. Είναι συνάρτηση και της ίδιας της δράσης του Κόμματος, του πως βοηθάει το Κόμμα τον ίδιο τον εαυτό του να στέκεται στις αντικειμενικές συνθήκες, να εκφράσει και να «εκφραστούν» αυτές. Για αυτό άλλωστε, για να αναφερθούμε και με γενικότερους όρους, κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε επανάσταση.

Στην περίπτωση των εκπαιδευτικών πώς εκφράστηκε αυτό το γεγονός; Υπήρχαν οι αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή, η διαλυτική κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της Εκπαίδευσης, στο σχολείο της αγοράς, που επηρεάζει αποφασιστικά τα διδακτικά και γενικότερα παιδαγωγικά καθήκοντα των εκπαιδευτικών, την ίδια τη ζωή τους. Υπήρχε η στάση της κυβέρνησης, που αντικειμενικά όξυνε την υπάρχουσα κατάσταση. Υπήρχε η απόρριψη των «από πάνω» «από τους κάτω». Υπήρχαν τα βήματα ταξικής και πολιτικής ωρίμανσης των «από κάτω», των εκπαιδευτικών - γεγονός που εκφράστηκε αδιαμφισβήτητα στη μαζικότητα και στις αποφάσεις τους. Υπήρχε η αποφασιστικότητα για αγώνα.

Παρ’ όλα αυτά απεργία δεν έγινε, η πρόταση του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών καταδικάστηκε και το Κόμμα δεν έπαιξε τον πολιτικό του ρόλο.

***

Το Κόμμα μας έκανε Συνέδριο, απέκτησε αποφάσεις και πολιτική, επιθυμεί το ίδιο να είναι ένα κόμμα «παντός καιρού», έχει πείρα, έχει τα εργαλεία, τη θέληση για αγώνα. Όλα τα «εφόδιά» του δοκιμάστηκαν. Στην πρώτη του σημαντική μάχη, όμως, δεν φαίνεται να ανταποκρίθηκε στα καθήκοντά του, έδωσε εξετάσεις και δεν «πέρασε».

Ακόμη και εάν υποθέσει κανείς ότι θα κερδίσει σε κάποια δύναμη, αυτή δεν θα είναι από το γεγονός ότι έπεισε αυτό το ίδιο για τη στάση του αλλά από τη στάση των άλλων, ότι επαληθεύτηκε η «επαλήθευση» για τη στάση της κυβέρνησης και των άλλων κομμάτων και παρατάξεων.

Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για τη «ρήξη και την ανατροπή». Το Κόμμα μας πρέπει να εμπνεύσει τους εργαζόμενους, να παίξει πρωτοπόρο ρόλο στην ενότητα των εργαζομένων και στην ανάπτυξη των αγώνων τους, στην ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, να καθιερώσει τον πολιτικό του ρόλο.

Κατά τη γνώμη μας η (μη) απεργία των εκπαιδευτικών ήταν ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός που ανέδειξε τις σχέσεις των τάξεων, το ρόλο των κομμάτων, την κατάσταση του εργατικού κινήματος και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Σαν τέτοιο είναι πηγή πείρας και πρέπει να μελετηθεί, γιατί εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα γενικότερης αξίας.


Περισσότερα... "

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Η (μη) Απεργία των εκπαιδευτικών
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου είχαμε καταλήξει σε δύο σημαντικά συμπεράσματα για την απεργία των εκπαιδευτικών, που δεν έγινε:

  • Το πρώτο, αφορούσε στην εκτίμησή μας για τη στάση των πολιτικών δυνάμεων (κοινοβουλευτικών ή όχι) και των συνδικαλιστικών δυνάμεων, που αντιπροσωπεύονται στην ΟΛΜΕ, «ότι δεν επιθυμούσαν την πραγματοποίηση της απεργίας, που είχαν  ήδη αποφασίσει στις Γενικές Συνελεύσεις τους οι ΕΛΜΕ».
  • Το δεύτερο, αφορούσε στην εκτίμησή μας ότι «υπήρχε το έδαφος οι εκπαιδευτικοί να αναπτύξουν τον αγώνα τους, γιατί υπήρχαν οι προϋποθέσεις να εξασφαλιστεί η μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών και οι αντίστοιχες κοινωνικές συμμαχίες τους, να υιοθετηθούν οι κατάλληλες μορφές πάλης».


Ταυτόχρονα αναρωτηθήκαμε «τι ακριβώς συνέβη και η εξαγγελμένη απεργία των εκπαιδευτικών δεν πραγματοποιήθηκε»; Στο δεύτερο μέρος του άρθρου τεκμηριώνουμε τα παραπάνω συμπεράσματα και δίνουμε την απάντηση στο  «τι ακριβώς συνέβη».

***

Το πρώτο συμπέρασμα τεκμηριώνεται, νομίζουμε, πολύ καθαρά, από τις αντίστοιχες θέσεις που πήραν τα περισσότερα κόμματα ευθύς εξ αρχής - με δηλώσεις ανώτατων στελεχών τους ακόμη και με δηλώσεις των ίδιων των αρχηγών τους. Τάχθηκαν ενάντια στην απεργία. Ακόμα και εκείνα τα κόμματα που αρχικά υποστήριξαν την απεργία των εκπαιδευτικών στη συνέχεια σιώπησαν. Δεν ξαναμπήκαν στον κόπο να τις επαναβεβαιώσουν και κυρίως στην κρίσιμη φάση των αποφάσεων.

Το ίδιο ισχύει και για τις συνδικαλιστικές παρατάξεις των κομμάτων, ανεξάρτητα από το εάν τοποθετήθηκαν ευθύς εξ αρχής υπέρ (ή όχι) της κήρυξης της απεργίας. Στη συνέχεια διαφοροποίησαν τη θέση τους ή υποκρίνονταν ότι δεν τη διαφοροποίησαν.

Όσο για την κυβέρνηση, αυτή κράτησε από την αρχή εχθρική στάση απέναντι στην απεργία των εκπαιδευτικών, η οποία εκφράστηκε με τον πιο καθαρό τρόπο, και στον κατάλληλο χώρο, από τον ίδιο το Πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά: «Δεν αντιδικούμε με τους εκπαιδευτικούς. Τους θέλουμε μαζί μας. Σκύβουμε πάνω στα προβλήματά τους. Αλλά το ξεκαθαρίζουμε σε κάθε κατεύθυνση – κι όχι μόνο προς τους εκπαιδευτικούς ασφαλώς: Για να υπάρξει σταθερότητα, ομαλότητα και Ανάπτυξη, το δημόσιο συμφέρον είναι πάνω από τις συντεχνιακές ιδιοτέλειες» (από την ομιλία του Πρωθυπουργού στο ΣΕΒ).

Από το παραπάνω απόσπασμα, που παραθέσαμε από τη συγκεκριμένη ομιλία του Πρωθυπουργού, πιστεύουμε, ότι ξεκαθαρίζει το γιατί ο Πρωθυπουργός επιστράτευσε τους εκπαιδευτικούς, αλλά, επίσης, διευκρινίζεται, παραπέρα, και  το γιατί ο αγώνας των εκπαιδευτικών πήρε έναν ευρύτερο πολιτικό χαρακτήρα.

Όταν κρίνεται από την κυβέρνηση(και προφανώς αυθαίρετα), ότι ο απεργιακός αγώνας των εργαζομένων οποιουδήποτε κλάδου έχει συντεχνιακό χαρακτήρα και «υπονομεύει» την ανάπτυξη, τη σταθερότητα και την ομαλότητα, θα ακολουθεί άμεσα ή και εκ των προτέρων, όπως στην περίπτωση των εκπαιδευτικών, η επιστράτευση. Με άλλα λόγια βρισκόμαστε στην πράξη μπροστά στην απροκάλυπτη απαγόρευση του δικαιώματος της απεργίας.

Είναι «δικαιολογημένος», λοιπόν, ο Πρωθυπουργός να αισθάνεται την ανάγκη ή και την υποχρέωση να πει τα όσα είπε μπροστά στην αστική τάξη της χώρας. «Δικαιολογημένα», επίσης, αναφέρθηκε ο Πρωθυπουργός στο δημόσιο συμφέρον, γιατί η αμφισβήτηση ή και η ματαίωση των μέτρων, που πήρε η κυβέρνησή του σε βάρος των εκπαιδευτικών, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πολιτική που θέλει να εφαρμόσει η τρικομματική κυβέρνηση και που αυτή απορρέει από τη συγκεκριμένη μνημονιακή συμφωνία με την τρόικα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, την απαίτησή τους για τις αντίστοιχες απολύσεις από το δημόσιο και την εφαρμογή όλων των άλλων μέτρων.

***

Ας μας επιτραπεί, σε αυτό το σημείο, ως παρένθεση αναγκαία για το θέμα μας, να δώσουμε μια παραπέρα ερμηνεία για το γιατί η κυβέρνηση καταφεύγει στην τόσο συχνή χρήση της επιστράτευσης, που εξηγεί, κατά τη γνώμη μας, και το γιατί ο αγώνας των εκπαιδευτικών πήρε και ένα γενικότερο χαρακτήρα, που αφορούσε όλον τον εργαζόμενο λαό αλλά και στο ουσιαστικό πρόβλημα, στο οποίο βρέθηκαν μπροστά οι πολιτικές και οι συνδικαλιστικές δυνάμεις.

Είναι γνωστή η θέση της κυβέρνησης ότι η χώρα μας, με την πολιτική που εφαρμόζεται, βρίσκεται σε πορεία ξεπεράσματος της οικονομικής κρίσης. «Ότι υπάρχει φως στο τούνελ». Την ίδια στιγμή, βέβαια, επίσης είναι γνωστό ότι επίκεινται νέα αντιλαϊκά μέτρα, ενώ πρέπει να εφαρμοστεί η μνημονιακή πολιτική σε όλες της τις πτυχές και μέχρι τέλους, στην οποία η κυβέρνηση στηρίζει όλες της τις ελπίδες για να παραμείνει στο ευρώ. Για αυτό το λόγο δεν πρέπει να υπάρξει κανενός είδους «χαλάρωση», όπως είπε στην ομιλία του στο ΣΕΒ ο Πρωθυπουργός.

Είναι, επίσης, γνωστό, ότι φως στο τούνελ δεν φαίνεται να υπάρχει, παρά τα όσα αντιλαϊκά μέτρα έχουν παρθεί. Δεν είναι μόνο ότι η οικονομική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ξεπερνιέται, γεγονός που επηρεάζει και τη χώρα μας. Είναι, επίσης, και το γεγονός ότι η μνημονιακή πολιτική δεν αποδίδει.

Βυθίζει τη χώρα μας στην ύφεση και αυτό αποδεικνύεται από τους σχετικούς οικονομικούς δείκτες. Το δημόσιο χρέος π.χ. αυξάνεται και γίνεται πραγματική θηλιά για τη χώρα μας, που κινδυνεύει να την καταστήσει μια μακροχρόνια χρεοκοπημένη χώρα, με μια αντίστοιχη μακροχρόνια οικονομική στασιμότητα. Πρόκειται για εκτιμήσεις οικονομικών παρατηρητών, που έρχονται να συναντηθούν με τις εκτιμήσεις της «Νέας Σποράς», που έχει καταθέσει σε ανύποπτο χρόνο.

Η κυβέρνηση, έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης, ενδιαφέρεται, την ώρα που η χώρα θα «έχει πιάσει πάτο», την ώρα που θα εξακολουθεί να είναι μια χρεοκοπημένη χώρα, να παρουσιάσει την οποιαδήποτε καλυτέρευση (ακόμη και λογιστική) των οικονομικών δεικτών ως οικονομική ανάκαμψη και ως επιτυχία της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται. Μέσα στην πλήρη εξαθλίωση του ελληνικού λαού θα του «πετάει κατάμουτρα» την καλυτέρευση(;) των οικονομικών δεικτών.

Συνεπώς, κάθε κινητοποίηση των εργαζομένων, που θα αμφισβητεί την οικονομική της πολιτική, και μάλιστα σε πλευρές που έχουν άμεση σχέση με όσα έχει συμφωνήσει με την τρόικα, κάθε κινητοποίηση των εργαζομένων,  που θα την βγάζει έξω από την εικονική πραγματικότητα που προσπαθεί να χτίσει στη θέση της βάρβαρης πραγματικότητας που βιώνουν οι εργαζόμενοι, θα την χτυπάει αλύπητα.

Για αυτόν το λόγο καταφεύγει απροκάλυπτα στην επιστράτευση των εργαζομένων, καταστρατηγώντας τους το δικαίωμα στην απεργία. Για αυτόν το λόγο προπαγανδίζει τη μη χαλάρωση στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής και για αυτόν το λόγο προσπαθεί να καλλιεργήσει μια ψευδεπίγραφη αισιοδοξία υποστηρίζοντας ότι υπάρχει φως στο τούνελ και μάλιστα για «πρώτη φορά»!!!

Μάλλον ο Πρωθυπουργός έχει ξεχάσει το αντίστοιχο «φως στο τούνελ» που υπόσχονταν οι Γιώργος Παπανδρέου και Λουκάς Παπαδήμος πριν από αυτόν, τότε,  που, «για ένα φεγγάρι», διατεινόταν, και σωστά, ότι με τα μνημόνια δεν θα υπάρξει κανένα φως στο τούνελ. 

Η στάση αυτή της κυβέρνησης και οι λόγοι που την υπαγόρευσαν βρήκαν την αντίστοιχη αντανάκλαση στις τοποθετήσεις των κομμάτων και επηρέασαν και την απεργία των εκπαιδευτικών, την ανήγαγαν σε πολιτική σύγκρουση γενικότερης σημασίας. Και αυτό το γεγονός δίνει την ιδιαίτερη σημασία στην απόφαση των εκπαιδευτικών για την απεργία τους, που την αποφάσισαν με ένα συντριπτικό ποσοστό.

***

Εκεί , όμως, που επαληθεύεται, πέρα για πέρα το πρώτο συμπέρασμα, που αναφέραμε, είναι η στάση των συνδικαλιστικών δυνάμεων της ΟΛΜΕ, κατά τη Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ. Και εξηγούμαστε.

Στις 9 του Μάη, ημέρα Πέμπτη, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΟΛΜΕ αποφάσισε απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις, που τη στήριξαν οι συνδικαλιστικές δυνάμεις: η ΔΑΚΕ, η ΠΑΣΚ, η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ (ΣΥΝΕΚ) και οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ. Στην απόφαση αυτή αντιτάχτηκε το ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών, που κατέθεσε δική του πρόταση, αλλά, παράλληλα, κατάγγειλε την απόφαση της πλειοψηφίας ότι «οδηγεί τον κλάδο σε τυφλή απεργία» και ότι παίζει «πολιτικά και επικοινωνιακά παιχνίδια σε βάρος του κλάδου».

Η συνέχεια εξελίσσεται  στις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ, όπου το ίδιο μπλοκ συνδικαλιστικών δυνάμεων, με τη στήριξη και άλλων μικρότερων συνδικαλιστικών σχημάτων, που δεν αντιπροσωπεύονται στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, υποστήριξαν την απεργία, που πρότεινε το ΔΣ της ΟΛΜΕ.

Στις Γενικές Συνελεύσεις το «Υπέρ», συνολικά, απόσπασε το συντριπτικό ποσοστό του 92%. Το «Κατά» της απεργίας, τα «Λευκά» και όσοι εκπαιδευτικοί υποστήριξαν την πρόταση του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών, συνολικά, απόσπασαν το απελπιστικά μειοψηφικό ποσοστό του 8%.

Η συμμετοχή των εκπαιδευτικών, μετά από πολλά χρόνια, ήταν μαζική. Παίρνουν μέρος στις ψηφοφορίες περίπου 20.000 καθηγητές, ενώ συμμετείχαν στις Γενικές Συνελεύσεις περίπου 30.000. Οι εκπαιδευτικοί πήραν την απόφαση να απεργήσουν μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις έχοντας πλήρη γνώση για την επιστράτευση (και ως απάντηση σε αυτήν) σε μαζικότατες διαδικασίες.

Στη συνέχεια η Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ θα έπρεπε να επικυρώσει την απεργία, που είχαν αποφασίσει οι ΕΛΜΕ, για να πραγματοποιηθεί, όπως προβλέπει η σχετική διαδικασία. Στη Γενική Συνέλευση κατατέθηκε πρόταση από το Προεδρείο και συγκεκριμένα από τον εκπρόσωπο των ΣΥΝΕΚ (παράταξη που πρόσκειται στο ΣΥΡΙΖΑ), που εξηγούσε το ποια θα έπρεπε να είναι η διαδικασία λήψης απόφασης για την απεργία.

Η πρόταση αυτή πρόβλεπε ΜΙΑ ψηφοφορία που, ταυτόχρονα, θα περιελάμβανε την απάντηση σε ΔΥΟ ερωτήματα: εάν η Γενική Συνέλευση επικυρώνει την αποφασισμένη από τους εκπαιδευτικούς απεργία τους και εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της, ήδη, αποφασισμένης απεργίας!!!

Το αποτέλεσμα αυτής της ψηφοφορίας έδωσε το παγκόσμιο πρωτότυπο και πρωτοφανές συνδικαλιστικό γεγονός. Από τη μια να επικυρωθεί η αποφασισμένη απεργία από τις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ, από την άλλη, με πλειοψηφία των λευκών, να μην υπάρχει σαφής εκφρασμένη άποψη εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της απεργίας, αλλά να υιοθετηθεί μια δυνητική και εξ αντιστροφής ερμηνεία, που βασιζόταν στο μειοψηφικό ποσοστό που πήρε το «υπέρ» (το «υπέρ» απαντούσε θετικά, δηλαδή, ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της απεργίας). Η ουσία του ζητήματος είναι ότι το Προεδρείο μεθόδευσε με τέτοιο τρόπο τη ψηφοφορία ώστε να μην εκφραστεί η πολιτική βούληση για την πραγματοποίηση της απεργίας.

Θα το πούμε ευθέως και πολύ καθαρά. Η διατύπωση αυτής της πρότασης συνιστά συνδικαλιστική πιρουέτα κακής έμπνευσης και ακόμη χειρότερης εκτέλεσης. Αποκαλύπτει μια «επαγγελματική» συνδικαλιστική αρρωστημένη νοοτροπία και πρακτική, μια ανείπωτη κουτοπονηριά και υποκρισία, έναν κυνισμό και μια περιφρόνηση απέναντι στους εργαζόμενους εκπαιδευτικούς (ειδικότερα απέναντι στους εκπαιδευτικούς που πρόκειται να απολυθούν) και γενικότερα απέναντι στους εργαζόμενους, την ίδια στιγμή που συγκαλύπτει μια βαθύτατη υπόκλιση στον αντίπαλο. 

Αυτήν την πρόταση για αυτού του είδους τη ψηφοφορία και με το συγκεκριμένο χαρακτήρα δεν την αρνήθηκε ΚΑΜΙΑ συνδικαλιστική παράταξη, είτε δια της υποστήριξης είτε δια της σιωπής είτε δια της παράκαμψης της ουσίας της πρότασης, παρά μόνο ορισμένοι εκπρόσωποι των ΕΛΜΕ, που υποστήριξαν ότι πρέπει να γίνει μόνο μια ψηφοφορία επικύρωσης της απεργίας, μια και ο κλάδος έχει εκφραστεί μέσα από τις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ. Αυτή η πρόταση που προτάθηκε και υιοθετήθηκε ήταν η βάση της άρνησης και της αναστολής της απεργίας «από τα πάνω» δια μέσου της αποδοχής της!!!

Το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός, ανεξάρτητα από την εξέλιξή του στη συνέχεια και την τελική του κατάληξη – εάν η πρόταση αυτή θα έπρεπε να γίνει και επίσημη πρόταση του ΔΣ της ΟΛΜΕ (που κατά πλειοψηφία έγινε), ανεξάρτητα από το εάν κατατέθηκαν «εναλλακτικές προτάσεις» από τις Παρεμβάσεις για απεργία των 500 συνδικαλιστών, στη βάση του απολογητικού ερωτήματος - επιχειρήματος «πως θα πάμε στη βάση τη στιγμή που αυτή έχει αποφασίσει απεργία», είναι για εμάς και το βασικό κριτήριο για το πρώτο συμπέρασμα που καταλήξαμε.

Όλα τα υπόλοιπα συνδικαλιστικά και διαδικαστικά τερτίπια, παρ’ όλο που έχουν και την πολιτική τους σημασία, παρ’ όλο που οι διαδικαστικές και εναλλακτικές προτάσεις, που διαδέχονταν η μια την άλλη, φανερά έκρυβαν ειλημμένες αποφάσεις, έχουν δευτερεύουσα σημασία, παρά την εκτίμησή μας ότι το ενισχύουν ακόμη περισσότερο. 

Το ερώτημα, πλέον, μετατοπίζεται και από το «τι συνέβη και η απεργία δεν πραγματοποιήθηκε» - αφού ξέρουμε πια το τι συνέβη ακριβώς, γεγονός που προκύπτει και από τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης των Προέδρων,  μετατρέπεται στο «τι συνέβη και οι παρατάξεις που την πρότειναν δεν την ήθελαν και γιατί». 

***

Το δεύτερο συμπέρασμα που καταλήξαμε τεκμηριώνεται από την ίδια τη στάση των εκπαιδευτικών κατά τη διάρκεια των Γενικών Συνελεύσεων των ΕΛΜΕ, που υποστήριξε την απεργία με ένα ποσοστό της τάξης του 92%.

Όλες οι συνδικαλιστικές παρατάξεις αναγνώρισαν τη μαζικότητα των Γενικών Συνελεύσεων, τη διάθεση των εκπαιδευτικών να αγωνιστούν για να ματαιώσουν τα μέτρα, που πήρε η κυβέρνηση σε βάρος τους. Αυτή ήταν η πρώτη, η θεμελιώδης προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της απεργίας.

Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ούτε τα κόμματα αμφισβήτησαν τη μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών, για αυτό το λόγο δεν αναφέρθηκαν σε μειοψηφίες που ταλαιπωρούν τους μαθητές, τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς και τον ελληνικό λαό, πάνω σε ένα κρίσιμο θέμα, όπως είναι οι πανελλαδικές εξετάσεις, με την όποια σημασία αποδίδουν σε αυτές, πλέον, και οι μαθητές και οι γονείς τους, ζήτημα, που πιστεύουμε ότι το εξαντλήσαμε στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου.

Από αυτήν την άποψη είναι χαρακτηριστικό ότι οι αιτιάσεις που απευθύνθηκαν ενάντια στην απόφαση των εκπαιδευτικών για την απεργία τους είναι δύο, σαφώς, κατηγοριών:

• Η πρώτη αφορά,  και εκφράζεται μέσα από την τοποθέτηση του Πρωθυπουργού, στην ομιλία του στο ΣΕΒ, στη «συντεχνιακή ιδιοτέλεια» των εκπαιδευτικών, που υποτίθεται ότι απειλούν με τη στάση τους να «τινάξουν στον αέρα» την προσπάθεια της χώρας για έξοδό της από την οικονομική κρίση. Παράλληλα, όμως, δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός απευθύνεται στους εκπαιδευτικούς κατά έναν τρόπο  «διαπαιδαγωγικό» εκφράζοντας τη θέση «ότι τους θέλει μαζί του», ότι «έχει σκύψει στα προβλήματά τους». Μόνο που πάνω από όλα τίθεται «το δημόσιο συμφέρον» και όχι η συνδικαλιστική τους ιδιοτέλεια.
Εμείς σημειώνουμε, ότι δεν έχουμε καμιά αυταπάτη για τα διαπαιδαγωγικά αισθήματα του Πρωθυπουργού. Θα μπορούσε να εξελιχθεί στον καλύτερο παιδαγωγό προκειμένου να σύρει τον ελληνικό λαό στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής που εφαρμόζει.
Πολύ φοβόμαστε, όμως, ότι η στάση του αυτή δεν υπαγορεύτηκε από την παιδαγωγική του ευαισθησία αλλά από το φόβο του μπροστά στην απόφαση των εκπαιδευτικών, στη μαζικότητα των Γενικών τους Συνελεύσεων, στη μαζική υποστήριξη των εκπαιδευτικών στην πρόταση για απεργία και στη δυναμική, που, πιθανά, θα έπαιρνε αυτή η κινητοποίηση.   

• Η δεύτερη αφορά στην υποτιθέμενη ανευθυνότητα των εκπαιδευτικών να απεργήσουν μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις.  Τη θέση αυτή την υιοθέτησαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα περισσότερα κόμματα.
Την προώθησαν και την προπαγάνδισαν ανενδοίαστα, συκοφαντώντας τους εκπαιδευτικούς, τα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια της κυβέρνησης.  
Θα πρέπει να πούμε, όμως, ότι αυτή η εκστρατεία κατασυκοφάντησης των εκπαιδευτικών δεν απόδωσε τόσο όσο στόχευε να αποδώσει, παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή επιστρατεύτηκαν δημοσκοπήσεις γνώμης. Οι μαθητές, οι γονείς, οι άλλοι εργαζόμενοι δεν στράφηκαν ενάντια στους εκπαιδευτικούς και αυτό το συμπέρασμα αναδεικνύεται και από τις δημοσκοπήσεις.

Επομένως οι δύο πιο βασικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της απεργίας υπήρχαν. Δηλαδή, η αποφασιστικότητα του ίδιου του κλάδου και η λαϊκή αλληλεγγύη - η σε όποιο βαθμό αλληλεγγύη ή η ευμενής ανεκτικότητα ή απλώς η ανεκτικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν εκφράστηκε ενεργά. Πάντως με βεβαιότητα δεν υπήρξε ούτε εκφράστηκε λαϊκή εχθρότητα.

Δίπλα σε αυτές τις δύο πιο βασικές προϋποθέσεις – παραμέτρους που υπήρχαν πρέπει να προστεθούν δύο τουλάχιστον ακόμη. Μετά από πολλά χρόνια ο κλάδος των εκπαιδευτικών συσπειρώνεται γύρω από μια πρόταση για απεργία, γεγονός που προοιωνίζει θετικά, με συγκεκριμένους όρους, για την παραπέρα δυναμική που μπορεί να αναπτυχθεί. Και με την κατάλληλη κινητοποίηση όλων των φορέων, κομματικών, συνδικαλιστικών, των γονέων, των μαθητών, των άλλων φορέων της Εκπαίδευσης, των εργαζομένων γενικότερα.    

Επίσης, και χωρίς να παραβλέπει κανείς τους συσχετισμούς μέσα στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, ακόμη και την προηγούμενη στάση του ΔΣ της ΟΛΜΕ για πολύ σοβαρά ζητήματα, που δικαιώνουν την κριτική του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών, δεν παύει να έχει την ξεχωριστή του σημασία η απόφαση της Ομοσπονδίας των εκπαιδευτικών να κηρύξει τη συγκεκριμένη απεργία για δίκαια αιτήματα, που αφορούν στο πιο βασικό ανθρώπινο αίτημα, στο δικαίωμα για δουλειά, μπροστά στην ξεκάθαρη απόφαση της κυβέρνησης για μαζικές απολύσεις.

Με βάση αυτό το κριτήριο πρέπει να καθορίσει κανείς τη στάση του, πολύ περισσότερο τα κόμματα και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις, απέναντι στην απόφαση των εκπαιδευτικών για απεργία, ακόμη και απέναντι στην ίδια την ΟΛΜΕ.

Συνυπολογίζοντας όλους τους παραπάνω παράγοντες εμείς, ως «Νέα Σπορά», εκτιμήσαμε ότι η απεργία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες μορφές πάλης και να διεκδικηθούν τα δίκαια αιτήματα των εκπαιδευτικών, ενώ, παράλληλα, η απεργία αυτή θα ήταν και η έμπρακτη απάντηση στην επιστράτευση, στην οποία η κυβέρνηση κατέφυγε για άλλη μια φορά.

***

Το ερώτημα, μετά τα όσα σχολιάσαμε,  στη τελική του διαμόρφωση, για «το τι συνέβη και δεν έγινε η απεργία των εκπαιδευτικών» νομίζουμε ότι έχει ως εξής:

Τι συνέβη και:

• ενώ οι παρατάξεις που πρότειναν την απεργία και απόσπασαν τη συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, που συμμετείχαν σε ιδιαίτερα μαζικές Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ,

• ενώ η ΟΛΜΕ δεν συνάντησε, τουλάχιστον, την εχθρική στάση της κοινωνίας, με πρώτους τους μαθητές και τους γονείς τους,

• ενώ οι άλλοι εργαζόμενοι είδαν στον αγώνα των εκπαιδευτικών το δικό τους ίδιο πρόβλημα μέσα από την επιστράτευση και την απαγόρευση του δικαιώματος της απεργίας, της αφόρητης κατάστασης που βιώνουν με την ανεργία, της καθημερινής απειλής της απόλυσης,

• ενώ η ΟΛΜΕ φτάνει να αντιπαρατίθεται ανοιχτά με την ΑΔΕΔΥ και τη ΓΣΕΕ, τους αδιαμφισβήτητους εκπροσώπους του κυβερνητικού και ξεπουλημένου συνδικαλισμού, να τις καταγγέλλει, γιατί αρνήθηκαν να καλύψουν την απεργία που εξάγγειλε, πιστοποιώντας για άλλη μια φορά το ρόλο τους,

• ενώ η ίδια η ΟΛΜΕ, ως ομοσπονδία, με συσπειρωμένο τον κλάδο σε δική της πρόταση, κατ’ αρχήν, δείχνει τη διάθεση να ηγηθεί αυτού του αγώνα διεκδικώντας δίκαια αιτήματα,

• ενώ η δυναμική από τη μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών δείχνει ότι μπορεί να εξελιχθεί σε ακόμη μεγαλύτερη μαζικοποίηση,    

τελικά, γιατί αυτές οι ίδιες παρατάξεις που πρότειναν την πραγματοποίηση της απεργίας (ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚ, ΣΥΝΕΚ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ) ήταν αυτές που μεθόδευσαν, με ομολογουμένως απαράδεκτο τρόπο, τη ματαίωσή της, ενώ το ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών επί της ουσίας αποδέχτηκε αυτήν την εξέλιξη; 

Ποιος ήταν, τελικά, εκείνος ο αποφασιστικός παράγοντας που οδήγησε στη ματαίωση της απεργίας, που ξεπέρασε τις παρατάξεις, τις αδιαμφισβήτητες πλειοψηφίες (πολύ περισσότερο ξεπέρασε τις αδιαμφισβήτητες μειοψηφίες), τη μαζικότητα, τη διάθεση για αγώνα ακόμη και σύγκρουση με την κυβερνητική πολιτική;

Αυτό το ερώτημα εξακολουθεί να υπάρχει, έχει γενικότερη σημασία και γίνεται καίριο για κάθε μελλοντική κινητοποίηση των εργαζομένων με δεδομένη τη στάση της κυβέρνησης, την οποία ήδη περιγράψαμε.

Κατά τη γνώμη μας ο παράγοντας που έλειψε και έπαιξε τον αποφασιστικό του ρόλο ήταν ο πολιτικός παράγοντας. Έλειψε ο πολιτικός φορέας, που από τον ίδιο του το ρόλο και τη φύση του θα είχε τη γνώση και τη δύναμη να καθοδηγήσει τον αγώνα των εκπαιδευτικών, σε συνθήκες πολιτικής σύγκρουσης με την πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και χρεοκοπίας της χώρας μας, σε συνθήκες που η εργατική τάξη και γενικότερα ο εργαζόμενος λαός αναζητούν τη διέξοδο από την οικονομική κρίση. 

Στην περίπτωση της απεργίας των εκπαιδευτικών φανήκανε τα όρια, τα πραγματικά όρια, των κομμάτων της κυβέρνησης, των κομμάτων της αντιπολίτευσης, των συνδικαλιστικών παρατάξεων και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αναδείχτηκε η πραγματική κατάσταση του εργατικού κινήματος. Αναδείχτηκε η ζώσα πραγματικότητα.

Και αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα από την «απεργία που δεν έγινε ποτέ». Αλλά σε αυτό το θέμα θα επανέλθουμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος του άρθρου μας.
 
   

 



Περισσότερα... "

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Η (μη) Απεργία των εκπαιδευτικών
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Πολλά, πάρα πολλά, άρθρα γράφτηκαν για την «Απεργία των καθηγητών, που δεν έγινε ποτέ!». Ομολογουμένως, πρόκειται για ένα πολιτικό γεγονός, που, κατά τη γνώμη μας, όχι μόνο συγκέντρωσε το ευρύτερο ενδιαφέρον, αλλά προσφέρεται και για γενικότερα πολιτικά συμπεράσματα.

Συμπεράσματα που αφορούν στην κυβέρνηση, στις πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις, στην κατάσταση του εργατικού κινήματος, στην ίδια την κοινωνία. Προσφέρεται, όμως, και για συμπεράσματα που αφορούν σε ιδεολογικοπολιτικά ζητήματα, που ταλάνισαν και, απ’ ότι φαίνεται, εξακολουθούν να ταλανίζουν πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις.

Θα μας επιτραπεί, όμως, πριν περάσουμε στο δικό μας σχολιασμό, να σταθούμε σε μια διαπίστωσή μας, που σχετίζεται με το περιεχόμενο της αρθρογραφίας που εμφανίστηκε και που αναδεικνύει ένα κοινό χαρακτηριστικό. Σχεδόν το σύνολο των άρθρων έχει έναν απολογητικό χαρακτήρα.

Αυτή η διαπίστωση αφορά ακόμη και σε εκείνα τα άρθρα, που, εντέχνως, οι συγγραφείς τους επιλέγουν την τακτική: «η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση». Τα άρθρα αυτά «φωνάζουν» πολύ, ίσως, γιατί πρέπει να συγκαλύψουν πραγματικές πολιτικές ευθύνες.

Γεγονός, που, κατά τη δική μας αντίληψη, αναδεικνύει το πρώτο βασικό συμπέρασμα για την απεργία των εκπαιδευτικών. Καμία πολιτική (κοινοβουλευτική ή όχι) και συνδικαλιστική δύναμη, που αντιπροσωπεύεται και στην ΟΛΜΕ, δεν ήθελε την πραγματοποίηση αυτής της απεργίας.  

Το συμπέρασμα αυτό ίσως θεωρηθεί, από πρώτη ματιά, υπερβολικό. Εμείς, όμως, πιστεύουμε ότι είναι ένα στέρεο συμπέρασμα, που στηρίζεται τόσο στη μελέτη της σχετικής αρθρογραφίας όσο και στο πως εξελίχτηκαν τα γεγονότα και οι σχετικές διαδικασίες στην ίδια την ΟΛΜΕ, ιδιαίτερα στη Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ.

Φυσικά, δεν υπονοούμε ότι υπάρχει κάποιο θέμα έντιμης ή ανέντιμης στάσης των πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων απέναντι στην πρόταση για απεργία των καθηγητών κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, αυτών των δυνάμεων που την πρότειναν ή την απέρριψαν.  

Η στάση όλων των πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων, πάνω απ’ όλα, καθορίστηκε από την πολιτική τους αντίληψη για το πώς έπρεπε να απαντήσουν σε σχέση με τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, που αφορούσε σε ένα άμεσο και ζωτικό ζήτημα του κλάδου. Φυσικά δεν έλειψαν και οι γνωστές συνδικαλιστικές κουτοπονηριές.

Αν πρέπει να αναφερθούμε σε κάποιο θέμα ηθικής στάσης, πέρα από πολιτικής, αυτό αφορά στη στάση της κυβέρνησης, που, εν μέσω εξετάσεων, προέβη σε έναν ταυτόχρονο ωμό εκβιασμό των εκπαιδευτικών και των μαθητών, στον «κατάλληλο» χρόνο, με αντικειμενικό στόχο να περάσει την πολιτική της, για την οποία έχει δεσμευτεί στην τρόικα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

***
Η κυβέρνηση αποφάσισε να αυξήσει κατά δύο ώρες το διδακτικό ωράριο των καθηγητών και να θεσπίσει τις υποχρεωτικές μεταθέσεις, ανεξάρτητα από την οργανική θέση των καθηγητών.

Προκειμένου να απορροφήσει την αγωνιστική αντίθεση του κλάδου των εκπαιδευτικών χρησιμοποίησε, τη γνωστή πια σε όλους, μέθοδο της κατασυκοφάντησης του κλάδου και της παραπλάνησης του ελληνικού λαού. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιστράτευσε τα γνωστά της ακριβοπληρωμένα παπαγαλάκια για να κατασυκοφαντήσει έναν ολόκληρο κλάδο εργαζομένων. 

Κατηγόρησε τους εκπαιδευτικούς ως τεμπέληδες, τη γνωστή κατηγορία που έχει χρησιμοποιήσει για όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, ότι εργάζονται λιγότερο σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς των άλλων χωρών.

Η κυβέρνηση, προφανώς, δεν πρωτοτύπησε, γιατί αυτή η κατηγορία χρησιμοποιείται στις μέρες μας σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί οι κυβερνήσεις των χωρών - μελών της επιδιώκουν να πετύχουν τη μείωση του δημόσιου τομέα και αυτό σημαίνει αντίστοιχες απολύσεις.

Πίσω από την αύξηση του ωραρίου και τις υποχρεωτικές μεταθέσεις κρύβεται η άμεση επιδίωξη της κυβέρνησης για απολύσεις. Αυτές υπολογίζεται, με μέτριες εκτιμήσεις, ότι θα ξεπεράσουν τις δέκα χιλιάδες εκπαιδευτικούς. Όσο για την ανήθικη κατηγορία περί τεμπελιάς αυτή κατέπεσε αμέσως, όταν δημοσιεύτηκαν τα πραγματικά στοιχεία για το ωράριο εργασίας των εκπαιδευτικών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αμοιβών τους.

Πρέπει να είναι σαφές. Η κυβέρνηση υλοποιεί στην πράξη τη μνημονιακή της πολιτική. Η πράξη της αυτή αφορά τη συμφωνία της με την τρόικα για το 2013 και τις απολύσεις που πρέπει να γίνουν στο τρέχοντα χρόνο. Από το νέο σχολικό χρόνο θα «μετράγαμε» 10.000 - και παραπάνω, λιγότερους αναπληρωτές καθηγητές και περί τους 5.000 μετακινούμενους καθηγητές.

Επίσης, πρέπει να είναι σαφές ότι η κυβέρνηση είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή της να προχωρήσει στη νομοθετική ρύθμιση που είχε σχεδιάσει. Δεν το έκανε, γιατί της ήταν πιο εύκολο να αντιμετωπίσει, σε σχεδόν «νεκρό» χρόνο, όχι μόνο από την άποψη των εξετάσεων αλλά και της σχολικής χρονιάς, την αγωνιστική απάντηση των εκπαιδευτικών, να θέσει με την άνεσή της τα εκβιαστικά, ηθικά διλήμματα που ήθελε.

Ήταν αυτή λοιπόν, που επέλεξε το χρόνο των πανελλαδικών εξετάσεων για να φέρει τον κλάδο των εκπαιδευτικών και τον ελληνικό λαό μπροστά σε ένα ηθικό δίλημμα:

  • Να γίνουν ή να μη γίνουν κινητοποιήσεις κατά τη διάρκεια των πανελλαδικών εξετάσεων;

Γιατί αυτό μόνο μπορούσε να γίνει από την πλευρά των εκπαιδευτικών τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ως άμεση αγωνιστική απάντηση. Κάθε άλλη αγωνιστική απάντηση παρέπεμπε στο μέλλον, στη νέα σχολική χρονιά, με τη νομοθετική ρύθμιση τετελεσμένη ή θα ήταν μια κινητοποίηση (της οποιασδήποτε μορφής) με άμεσα βραχυχρόνιο χαρακτήρα, αν θα έπρεπε να μη διαταραχθεί η διαδικασία των εξετάσεων.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η κυβέρνηση εκβίαζε άμεσα και ξεδιάντροπα τους μαθητές, προκειμένου δια μέσου των μαθητών να εκβιάσει τους καθηγητές και δια μέσου των μαθητών και των καθηγητών να εκβιάσει όλο τον ελληνικό λαό να αποδεχτεί την αντιδραστική της μνημονιακή πολιτική, να αποδεχτεί τις απολύσεις και την ανεργία, στο όνομα της πραγματοποίησης των πανελλαδικών εξετάσεων.

Το δεύτερο και γενικότερο συμπέρασμα είναι ότι η σύγχρονη αστική διακυβέρνηση έχει απολέσει κάθε ίχνος ακόμη και αστικού δημοκρατισμού, κάθε ίχνος ακόμη και αστικής ηθικής, γεγονός που απορρέει από τον αντιδραστικό χαρακτήρα της πολιτικής που εφαρμόζει.      

***

Είναι γεγονός ότι οι πανελλαδικές εξετάσεις έχουν προσλάβει για τον ελληνικό λαό έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Οι εργαζόμενοι, οι λαϊκές οικογένειες προσδοκούν τα παιδιά τους να βρουν μια θέση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Όλη αυτή η προσδοκία έχει «επενδυθεί» από διαφορετικούς παράγοντες:


  • Από το γεγονός ότι η Παιδεία ήταν πράγματι λαϊκό πρόβλημα και έγιναν μεγάλοι αγώνες από την εποχή της συγκρότησης του ελληνικού κράτους για να υπάρξει και να γίνεται πάντα καλύτερη. Υπάρχουν επομένως αγωνιστικοί δεσμοί.
  • Οι αγώνες αυτοί έχουν αποκρυσταλλώσει στη συνείδηση του ελληνικού λαού τη θετική διάθεση να θέλει να μορφώσει τα παιδιά του, μέχρι και την ανώτατη βαθμίδα, την πανεπιστημιακή. Από μόνο του αυτό το γεγονός είναι προοδευτικό.     
  • Από την ίδια την ιστορική ανάπτυξη και τη διάρθρωση της υλικής παραγωγής στη χώρα μας, που δεν έδινε εργασιακές και επαγγελματικές εξόδους στη νεολαία από κατώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, γεγονός που οδήγησε στο να καθυστερήσει πολύ η ίδρυση και η ανάπτυξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης στη χώρα μας, παράγοντας που ωθούσε τη νεολαία προς την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
  • Από τη σημερινή κατάσταση της υλικής παραγωγής στη χώρα μας, της συρρίκνωσης και της αποδιάρθρωσης της παραγωγής, που αποστερεί τη νεολαία από κάθε δυνατότητα εργασίας, που «εκ των πραγμάτων» έχει μετατρέψει την επιδίωξη για εργασία σε ελπίδα για μια θέση στο πανεπιστήμιο για τα παιδιά των εργαζομένων, να πάρουν «ένα χαρτί» για να μπορούν να ελπίζουν σε κάποια δουλειά, το καλύτερο χαρτί, επιδίωξη που καταλήγει σε ένα συνεχές κυνήγι τίτλων και προσόντων, αποκτώντας περισσότερους και ανώτερους τίτλους, περισσότερα και πιο  εξειδικευμένα προσόντα.
  • Από την οικονομική κρίση που έχει οξύνει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα της ανεργίας.

Πρέπει, όμως, να πούμε ότι και αυτή η κατάσταση έχει εξαντληθεί. Πέρα από το γεγονός ότι το ζήτημα της εργασιακής αποκατάστασης ήταν δύσκολο, παρά τους τίτλους και τα προσόντα, στις μέρες μας έχει γίνει σχεδόν άλυτο, ήταν και η αγορά που προτιμούσε λόγω του λεγόμενου εργασιακού κόστους να καλύπτει τις ανάγκες της από κατώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, και ιδιαίτερα από τον ιδιωτικό τομέα της Εκπαίδευσης.

Το γεγονός αυτό οδήγησε πολύ γρήγορα στην αντιστροφή της σύνθεσης της ανεργίας στη νεολαία, στο ξέσπασμα ενός νέου, και ολοένα εντεινόμενου, μεταναστευτικού κύματος, που αυτή τη φορά αφορά το ανώτερο επιστημονικό δυναμικό της χώρας.

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί έχει δύο σοβαρές επιπτώσεις στη ζωή της νεολαίας και συνολικά της λαϊκής οικογένειας:

  • Οι νέοι σήμερα, κυνηγώντας τίτλους,  φτάνουν σε μια ηλικία ακόμα και 35 (και παραπάνω) χρόνων χωρίς να έχουν αποκατασταθεί επαγγελματικά και εργασιακά, γεγονός που έχει γενικότερες κοινωνικές επιπτώσεις στη ζωή τους.
  • Ταυτόχρονα αυτή η κατάσταση έχει συνειδητοποιηθεί από τη νεολαία από μικρή ηλικία, από τα μαθητικά θρανία, γνωρίζοντας ότι θα πάρει μέρος στις πανελλαδικές εξετάσεις χωρίς αυτό το γεγονός να του εξασφαλίζει κανένα μέλλον, καμία προοπτική. Το γεγονός αυτό είναι ένα στοιχείο του υποβιβασμού τους, τουλάχιστον στη συνείδηση της νεολαίας.

Αναδεικνύεται, έτσι, ένα ουσιαστικό θέμα, μέσα στην ελληνική κοινωνία, για το ρόλο των πανελλαδικών εξετάσεων και τη φόρτιση που διαθέτουν.

Από τη μια, το βέβαιο είναι ότι δεν έχουν πια την παλιά τους «λαμπρότητα», απόδειξη ότι από την πλευρά της εκπαιδευτικής διαδικασίας, της επιλογής για την Ανώτατη Εκπαίδευση, να έχει ανοίξει η συζήτηση - από ορισμένους κύκλους, για την κατάργησή τους.

Από την άλλη να μην έχουν απολέσει σε μεγάλο βαθμό τη σημασία τους τόσο για τη νεολαία όσο και για τη λαϊκή οικογένεια, όμως, ως μιας διεξόδου «εξ ανάγκης», που προσφέρει κάποιες αόριστες δυνατότητες για επαγγελματική και εργασιακή αποκατάσταση, ακόμη και ως αναγκαστικής διεξόδου προς τη μετανάστευση.

***

Οι πανελλαδικές εξετάσεις, βέβαια, δεν προσδιορίζουν το εκπαιδευτικό πρόβλημα της χώρας μας όση βαρύνουσα σημασία και αν έχουν για τον ελληνικό λαό και για το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα. Ούτε, επίσης, προσδιορίζουν τα κοινωνικά προβλήματα της χώρας μας.

Απλώς οι πανελλαδικές εξετάσεις έγιναν ο μοχλός για να αποκαλυφθεί το βάθος και η έκταση των προβλημάτων της Εκπαίδευσης συνολικά, παραπέρα, έγιναν ο μοχλός για να αποκαλυφθεί, και από μια άλλη σκοπιά, η ουσία της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης,   της κυβερνητικής πολιτικής, που δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό, που καταφεύγει μέχρι και τον ανοιχτό εκβιασμό των μαθητών προκειμένου να την εφαρμόσει.

Η τρόικα και η κυβέρνηση έφτασαν να «βάλουν χέρι» όχι μόνο γενικά στους δημόσιους υπάλληλους αλλά και στους εκπαιδευτικούς, προσθέτοντας στα ήδη υπάρχοντα προβλήματα πολλά περισσότερα, προβλήματα που απειλούν να τινάξουν στον αέρα την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Να τη διαλύσουν.

Και αυτή η διαλυτική κατάσταση δεν αφορά μόνο τη Μέση Εκπαίδευση, αφορά το σύνολο της Εκπαίδευσης.

Από την άποψη αυτή οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας αλλά και οι συνδικαλιστικές δυνάμεις στην ΟΛΜΕ, από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων, ήρθαν μπροστά σε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα και όχι αυτό καθεαυτό το πρόβλημα της πραγματοποίησης των εξετάσεων.

Κατάλαβαν, δηλαδή, ότι η απεργία μέσα στις εξετάσεις, στην πραγματικότητα, θα μετατρεπόταν σε μια σύγκρουση με το σύνολο της εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης και θα είχε και γενικότερο χαρακτήρα, γιατί, διαφορετικά, ο αγώνας των εκπαιδευτικών δεν θα μπορούσε να στηριχτεί.  

Μοιραία οι εκπαιδευτικοί, για να στηρίξουν τον αγώνα τους, για να αποτρέψουν την αύξηση του ωραρίου και τις απολύσεις, θα έπρεπε να γενικεύσουν στην επιχειρηματολογία τους.

Θα έπρεπε να αναφερθούν στη συνολική πολιτική για την εκπαίδευση αλλά και στη γενικότερη πολιτική της κυβέρνησης για να μπορούν να αποδείξουν και να πείσουν ότι οι απολύσεις και η αύξηση του ωραρίου είναι το αποτέλεσμα της συνολικής πολιτικής της κυβέρνησης. Αλλά και οι άλλοι εργαζόμενοι, στον αγώνα των εκπαιδευτικών, θα έβλεπαν τον ίδιο τους τον εαυτό, τα δικά τους προβλήματα, που τα δημιουργούσε η ίδια πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

***

Πρώτη η κυβέρνηση κατάλαβε αμέσως, παρά τους συσχετισμούς στην ΟΛΜΕ, τον κίνδυνο για μια σύγκρουση που θα ήταν καταδικαστική για την πολιτική της. Για αυτό το λόγο φρόντισε χωρίς χρονοτριβή να ξεκαθαρίσει ότι οι εξετάσεις θα πραγματοποιηθούν στην ώρα τους, υπονοώντας σαφώς ότι εάν οι εκπαιδευτικοί προχωρήσουν σε απεργία θα τους επιστρατεύσει.

Εδώ, πλέον, προστίθεται και ένα άλλο στοιχείο στο οποίο πρέπει να απαντήσουν οι εκπαιδευτικοί. Η απειλή της επιστράτευσης. Γνωρίζουν ήδη ότι η κυβέρνηση δεν το λέει απλώς ως απειλή. Το εννοεί κιόλας. Ο αγώνας τους πρέπει να πάρει υπόψη ότι η κυβέρνηση πολύ πρόσφατα είχε επιστρατεύσει τους εργαζόμενους στο Μετρό, τους ναυτεργάτες και προηγούμενα τους εργαζόμενους στη χαλυβουργία.

Ο αγώνας των εκπαιδευτικών, πριν καν να αρχίσει, είχε πάρει ένα γενικότερο πολιτικό χαρακτήρα με δεδομένο ότι έπρεπε οι εκπαιδευτικοί να υπερασπιστούν πλέον και το δικαίωμα στην απεργία. Και αυτό το δικαίωμα αφορούσε όλους τους εργαζόμενους.

Ο κάθε εργαζόμενος καταλάβαινε πολύ καλά ότι αν αποτύχει ο αγώνας των εκπαιδευτικών θα δυσκόλευε, ταυτόχρονα,  η υπεράσπιση στο δικαίωμα της απεργίας, πέρα από τις γενικότερες επιπτώσεις που θα είχε στο ίδιο το εργατικό κίνημα, στο επίπεδο της απογοήτευσης και της καλλιέργειας αισθημάτων μοιρολατρίας.

Το ερώτημα που τίθεται είναι: Κάτω από αυτές τις συνθήκες μπορούσαν οι εκπαιδευτικοί να προχωρήσουν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις (και απεργιακές) και πως ή θα έπρεπε να αναστείλουν;

Κατά τη γνώμη μας υπήρχε το έδαφος οι εκπαιδευτικοί να αναπτύξουν τον αγώνα τους, γιατί υπήρχαν οι προϋποθέσεις να εξασφαλιστεί η μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών και οι αντίστοιχες κοινωνικές συμμαχίες τους, να υιοθετηθούν οι κατάλληλες μορφές πάλης.

Η εκτίμησή μας αυτή στηρίζεται στους παρακάτω παράγοντες:

  • Υπάρχει ιδιαίτερα συσσωρευμένη αγανάχτηση στους εργαζόμενους από την πολιτική της κυβέρνησης, που τους έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή επίπεδα εξαθλίωσης.
  • Την ίδια στιγμή αναπτύσσεται όλο και περισσότερο η δυσαρέσκεια, η εναντίωση και η άρνηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ, για την πολιτική που έχει επιβάλει στη χώρα μας.
  • Οι εργαζόμενοι έχουν άμεση εμπειρία των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί, γιατί το σχολείο της αγοράς που προωθεί και εφαρμόζει η κυβέρνηση τους τα μεταφέρει καθημερινά «μέσα στο σπίτι τους» και έχει πολλαπλό κόστος για αυτούς.
  • Αυτή η εμπειρία των εργαζομένων ήταν και η βάση της αλληλεγγύης τους στον αγώνα τους
  • Και οι μαθητές και οι γονείς τους έχουν συνειδητοποιήσει πλέον ότι οι εξετάσεις δεν εξασφαλίζουν καμία εργασιακή και επαγγελματική προοπτική, παρά το γεγονός ότι τους ανοίγει (για όσους ανοίγει) μια πόρτα για την εισαγωγή τους στην Ανώτατη Εκπαίδευση.
  • Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό από την άποψη ότι δεν θα έστρεφε τους μαθητές, κατά πρώτο λόγο, και τους γονείς τους ενάντια στους εκπαιδευτικούς.
  • Οι εργαζόμενοι κατανόησαν αμέσως τι κρύβεται πίσω από την αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών και των υποχρεωτικών μετακινήσεων και δεν παρασύρθηκαν από την κατασυκοφάντηση που επεχείρησε η κυβέρνηση και τα φιλικά της μέσα ενημέρωσης.
  • Οι εκπαιδευτικοί ήταν διατεθειμένοι να αγωνιστούν και η διάθεσή τους αυτή εκφράστηκε και στις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ, που σε ελάχιστο χρόνο ήταν μαζικότατες και που μπορούσαν να μαζικοποιηθούν στην πορεία ακόμη περισσότερο.
  • Η ΟΛΜΕ, παρά τις ταλαντεύσεις της, παρά τους συσχετισμούς που επικρατούν στο εσωτερικό της, παρά την προηγούμενη  στάση της απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να σταθεί και να αντιμετωπίσει την κυβερνητική πολιτική, γιατί αυτή η πολιτική έθετε, πλέον, σε αμφισβήτηση το εργασιακό καθεστώς των εκπαιδευτικών και άνοιγε το δρόμο για μαζικές απολύσεις των εκπαιδευτικών.
  • Η μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών στις Γενικές τους Συνελεύσεις και η αποφασιστικότητα τους μπορούσε να λειτουργήσει ως η αναγκαία συνθήκη για τον αγώνα τους αλλά και ως φρένο στις οποιεσδήποτε αντινομίες και ταλαντεύσεις του ΔΣ της ΟΛΜΕ.
  • Υπήρχαν οι δυνατότητες οι εκπαιδευτικοί με τον αγώνα τους να εξανάγκαζαν την κυβέρνηση να πάρει πίσω, τουλάχιστον, τα τελευταία μέτρα που είχε πάρει σε βάρος τους, να δώσουν απάντηση στην κατασταλτική πολιτική της κυβέρνησης, να δώσουν απάντηση, που θα είχε και γενικότερη σημασία, στην πολιτική της κυβέρνησης, που έχει τη δρομολογημένη πρόθεση να αμφισβητήσει και να καταργήσει το δικαίωμα στην απεργία. Και η επιτυχία αυτή, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν θα αντιμετώπιζε το σύνολο της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης, θα ήταν μια πραγματική επιτυχία. Μια τέτοια επιτυχία θα τροφοδοτούσε γενικότερες εξελίξεις στο εργατικό κίνημα.      

Τι ακριβώς συνέβη και η εξαγγελμένη απεργία των εκπαιδευτικών δεν πραγματοποιήθηκε; Αυτό το θέμα θα το αναπτύξουμε στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου.
Περισσότερα... "