Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Η (μη) Απεργία των εκπαιδευτικών
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ


Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του άρθρου μας για την (μη) απεργία των εκπαιδευτικών θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε το τι σημαίνει η έλλειψη του πολιτικού (καλύτερα, του επαναστατικού) παράγοντα, που, ήδη, αναφερθήκαμε. 

Γράφαμε: «Κατά τη γνώμη μας ο παράγοντας που έλειψε και έπαιξε τον αποφασιστικό του ρόλο (Σ.Σ. στην πραγματοποίηση της απεργίας) ήταν ο πολιτικός παράγοντας. Έλειψε ο πολιτικός φορέας, που από τον ίδιο του το ρόλο και τη φύση του θα είχε τη γνώση και τη δύναμη να καθοδηγήσει τον αγώνα των εκπαιδευτικών, σε συνθήκες πολιτικής σύγκρουσης με την πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και χρεοκοπίας της χώρας μας, σε συνθήκες που η εργατική τάξη και γενικότερα ο εργαζόμενος λαός αναζητούν τη διέξοδο από την οικονομική κρίση». 

***

Ποιο είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της απεργίας, που προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν οι εκπαιδευτικοί;

Είναι ότι η κυβέρνηση της έδωσε χαρακτήρα γενικότερης πολιτικής μάχης, πριν καν το επιδιώξουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί.

Και πώς απάντησαν οι εκπαιδευτικοί μέσα από τις μαζικότατες συλλογικές τους διαδικασίες;

Αποδέχτηκαν την κυβερνητική πρόκληση και αποφάσισαν να απεργήσουν, έχοντας συνείδηση, σε όποιο βαθμό - πάντως δεν το αγνοούσαν ούτε και το υποτίμησαν, ότι η κυβέρνηση τους έχει επιστρατεύσει πριν καν αρχίσουν την απεργία τους.

Εδώ μπορούμε να κάνουμε δύο βασικές διαπιστώσεις:

• Από τη μια, αναδεικνύεται το πως ένα «μερικό» και δίκαιο αίτημα ενάντια στις απολύσεις, τις υποχρεωτικές μετακινήσεις και μια απλή αύξηση του ωραρίου, παίρνει γενικότερο χαρακτήρα, γιατί η διεκδίκησή του αναδεικνύει το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής, πολύ περισσότερο, η υλοποίησή του αρχίζει να «ξηλώνει» τη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

• Από την άλλη, αναδεικνύεται το πως με πρωτοβουλία της η κυβέρνηση γενικεύει και πολιτικοποιεί από μόνη της την αντίδραση των εργαζομένων στην αντιλαϊκή της πολιτική, για να τους κατηγορήσει στη συνέχεια ότι διακατέχονται από «συντεχνιακή ιδιοτέλεια» και ότι αντιστρατεύονται τα συμφέροντα της χώρας για έξοδο από την οικονομική κρίση.

Από τις παραπάνω διαπιστώσεις σε τι συμπεράσματα μπορούμε να καταλήξουμε;

Πρώτο: Αποκαλύπτεται η πραγματική  κατάσταση της κυβέρνησης, το πόσο στριμωγμένη είναι σε σχέση με την υλοποίηση της μνημονιακής πολιτικής και τις πραγματικές οικονομικές εξελίξεις, οι οποίες όχι μόνο δεν τη δικαιώνουν αλλά έρχονται να της προσθέσουν και άλλα προβλήματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) την Παρασκευή 7/6/2013, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πορεία περαιτέρω συρρίκνωσης. Συρρικνώθηκε, το α' τρίμηνο του 2013, κατά 5,6% σε σχέση με το ίδιο χρονικό διάστημα το 2012. Ας σημειωθεί ότι στην πρώτη εκτίμηση του πρώτου τριμήνου, που είχε ανακοινωθεί στις 15 του Μάη, από την ίδια την υπηρεσία, η ύφεση υπολογιζόταν στο 5,3%.  

Αυτό το γεγονός αποδεικνύει ότι η οικονομική κρίση βαθαίνει, αλλά και εξηγεί το παραπλανητικό και τεχνητό κλίμα ευφορίας και αισιοδοξίας που προσπαθεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση, για να κρύβει την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και της χώρας, να διευκολύνεται στο πέρασμα της αντιλαϊκής πολιτικής, ποντάροντας στην κούραση και στην προσδοκία των εργαζομένων, να έχουν τη ψευδαίσθηση ότι «σε λίγο ξεπερνάμε τον κάβο».

Δεύτερο: Επιβεβαιώνεται ότι οι εργαζόμενοι κάνουν βήματα στην ταξική και πολιτική τους συνείδηση. Αυτά τα βήματα διαπιστώνονται από τις μαζικές συλλογικές διαδικασίες των εκπαιδευτικών αλλά και την απόφαση τους να απεργήσουν κατά τη διάρκεια των πανελλαδικών εξετάσεων ενώ ήταν επιστρατευμένοι. Οι εκπαιδευτικοί αποτελούν (μαζί με τις οικογένειές τους) ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης και κάθε τους κινητοποίηση αφορά, με τον έναν ή άλλο τρόπο,  όλους τους εργαζόμενους της χώρας.

Αυτή η στάση των εκπαιδευτικών αντανακλάται γενικότερα στην ωρίμανση της συνείδησης όλων των άλλων εργαζομένων, γιατί αυτοί δεν εκφράστηκαν εχθρικά απέναντι στην κινητοποίηση των εκπαιδευτικών.

Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία, γιατί η κινητοποίηση θα εκδηλωνόταν στο χρόνο πραγματοποίησης των πανελλαδικών εξετάσεων, μιας διαδικασίας που διαπερνά κάθε λαϊκή οικογένεια με το χαρακτήρα που έχει προσλάβει.

Και όχι μόνο αυτό. Αντανακλάται και στην «παιδαγωγική» στάση της κυβέρνησης, στάση αφομοίωσης των αγωνιστικών αντιδράσεων των εκπαιδευτικών, γεγονός που καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση έχει συναίσθηση αυτής της ωρίμανσης των εργαζομένων. 

***

Σε αυτό το σημείο θα προσπαθήσουμε να αποτυπώσουμε το πώς τοποθετήθηκαν τα κόμματα της χώρα μας, με την ευκαιρία της απεργίας των εκπαιδευτικών, που εκπροσωπούν τα συμφέροντα διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων.

Η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, η κυβέρνησή τους και όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, που εκπροσωπούν την αστική τάξη της χώρας μας, καταδίκασαν αμέσως την απεργιακή κινητοποίηση που εξάγγειλαν οι εκπαιδευτικοί. Είναι κατανοητό.

Η αστική τάξη, έχοντας φέρει σε κατάσταση χρεοκοπίας την οικονομία της χώρας μας, το ίδιο της το κράτος, προσπαθεί, στηριγμένη, εξαρτημένη και φανερά ζημιωμένη από τους εξωτερικούς της αντίστοιχους συμμάχους, να ξεπεράσει την οικονομική κρίση σε βάρος των εργαζομένων επιβάλλοντας ακραίες μορφές αντιλαϊκής πολιτικής.

Η κυβέρνησή της και τα κόμματά της όχι μόνο δεν δέχονται να ικανοποιήσουν το οποιοδήποτε αίτημα των εργαζομένων, αλλά έχουν φτάσει να επιδίδονται σε λεπτομερείς «ασκήσεις ακριβείας», υπολογίζοντας, στην περίπτωσή μας στην Εκπαίδευση, πως και πόσους εργαζόμενους θα απολύσουν από το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Με δυο ώρες αύξηση του εργατικού χρόνου την εβδομάδα ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με 10.000 - 12.000 αναπληρωτές καθηγητές - χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάλγητης πολιτικής, και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της τρόικα, γεγονός που αποκαλύπτει ότι υπολογίζουν μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της αντιλαϊκής τους πολιτικής, χωρίς, επίσης, να έχουν την παραμικρή επιφύλαξη να διαλύσουν παραπέρα το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Χαρακτηριστικό άλλο παράδειγμα ανάλγητης πολιτικής, που σταχυολογούμε πρόχειρα αυτή τη στιγμή, που επιβάλλει η αστική τάξη στους εργαζόμενους με την κυβέρνησή της, προκειμένου να υπερασπίσει μέχρι τέλους τα ταξικά της συμφέροντα και να εξασφαλίσει την κυριαρχία της ως άρχουσα τάξη, είναι η περίπτωση των πλειστηριασμών των σπιτιών. Με τελεσίγραφο της τρόικα απελευθερώνονται οι πλειστηριασμοί, ακόμη και για την πρώτη κατοικία.

Ως γνήσιοι εκπρόσωποι της αστικής τάξης, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ μείωσαν τους μισθούς και τις συντάξεις, εφαρμόζοντας τα μνημόνια και υποχρέωσαν τους εργαζόμενους να ζουν σε κατάσταση ακραίας ένδειας, στέλνουν τον εργαζόμενο κόσμο μαζικά στην ανεργία και ταυτόχρονα τον ξεσπιτώνουν. Επιβάλλουν μεταπολεμικά πρωτόγνωρες μορφές κοινωνικής εξαθλίωσης και δεν παρεκκλίνουν «ούτε κεραία» από την αντιδραστική τους πολιτική. Αυτή είναι η σύγχρονη ταυτότητά τους, που οδηγεί τον Πρωθυπουργό σε περίσσευμα παιδαγωγικής πρακτικής του στρατώνα. Αυτή είναι και η στάση της αστικής τάξης.

***

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αρχικά, φάνηκε ότι υποστήριζε την απεργία των εκπαιδευτικών.  Η εντύπωση αυτή δημιουργήθηκε από τη στάση που κράταγαν οι δυνάμεις  του στους εκπαιδευτικούς και από ορισμένες δηλώσεις στελεχών του. Την ίδια στιγμή, όμως, άλλα του στελέχη τάχθηκαν κατά της απεργίας των εκπαιδευτικών. Διπλός λόγος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκαθάρισε, τελικά, τη θέση του με δηλώσεις του εκπροσώπου του Γραφείου Τύπου Πάνου Σκουρλέτη αλλά και με επίσημη ανακοίνωσή του που εξέδωσε.    

• Δηλώσεις του Πάνου Σκουρλέτη στην ΕΡΑ.

«Οι καθηγητές διεκδικούν πράγματα που είναι δίκαια. Εμείς σεβόμαστε τις διαδικασίες του κινήματος. Αυτός ο αγώνας δεν είναι συντεχνιακός, όπως θέλουν να τον παρουσιάσουν μερίδα των ΜΜΕ και η κυβέρνηση. Είναι ένας αγώνας για την αναβάθμιση του σχολείου και βεβαίως, οφείλει να έχει εκείνα τα χαρακτηριστικά, ώστε να κερδίζει όχι μόνο τη συναίνεση εντός του κλάδου των καθηγητών, της μεγάλης πλειοψηφίας των καθηγητών, αλλά και τη συναίνεση της κοινωνίας. Και με αυτή την έννοια, πιστεύω, ότι οι καθηγητές παρά τους εκβιασμούς που δέχονται, θα κάνουν ό,τι είναι καλύτερο και για τα παιδιά που δίνουν (Σ.Σ. εννοεί τις εξετάσεις) και για την εκπαίδευση...»

• Η επίσημη ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ (10/5/2013) αντανακλά το πνεύμα των δηλώσεων του υπεύθυνου του Γραφείου Τύπου. Εκφράζει τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ στον αγώνα των εκπαιδευτικών, καλεί την κυβέρνηση να αποσύρει τα μέτρα και μετά την πραγματοποίηση των εξετάσεων να πάει σε διάλογο με τους εκπαιδευτικούς.

Από όσα παραθέσαμε παραπάνω προκύπτει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, επίσημα, ουδέποτε έδωσε  πολιτική κάλυψη στην απεργία των εκπαιδευτικών. Την είχε εντάξει στη γνωστή αντιπολιτευτική του τακτική, στην προσπάθεια που κάνει να αναδειχτεί στην κυβέρνηση.

Στο πλαίσιο αυτό αντιμετώπισε και την επιστράτευση των εκπαιδευτικών. «….η επιστράτευση ως μέτρο, είναι κάτι που πλήττει ευθέως τη δημοκρατία. Και όταν γίνεται σε ανθρώπους, οι οποίοι ασκούν ένα λειτούργημα, όπως οι γιατροί, οι εκπαιδευτικοί, είναι μεγάλο το πλήγμα στη δημοκρατία. Θεωρώ, ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει κανείς να σκέφτεται την υιοθέτηση ενός τέτοιου μέτρου…» (Δήλωση του Πάνου Σκουρλέτη).

Την ίδια στιγμή, σε αλλεπάλληλες τοποθετήσεις στελεχών του και του ίδιου του Αλ. Τσίπρα - και στο πνεύμα της ανακοίνωσης που είχε δημοσιοποιήσει, καλούσε την κυβέρνηση «Να παγώσει τώρα τις αποφάσεις της και να ξεκινήσει διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα πάνω στα πραγματικά προβλήματα του σχολείου, μετά τη διεξαγωγή των εξετάσεων», ενώ ταυτόχρονα καλούσε τους γονείς των μαθητών «να τιμωρήσουν την κυβέρνηση», προφανώς ψηφίζοντας στις επόμενες εκλογές ΣΥΡΙΖΑ!!!

Η συνέχεια και το τέλος της αντιπολιτευτικής τακτικής, που κράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην κυβέρνηση, δια μέσου της απεργίας των εκπαιδευτικών, ήρθε και ολοκληρώθηκε με την πρόταση που κατέθεσε εκπρόσωπος των ΣΥΝΕΚ (των δυνάμεων των εκπαιδευτικών του ΣΥΡΙΖΑ) στη Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ και που ήταν απόφαση του ΔΣ της ΟΛΜΕ, που τη στήριξαν ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚ και ΣΥΝΕΚ και την οποία σχολιάσαμε στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου. Την πιο κρίσιμη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ και τα στελέχη των ΣΥΝΕΚ «συνειδητοποίησαν» ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την απεργία.

Πρέπει να πούμε ότι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ έδινε πολιτική κάλυψη στην απεργία των εκπαιδευτικών αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, γιατί υπήρχαν οι προϋποθέσεις αλλά και γιατί πολιτική κάλυψη ζητούσαν οι εκπαιδευτικοί, λόγω της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό σύστημα ως αξιωματικής αντιπολίτευσης και παρά τη θέση που είχε πάρει, από πολύ νωρίς, η ηγεσία του ΚΚΕ.

Η απόσυρση των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αποφασιστικός όρος για τη μη πραγματοποίηση της απεργίας, γιατί είχαν δημιουργηθεί οι αναγκαίες συνθήκες και οι αντίστοιχες συντριπτικές πλειοψηφίες στο εκπαιδευτικό κίνημα, ανεξάρτητα από τη θέση που είχε πάρει το ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών στις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ και που για τη θέση του αυτή εισέπραξε το αντίστοιχο καταδικαστικό τίμημα.

Είναι φανερό ότι η στάση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ σχετίζεται με  την πολιτική του ταυτότητα και την κοινωνική του αναφορά. Η ίδια η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι περιοριστικός παράγοντας στο να έρθει σε ουσιαστική ρήξη με την πολιτική των μνημονίων για αυτό το λόγο και οι συνεχείς του υπαναχωρήσεις απέναντι στα μέτωπα πάλης. 

Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα του μικροαστικού σοσιαλισμού, εκφράζει κυρίως τα μικροαστικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας (πρώτα απ’ όλα τα ανώτερα μικροαστικά στρώματα), που ταλαντεύονται και αμφιρρέπουν ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη.

Τα ανώτερα μικροαστικά στρώματα σφραγίζουν την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί αυτά δεν επιθυμούν την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Για αυτό το λόγο η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται με τη στρατηγική της αστικής τάξης.

Αυτή η ταλάντευση των μικροαστικών στρωμάτων παρατηρείται εμφανώς στην πολιτική στάση του ΣΥΡΙΖΑ.

• Από τη μια δεν βγαίνει έξω από τα όριά του, γιατί αυτά τα όρια είναι η ίδια η κοινωνική του αναφορά και η πολιτική του. Αυτών των ορίων του έχει πλήρη επίγνωση η αστική τάξη και τα κόμματά της. Για αυτό ακριβώς η κυβέρνηση γενίκευσε και πολιτικοποίησε αμέσως τον αγώνα των εκπαιδευτικών για να στριμώξει το ΣΥΡΙΖΑ στα ίδια του τα όρια. Την κίνηση αυτή της κυβέρνησης ο ΣΥΡΙΖΑ την αισθάνθηκε πολύ καλά, για αυτό το λόγο, στη συνέχεια, προέβη σε δηλώσεις εντυπωσιασμού ότι θα πρωταγωνιστήσει σε πολιτικούς λαϊκούς αγώνες ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης.

• Από την άλλη δεν επιθυμεί να σπάσει τους δεσμούς του με την εργατική τάξη, στην οποία η επιρροή του αυξήθηκε και χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υλοποιήσει τις κυβερνητικές του επιδιώξεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τμήματα εργαζομένων που βρίσκονται σε πορεία ριζοσπαστικοποίησης ακόμη και ρήξης με την πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει και ένα άλλοθι. Την ύπαρξη του Αριστερού Ρεύματος που εκφράζεται αντιευρωενωσιακά.  

Έτσι εξηγείται η στάση του στους εκπαιδευτικούς. Από τη μια ήθελε να διατηρήσει την επιρροή του στους εκπαιδευτικούς, που είναι σημαντική, από την άλλη να μην έρθει σε ρήξη με τα μικροαστικά στρώματα που δεν ήθελαν να διαταραχθεί η πραγματοποίηση των πανελλαδικών εξετάσεων. Από τη μια έδινε την εντύπωση ότι καλύπτει πολιτικά την απεργία, που είναι διαφορετικό πράγμα από την υποστήριξη του αγώνα των εκπαιδευτικών, από την άλλη ήρθε σε συναίνεση με τη ΔΑΚΕ και την ΠΑΣΚ για τη ματαίωσή της.

Αυτή, όμως, η πολιτική διχοστασία του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι εύκολο να υπηρετηθεί στον πολιτικό λόγο, γιατί πρέπει να συμβιβαστούν πράγματα που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους. Για αυτό ακριβώς ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ έχει αποκτήσει, πλέον, δημοκοπικό χαρακτήρα και τον αποκαλύπτει. Ας τον παρακολουθήσουμε… 

«…όταν εμείς μιλάμε για ανάπτυξη και έξοδο από τη κρίση έχουμε στο επίκεντρο τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους και μετά λογαριάζουμε τους δείκτες. Και όταν μας λένε για χρέος που πρέπει να ξεπληρώσουμε, πάλι πρώτο στο μυαλό μας έχουμε το χρέος απέναντι στους ανθρώπους. Το χρέος μας ως κοινωνία απέναντι σε όλους τους ανθρώπους που ζούνε σε αυτή τη χώρα, ώστε να μη πεινάνε, να έχουν πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και να μπορούνε να ζήσουνε με αξιοπρέπεια. Πρώτα αυτό το χρέος θα ξεπληρώσουμε και μετά στους δανειστές και στους πιστωτές» (Α. Τσίπρας, Δραπετσώνα, 3/6/2013).

Πολύ «ανάλυση» για τον άνθρωπο και τις ανάγκες του αλλά «όλα τα ρέστα» της πολιτικής τοποθέτησης είναι η μια γραμμή στο τέλος!!!

***

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και ορισμένα άλλα εξωκοινοβουλευτικά πολιτικά σχήματα, που εκφράζονται μέσα από την παράταξη των Παρεμβάσεων, κάλυψαν πολιτικά την απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις. Αποδείχτηκε, όμως, ότι και αυτές οι δυνάμεις είχαν μια ανάλογη στάση με αυτήν του ΣΥΡΙΖΑ, με μια διαφορά.

Επεχείρησαν να «βάλουν μπροστά» τις δυνάμεις των ΣΥΝΕΚ και του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών, ώστε η οποιαδήποτε υπαναχώρηση αυτών των παρατάξεων να μετρήσει σε αύξηση της επιρροής τους μέσα στους εκπαιδευτικούς. Πρόκειται για μια κλασσική μικροαστική αντίληψη, που έχει επαναληφθεί κάμποσες φορές στο συνδικαλιστικό κίνημα, που, όμως, αποκαλύπτει ένα ουσιαστικό ζήτημα. Ότι και αυτές οι δυνάμεις δεν πίστευαν στην απεργία.

Και για να μη θεωρηθεί μια άδικη κατηγορία η παραπάνω εκτίμηση, αυτή αποδεικνύεται, κατά τη γνώμη μας, από την ίδια τη στάση των Παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης των Προέδρων των ΕΛΜΕ, αλλά και τη στάση τους στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, που υιοθέτησαν την πρόταση για το χαρακτήρα της τελικής ψηφοφορίας για την απεργία με το διπλό ερώτημα, παρά το γεγονός ότι οι Παρεμβάσεις κατέθεσαν διαφορετική πρόταση.

Οι Παρεμβάσεις, επί της ουσίας, αποδέχτηκαν την πρόταση που κατέθεσε ο εκπρόσωπος των ΣΥΝΕΚ για λογαριασμό του ΔΣ της ΟΛΜΕ, γιατί δέχτηκαν (πολιτικά) και πρακτικά να διεξαχθεί μια τέτοια ψηφοφορία. Και τη δέχτηκαν, γιατί δεν πήραν αποφασιστικά την ίδια θέση που πήραν ορισμένοι εκπρόσωποι ΕΛΜΕ, οι οποίοι υποστήριξαν ρητά ότι πρέπει να διεξαχθεί μία και μοναδική ψηφοφορία: της τυπικής επικύρωσης της απεργίας, μια και η απόφαση για απεργία κρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία και σε μαζικότατες συλλογικές διαδικασίες στις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ. 

Άλλωστε και οι Παρεμβάσεις είχαν «έτοιμη» εναλλακτική πρόταση σε σχέση με την εξέλιξη της απεργίας, «την απεργία των 500». Γεγονός που σημαίνει ότι στις εσωτερικές τους διαδικασίες, για να διαμορφώσουν και για να έχουν εκ των προτέρων έτοιμη πρόταση, θα πρέπει να εκτίμησαν και αυτές ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις πραγματοποίησης της απεργίας. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι την εναλλακτική πρόταση την υιοθέτησαν, γιατί εκτίμησαν τη στάση των άλλων παρατάξεων. Η στάση τους όμως στο κεντρικό θέμα της ψηφοφορίας τους προδίδει.

***

Η πολιτική στάση του Κόμματος απέναντι στην απεργία των εκπαιδευτικών, οφείλουμε να το πούμε, μας προβλημάτισε ιδιαίτερα. Ξεκαθαρίζουμε ευθύς αμέσως τα πράγματα.

Πολλά από τα στοιχεία της κριτικής που υπέβαλε τόσο στην ΟΛΜΕ όσο και στις παρατάξεις των εκπαιδευτικών αλλά και στα υπόλοιπα κόμματα είναι σωστά και απολύτως δικαιολογημένα. Η ΟΛΜΕ ολιγώρησε, σαφώς με δική της ευθύνη αλλά και με την ανάλογη ευθύνη των παρατάξεων που συνιστούσαν το μπλοκ της πλειοψηφίας, για πολύ σοβαρά ζητήματα που αφορούσαν στην πολιτική της κυβέρνησης για τη μετατροπή του δημόσιου σχολείου σε σχολείο της αγοράς.

Το «χοντρό» ζήτημα, όμως, που μπαίνει «επί τάπητος» για το Κόμμα είναι το πώς αντιμετώπισε την ίδια την κινητοποίηση των εκπαιδευτικών και ποια ήταν η δική του πρόταση και στάση, σε μια στιγμή που οξύνεται απότομα η πολιτική αντιπαράθεση, που φυσικά αντανακλά την απότομη όξυνση της ταξικής πάλης και μάλιστα για ένα ζήτημα που «μπαίνει» κάθε μέρα σε κάθε σπίτι της λαϊκής οικογένειας.

Θα πρέπει να πούμε ότι, στην πραγματικότητα, η στάση του Κόμματος παρουσιάζει τρία βασικά χαρακτηριστικά:

Πρώτο: Δεν μπόρεσε να εκτιμήσει τη συνολική κατάσταση που διαμορφώθηκε τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στους εκπαιδευτικούς, μετά την εξαγγελία των μέτρων από την κυβέρνηση, γεγονός που έρχεται να μας υπενθυμίσει την έλλειψη πραγματικών δεσμών με τις λαϊκές μάζες και ιδιαίτερα με τους εκπαιδευτικούς, που αφορούσαν αυτά τα μέτρα.

Το κυριότερο που δεν κατάλαβε από τη συνολική κατάσταση ήταν ότι από τη στιγμή που η κυβέρνηση πολιτικοποίησε και έδωσε γενικότερο χαρακτήρα πολιτικής αντιπαράθεσης, προκειμένου να στριμώξει το ΣΥΡΙΖΑ στα ίδια του τα όρια, το Κόμμα είχε το προνομιακό πεδίο μπροστά του να αναδειχτεί στον κύριο πολιτικό παράγοντα αντιπαράθεσης απέναντι στην κυβέρνηση.

Δεύτερο: Εγκλωβίστηκε στο δίλημμα για το εάν πρέπει (ή δεν πρέπει) να γίνει απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις. Το αποτέλεσμα ήταν η θέση που πήρε αρχικά (με τις δηλώσεις του Ν. Σοφιανού) να επιδράσει σοβαρά προς «τα έξω» στη διαμόρφωση συγκεκριμένου κλίματος σε βάρος του Κόμματος, που, ταυτόχρονα, εξυπηρετούσε την κυβέρνηση να  επικαλείται τη θέση αυτή και τις άλλες δυνάμεις να σπεκουλάρουν ενάντιά του.

Η θέση αυτή επέδρασε και προς «τα μέσα» με αποτέλεσμα να παγιδευτεί μέχρι τέλους στο πως να αποφευχθεί μια απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις και όχι να αντιμετωπίσει τα συγκεκριμένα μέτρα της κυβέρνησης, που ήταν και το ζητούμενο, το πώς θα αντιπαρατεθεί σε μια γενικότερη αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, που, ίσως, θα  μπορούσε να εξελιχτεί παραπέρα.  

Τρίτο: Ετεροκαθορίστηκε, επί της ουσίας, με βάση τις θέσεις των άλλων δυνάμεων. Σε αυτή τη στάση βοηθούσε η γενική του αντίληψη στο πως πρέπει να αναπτύσσονται οι αγώνες των εργαζομένων, στη βάση της συνολικής αντιμετώπισης της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης και της στάσης των άλλων δυνάμεων. Περίμενε τους άλλους να πάρουν θέση για να τοποθετηθεί στη συνέχεια.

Στο πλαίσιο αυτών των διαπιστώσεων έχουμε να καταθέσουμε τις παρακάτω παρατηρήσεις σε σχέση με τη στάση του Κόμματος:

1. Δεν αξιολόγησε σωστά την πραγματική κατάσταση της κυβέρνησης. Η εσκεμμένη πρωτοβουλία της κυβέρνησης, προκειμένου να περάσει τα μέτρα, να εκβιάσει με τέτοιο κυνικό τρόπο τους μαθητές, τους καθηγητές και τον εργαζόμενο λαό, κατά τη γνώμη μας, μπορούσε να της γυρίσει μπούμερανγκ.

2. Ενώ απαιτούσε από τις άλλες δυνάμεις των εκπαιδευτικών σχέδιο για την απεργία, το ίδιο αποδείχτηκε ότι δεν διέθετε ένα τέτοιο σχέδιο.

3.  Η εναλλακτική θέση που κατέθεσε για απεργία 16/17, που συμπεριελάμβανε και την πρώτη μέρα των πανελλαδικών εξετάσεων το έβγαλε σχετικά από το αδιέξοδο, αναιρώντας την προηγούμενη θέση του, που του έκανε μεγάλη ζημιά, σπάζοντας και το ίδιο το Κόμμα τη μυθοποίηση των πανελλαδικών εξετάσεων. Μόνο που ήρθε πολύ αργά και «εξ ανάγκης».

4. Στην πραγματικότητα, όμως, παρέμεινε δέσμιο από την αρχή μέχρι το τέλος της θέσης για όχι απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις, δημιουργώντας πολιτικές καχυποψίες. Αυτό αποδεικνύεται από τη στάση του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών στη Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ.

5. Δεν αξιολόγησε σωστά το πώς αντιμετωπίζουν οι μαθητές και οι γονείς τους, γενικότερα οι εργαζόμενοι, το ρόλο των πανελλαδικών εξετάσεων σήμερα. Το γεγονός αυτό το εγκλώβισε σε μια τακτική καθυστέρησης σε σχέση με τις εξελίξεις, πήγαινε πίσω από αυτές αντί να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

6. Απαιτούσε από τις άλλες παρατάξεις, ως όρο για την κήρυξη της απεργίας, να υιοθετήσουν την πρότασή του για συνολική αντιμετώπιση της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης, τη στιγμή που ή ίδια η εξέλιξη των πραγμάτων απόδειξε το πώς ένα μερικό πρόβλημα μπορεί να αναδείξει το σύνολο της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης.

7. Δεν κάλυψε πολιτικά, από την αρχή, την απεργία των εκπαιδευτικών και μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις, παρά την αλλαγή θέσης που έκανε στη συνέχεια. Αυτό του στέρησε τη δυνατότητα να πρωτοστατήσει, να βγάλει μπροστά την κυβέρνηση, να την εγκαλέσει για τον πραγματικό εκβιασμό που έκανε, αυτή να απολογείται. Αντίθετα, το Κόμμα μίλησε για εκβιασμό της κυβέρνησης από την ΟΛΜΕ.

8. Η στάση του απέναντι στις άλλες δυνάμεις δεν ήταν μια στάση αποκάλυψης της πολιτικής τους πάνω στη δράση για την επιτυχία της απεργίας, όσο και αν παρουσιαζόταν ως τέτοια. Ήταν στάση μιας εκ των προτέρων αποκάλυψης, που «δικαιολογούσε» έναν πολιτικό διαχωρισμό από μια αρνητική τακτική των άλλων παρατάξεων και κομμάτων, που όμως κατέληγε σε έναν πολιτικό διαχωρισμό από την ίδια την απεργία και που ευελπιστούσε να «εισπράξει» από την αποτυχία της απεργίας, ως δικαίωση. Εξ ου και το «επαληθευτήκαμε».

9.  Αυτή η στάση του Κόμματος του στέρησε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί σαν ο κύριος πολιτικός παράγοντας, που ως πρωτοπόρα δύναμη οργανώνει τον αγώνα ενάντια στην κυβερνητική πολιτική, ξεκινώντας από τα «μικρά» για να αναδείξει τα «μεγάλα», μη αναμένοντας το πότε θα δημιουργηθούν οι συνθήκες συσπείρωσης των εργαζομένων γύρω από μια συνολική πρόταση αντιμετώπισης της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά βοηθώντας στην ωρίμανση αυτών των συνθηκών από πρωταγωνιστική και πρωτοπόρα θέση.

10. Αυτή η τακτική είναι η μόνη που βοηθάει στην ωρίμανση της ταξικής και πολιτικής συνείδησης των εργαζομένων σε συνδυασμό με την πρωτοπόρα δράση του Κόμματος γενικότερα, γιατί οι εργαζόμενοι έχουν πραγματική ανάγκη να αισθάνονται ότι καλύπτονται πολιτικά από το ίδιο τους το Κόμμα, ενώ αποκλείει την περίπτωση υποτίμησης των πραγματικών βημάτων ωρίμανσης των εργαζομένων στην κάθε στιγμή που ξεσπάει ένας αγώνας, πράγμα, που, στην περίπτωση των εκπαιδευτικών, δεν το απέφυγε το Κόμμα.

11. Αυτή η τακτική που δεν υποτιμάει τα «μικρά» δεν υποτιμάει και τις «μικρές» επιτυχίες, ενώ, ταυτόχρονα παρέχει τη δυνατότητα να «τραβήξει» ένας αγώνας μέχρι εκεί που «σηκώνει» και «αντέχει» και σε περίπτωση «αποτυχίας», ως προς τα αιτήματα, ο αγώνας αυτός δεν είναι χαμένος, κερδίζει τους εργαζόμενους, πολύ περισσότερο δεν τους κερδίζει πάνω σε «συντηρητικά αντανακλαστικά» - που αφορούν κυρίαρχα άλλα κοινωνικά στρώματα, τα μικροαστικά στρώματα - τους συσπειρώνει, τους σφυρηλατεί την ενότητα, τους ανυψώνει το ηθικό, τους αποβάλλει το φόβο, τη μοιρολατρία, βοηθάει συνολικά στην ενότητα της εργατικής τάξης, στην ενδυνάμωση του εργατικού κινήματος, στην ίδια την ανασυγκρότησή του.

12. Αυτή η τακτική δεν «φοβάται» την ανάληψη πρωτοβουλίας, ούτε τον πολιτικό και ιδεολογικό διαχωρισμό. Επιδιώκει την ενότητα δράσης των εργαζομένων και αποκλείει στη βάση των εργαζομένων τον οργανωτικό διαχωρισμό, που οδηγεί σε έναν άνευ αντικειμένου χωριστικό «αγωνιστικό ελιτισμό», στο σπάσιμο των δεσμών με τους εργαζόμενους, σε έναν ανομολόγητο αλλά υπαρκτό ανταγωνισμό μαζί τους - γιατί «δεν μας καταλαβαίνουν», σε μια «απαίτηση» αναγνώρισης της πρωτοπορίας δια μέσου του «σας τα λέγαμε» - αντί της αναγνώρισης της πρωτοπορίας στην πράξη και στη δράση, στην έλλειψη γνώσης των πραγματικών συνθηκών, του πως σκέφτονται και αντιδρούν οι εργαζόμενοι. 

13. Τέλος, αυτή η τακτική δεν «αντικειμενικοποιεί» τις συνθήκες ταξικής και πολιτικής ωρίμανσης της εργατικής τάξης, αλλά αποτυπώνει και συνδυάζει αρμονικά το «αντικειμενικό» με το «υποκειμενικό».

Με λίγα λόγια, η κατάσταση που θα προκύψει σε έναν κλάδο εργαζομένων, στην εργατική τάξη συνολικότερα ( ακόμη και η επαναστατική κατάσταση), δεν είναι συνάρτηση αποκλειστικά των αντικειμενικών συνθηκών, ώστε ο ρόλος του Κόμματος να περιορίζεται στους όρους, στο σχέδιο που θα δοθεί μια μάχη. Είναι συνάρτηση και της ίδιας της δράσης του Κόμματος, του πως βοηθάει το Κόμμα τον ίδιο τον εαυτό του να στέκεται στις αντικειμενικές συνθήκες, να εκφράσει και να «εκφραστούν» αυτές. Για αυτό άλλωστε, για να αναφερθούμε και με γενικότερους όρους, κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε επανάσταση.

Στην περίπτωση των εκπαιδευτικών πώς εκφράστηκε αυτό το γεγονός; Υπήρχαν οι αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή, η διαλυτική κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της Εκπαίδευσης, στο σχολείο της αγοράς, που επηρεάζει αποφασιστικά τα διδακτικά και γενικότερα παιδαγωγικά καθήκοντα των εκπαιδευτικών, την ίδια τη ζωή τους. Υπήρχε η στάση της κυβέρνησης, που αντικειμενικά όξυνε την υπάρχουσα κατάσταση. Υπήρχε η απόρριψη των «από πάνω» «από τους κάτω». Υπήρχαν τα βήματα ταξικής και πολιτικής ωρίμανσης των «από κάτω», των εκπαιδευτικών - γεγονός που εκφράστηκε αδιαμφισβήτητα στη μαζικότητα και στις αποφάσεις τους. Υπήρχε η αποφασιστικότητα για αγώνα.

Παρ’ όλα αυτά απεργία δεν έγινε, η πρόταση του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών καταδικάστηκε και το Κόμμα δεν έπαιξε τον πολιτικό του ρόλο.

***

Το Κόμμα μας έκανε Συνέδριο, απέκτησε αποφάσεις και πολιτική, επιθυμεί το ίδιο να είναι ένα κόμμα «παντός καιρού», έχει πείρα, έχει τα εργαλεία, τη θέληση για αγώνα. Όλα τα «εφόδιά» του δοκιμάστηκαν. Στην πρώτη του σημαντική μάχη, όμως, δεν φαίνεται να ανταποκρίθηκε στα καθήκοντά του, έδωσε εξετάσεις και δεν «πέρασε».

Ακόμη και εάν υποθέσει κανείς ότι θα κερδίσει σε κάποια δύναμη, αυτή δεν θα είναι από το γεγονός ότι έπεισε αυτό το ίδιο για τη στάση του αλλά από τη στάση των άλλων, ότι επαληθεύτηκε η «επαλήθευση» για τη στάση της κυβέρνησης και των άλλων κομμάτων και παρατάξεων.

Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για τη «ρήξη και την ανατροπή». Το Κόμμα μας πρέπει να εμπνεύσει τους εργαζόμενους, να παίξει πρωτοπόρο ρόλο στην ενότητα των εργαζομένων και στην ανάπτυξη των αγώνων τους, στην ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, να καθιερώσει τον πολιτικό του ρόλο.

Κατά τη γνώμη μας η (μη) απεργία των εκπαιδευτικών ήταν ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός που ανέδειξε τις σχέσεις των τάξεων, το ρόλο των κομμάτων, την κατάσταση του εργατικού κινήματος και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Σαν τέτοιο είναι πηγή πείρας και πρέπει να μελετηθεί, γιατί εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα γενικότερης αξίας.