Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Με αφορμή το οριστικό κλείσιμο της ΕΡΤ




Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχουν συναντηθεί  για δεύτερη φορά οι αρχηγοί των τριών κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση, σε μια τελική προσπάθεια, όπως δήλωσαν οι ίδιοι,  να διευθετήσουν τις μεταξύ τους διαφορές για την επαναλειτουργία της δημόσιας τηλεόρασης (και όχι της ΕΡΤ), τον επανακαθορισμό του προγράμματος και της λειτουργίας της κυβέρνησης,  τις διακυβερνητικές και τις διακομματικές τους σχέσεις, τον ανασχηματισμό κλπ.

Απ’ ότι φαίνεται, το σημειώνουν όλοι οι πολιτικοί σχολιαστές, το πρώτο βήμα για να μην υπάρξει κυβερνητική κρίση, που θα οδηγήσει σε εκλογές, έγινε στην προηγούμενη συνάντηση και αυτό το συμπέρασμα συνάγεται από τις δηλώσεις των Φ. Κουβέλη και Ευ. Βενιζέλου, που μίλησαν προσεκτικά για τη «δημόσια ραδιοτηλεόραση» εξαφανίζοντας την ΕΡΤ από το λεξιλόγιό τους.  

Το γεγονός παραπέμπει σε μια αρχική συμφωνία με εκκρεμότητα τις «λεπτομέρειες», ακόμη και για τη μεταξύ τους «μοιρασιά», με ότι σημαίνει αυτό πρακτικά για τη «νομή της εξουσίας». Άλλωστε τα φιλικά ΜΜΕ προς την κυβέρνηση υποδείκνυαν με κυνική ειλικρίνεια: «μοιράστε την εξουσία μεταξύ σας αλλά η χώρα χρειάζεται κυβερνητική σταθερότητα». Φυσικά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα τι θα προκύψει στη νέα συνάντηση.

Κατά τη γνώμη μας, όμως, εκείνο το στοιχείο που πρέπει να κυριαρχήσει στους εργαζόμενους είναι το συνολικότερο τοπίο που αναδεικνύεται με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις στην κρατική ραδιοτηλεόραση. Το πραξικοπηματικό κλείσιμο της ΕΡΤ από την πλευρά της κυβέρνησης, με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου, έγινε η αφορμή να αποκαλυφθεί, για άλλη μια φορά, το πολιτικό σκηνικό της χώρας μας και η πραγματική της κατάσταση.

Τα κάλπικα επιχειρήματα

Κατ’ αρχάς τινάχτηκαν στον αέρα τα ίδια τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσε η κυβέρνηση για να κλείσει την ΕΡΤ, ότι αυτή είναι ζημιογόνα. Από τις επίσημες και δημόσιες «Χρήσεις» της ΕΡΤ αποδείχτηκε ότι  είναι κερδοφόρα. Επομένως το επιχείρημα της χρεοκοπημένης ΕΡΤ, που επικαλέσθηκε η κυβέρνηση, ήταν καθαρά ένα χοντροκομμένο ψέμα. Ανεξάρτητα από το πώς χρηματοδοτείται η ΕΡΤ, από το εάν είναι «διαφθορείο, κέντρο «αδιαφάνειας» και υπόγειων οικονομικών συναλλαγών, η αλήθεια είναι ότι η ΕΡΤ είναι κερδοφόρα.

Κατά δεύτερο αποκαλύφθηκε ότι οι κυβερνήσεις μετά το 2010 άλλαξαν σημαντικά τις εργασιακές σχέσεις στην ΕΡΤ με αποτέλεσμα να είναι αυτές οι ίδιες που προχώρησαν σε έναν άμεσο και καταλυτικό διαχωρισμό των εργαζομένων: Σε αυτούς που πληρώνονταν με μισθούς πείνας και σε αυτούς που αμείβονταν πληθωρικά - με διάφορους τρόπους - και ήταν τα πολιτικά ρουσφέτια των κυβερνήσεων και των κομμάτων που τις στήριζαν. Επομένως όλα τα κόμματα που πήραν μέρος στις κυβερνήσεις αυτές συνέβαλαν στο να συνεχίσει να είναι η ΕΡΤ ένα «διαφθορείο» και «υπόδειγμα αδιαφάνειας». Άρα και το επιχείρημα για την υποτιθέμενη πολιτική τους πρόθεση να εξυγιάνουν και να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση στην ΕΡΤ είναι, επίσης, ψέμα, γιατί και «συνέτρωγαν» και «συνέτρεφαν».

Κατά τρίτο αποκαλύφθηκε ότι μόνο αιφνιδιαστική δεν ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να κλείσει την ΕΡΤ. Το κλείσιμο της ΕΡΤ, και των άλλων δημόσιων οργανισμών αντίστοιχα, προβλέπεται, ήδη, από το πρώτο μνημόνιο που υπέγραψε η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Η πρωτοβουλία Μόσιαλου για την «αναδιάρθρωση της ΕΡΤ» και η αντίστοιχη πρωτοβουλία Σαμαρά έρχονται να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις όλων των μέχρι τώρα κυβερνήσεων με βάση τη μνημονιακή τους πολιτική. Η μόνη διαφορά που υπάρχει είναι στον τρόπο υλοποίησης και στο ότι η τρόικα απαίτησε εδώ και τώρα απολύσεις, τουλάχιστον 2000 εργαζομένων, μέσα στον Ιούνη. Ο κλήρος έπεσε στην ΕΡΤ. Η στάση της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ θυμίζει το «τραβάτε με κι ας κλαίω…»!

Κατά τέταρτο αποκαλύφθηκε, επίσης, όλη η υποκρισία των ξένων εταίρων της κυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι το κλείσιμο της ΕΡΤ ήταν καθαρά μια ελληνική πρωτοβουλία! Τα μνημόνια που έχουν επιβάλει στη χώρα μας τους διαψεύδουν, αλλά και οι δηλώσεις που έκαναν. Ειδικά αυτές που προέρχονταν από κυβερνητικούς κύκλους της Γερμανίας, μπορεί να επαναλάμβαναν μονότονα ότι το κλείσιμο της ΕΡΤ είναι υπόθεση της Ελλάδας, παράλληλα, όμως, δεν ξεχνούσαν να τονίσουν ότι η κυβέρνηση της Ελλάδας υπερασπίζεται το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο πρέπει να συνεχίσει!  

Η απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας ήρθε να ρίξει το βάρος της στην υλοποίηση της πολιτικής της κυβέρνησης, δεν την αμφισβητεί, παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που της απέδωσαν (αρχικά) οι εταίροι της συγκυβέρνησης για λόγους σκοπιμότητας. Η ερμηνεία του ΣΥΡΙΖΑ ότι η απόφαση του ΣτΕ αποτελεί «ένα χαστούκι» ενάντια στην πρωτοβουλία Σαμαρά να κλείσει τη δημόσια τηλεόραση, την ΕΡΤ, είναι σαφώς μια υπερβολική εκτίμηση. Εντάσσεται στην κοινοβουλευτική και γενικότερη τακτική του ΣΥΡΙΖΑ για την εκπλήρωση του κυβερνητικού του στόχου.

Η πραγματική κατάσταση της κυβέρνησης

Πρέπει να επαναλάβουμε την εκτίμησή μας ότι η κυβέρνηση δεν είναι τόσο ισχυρή όσο θέλει να δείχνει ότι είναι. Ότι υπάρχει πραγματικό πρόβλημα τόσο σε ότι αφορά στην επίτευξη των στόχων της, παρά τα αντιλαϊκά μέτρα που έχει πάρει, όσο και στις σχέσεις μεταξύ των κυβερνητικών κομμάτων.    

Το σκηνικό που διαμορφώθηκε μεταξύ των εταίρων της συγκυβέρνησης είναι έκφραση αυτών των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, αφενός μεν στην προώθηση της αντιδραστικής πολιτικής, αυτό δεν αμφισβητείται,  αλλά και στον επιμερισμό του πολιτικού κόστους. Γιατί η λαϊκή αγανάκτηση είναι δεδομένη.

Τα κόμματα ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, αναζήτησαν να μεταθέσουν το κόστος της πολιτικής που εφαρμόζεται πάνω στη Νέα Δημοκρατία , παρ’ όλο που τα δύο αυτά κόμματα συμφωνούν σε αυτήν την πολιτική.

Κράτησαν, υποτίθεται, μια αδιάλλακτη στάση ιδιαίτερα μετά τις μαζικές αντιδράσεις που σημειώθηκαν από τους εργαζόμενους, που έδειξαν υψηλά αντανακλαστικά και κινητοποιήθηκαν άμεσα και πρακτικά για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στους εργαζόμενους της ΕΡΤ, αλλά και για να διαμαρτυρηθούν για το κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης, παραπέρα για να εκφράσουν την αντίθεσή τους συνολικότερα για τη συνέχεια αυτής της πολιτικής - με αφορμή το πραξικοπηματικό κλείσιμο της ΕΡΤ.

Δεν αποκλείεται, τα κόμματα αυτά, να έφταναν μέχρι και τις εκλογές, μια και διαπίστωναν ότι η θέση τους κινδυνεύει άμεσα στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Ήταν αρκετή, όμως, μια σαφέστατη προειδοποίηση από την πλευρά των αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το Eurogroup συγκεκριμένα, ότι η χρηματοδότηση θα σταματήσει εάν δεν υπάρχει πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα, μια προειδοποίηση που, ταυτόχρονα, ήταν και επιχείρημα του Αν. Σαμαρά,  που το έθεσε ως δίλημμα στους κυβερνητικούς του εταίρους και που πιστοποιεί την εξαρτημένη θέση της χώρας μας.

Τα πιο δύσκολα, όμως, είναι μπροστά. Νέο μνημόνιο, νέα δανειακή σύμβαση, ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, λήξη ομολόγων, που οι εταίροι μας δεν δέχονται να μεταθέσουν, διάφορες δημοσιονομικές τρύπες που πρέπει να κλείσουν, νέα μείωση των μισθών και συντάξεων, απολύσεις στο δημόσιο, αύξηση ανεργίας, ιδιωτικοποιήσεις και άλλα πολλά. Την ίδια στιγμή επικρατεί διαλυτική κατάσταση στις κοινωνικές υπηρεσίες, στα νοσοκομεία, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στα ασφαλιστικά ταμεία, ό,τι θυμίζει το λεγόμενο, πάλαι ποτέ, κοινωνικό κράτος.

Και δεν «μεταθέτουμε τα δύσκολα μπροστά» ως μιαν ανομολόγητη ελπίδα για τη δημιουργία πολιτικής κρίσης. Το υπόβαθρο υπάρχει. Η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται για την έξοδο από την οικονομική κρίση για τα ίδια τα «μέτρα» της κυβέρνησης δεν αποδίδει. Η πολυπόθητη ανάκαμψη δεν έρχεται. Από την άλλη οι πολιτικοί τριγμοί είναι γεγονός.

 Αυτό το πολιτικό σκηνικό, που έχει διαμορφωθεί και το οποίο δεν είναι στατικό αλλά εξελίσσεται, είναι μέρος της πολιτικής κρίσης, της αστάθειας του πολιτικού συστήματος, η οποία θα συνοδεύεται από νέα κατασταλτικά μέτρα, που οδηγούν στον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, που φτάνει μέχρι και την απαγόρευση του δικαιώματος της απεργίας. Η επιστράτευση τείνει να καταστεί η «δαμόκλειος σπάθη» για κάθε αντίδραση των εργαζομένων.

Το συμπέρασμα είναι, και το είχαμε επισημάνει ως «Νέα Σπορά» αμέσως μετά τις επαναληπτικές εκλογές του Ιούνη του 2012, ότι η χώρα μας δεν αντιμετωπίζει μόνο την οικονομική κρίση, αντιμετωπίζει και πολιτική κρίση, η οποία και τώρα είναι παρούσα (μέρος της οποίας είναι η συγκεκριμένη κυβερνητική κρίση) και που μπορεί να υπάρχουν ακόμη τα περιθώρια να συγκρατείται και να αμβλύνεται, αλλά αυτό δεν εξαρτάται κυρίως από την ικανότητα της παρούσας κυβέρνησης και των κομμάτων που τη στηρίζουν.   

Πιθανόν μια τέτοια εκτίμηση να θεωρηθεί υπερβολική (πολύ περισσότερο όταν πρωτοδιατυπώθηκε). Εμείς, όμως, ως απόδειξη,  θα επικαλεστούμε την ίδια τη στάση της αστικής τάξης της χώρας μας, που σταθερά επιδιώκει να εξασφαλίσει πολιτική σταθερότητα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν τη διαθέτει, τουλάχιστον όσο θα επιθυμούσε, αλλά και τη συζήτηση που έχει ανοίξει επίσημα ακόμη και μέσα στα κόμματα κυβερνητικής εξουσίας για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος της χώρας με νέα κομματική διάταξη.

Για όλα αυτά, όμως, τελικός κριτής είναι ο ίδιος ο εργαζόμενος λαός, πάνω απ’ όλα η εργατική τάξη της χώρας μας. Η στάση της εργατικής τάξης και γενικότερα του εργαζόμενου λαού είναι που θα κρίνει τα πολιτικά πράγματα και ποια κατεύθυνση θα πάρουν.

Η στάση της εργατικής τάξης

Η άμεση κινητοποίηση των εργαζομένων έρχεται να επιβεβαιώσει τις εκτιμήσεις μας ότι η ταξική και η πολιτική τους συνείδηση έχει ανέβει και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων που κινητοποιήθηκαν ανήκουν σε εργατικές οργανώσεις (σωματεία κλπ), εξέλιξη που υποδηλώνει ότι η ανάμειξη της εργατικής τάξης στα πολιτικά δρώμενα έχει, επίσης, ανέβει.

Αυτή η εξέλιξη έχει την ιδιαίτερη σημασία της, γιατί ήταν η ίδια η κυβέρνηση που επέλεξε να πολιτικοποιήσει το κλείσιμο της ΕΡΤ, στο πλαίσιο της πολιτικής των λεγόμενων μεταρρυθμίσεων και αναδιαρθρώσεων που εφαρμόζει για να βγει η χώρα μας από την οικονομική κρίση. Προοπτική που δεν πρόκειται να υπάρξει ούτε για το 2014.

Για την άνοδο της πολιτικής και ταξικής συνείδησης των εργαζομένων είχαμε τοποθετηθεί, επίσης, με την ευκαιρία της απεργίας των εκπαιδευτικών (που δεν έγινε ποτέ). Σημειώναμε ότι δεν πρέπει να υποτιμηθεί καθόλου το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί αντέδρασαν μαζικά στην προληπτική επιστράτευση της κυβέρνησης και ότι οι συλλογικές διαδικασίες τους ήταν οι πιο μαζικές της τελευταίας εικοσαετίας, αποφασίζοντας μια απεργία, που είχε τη γνωστή κατάληξη με ευθύνη των συνδικαλιστικών ηγεσιών συγκεκριμένων παρατάξεων. 

Στην περίπτωση της ΕΡΤ δεν ήταν μόνο ότι οι εργαζόμενοι αντέδρασαν πιο γρήγορα και πιο αποφασιστικά. Ήταν και το γεγονός ότι θεωρήσανε ότι αυτές οι αντιδράσεις θα ήταν το προανάκρουσμα για ένα γενικότερο ξέσπασμα, για μια γενικότερη κινητοποίηση, στο πλαίσιο της ενιαίας δράσης των εργαζομένων, ενάντια στην κυβερνητική πολιτική.   

Το δικό μας συμπέρασμα είναι ότι έχουν αρχίσει να δημιουργούνται οι όροι για μια πιο αποφασιστική και μαζική παρέμβαση της εργατικής τάξης στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας, με έντονα πολιτικά στοιχεία, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο ούτε και αναξιοποίητο. Ότι η εργατική τάξη έχει τη διάθεση να αναπτύξει τους αγώνες της για να ανατραπεί αυτή η πολιτική που μας έρχεται με συνταγή και φέρει τη σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά…

Η κατάσταση του εργατικού κινήματος

Αν, όμως, κρίνουμε γενικότερα την αντίδραση του οργανωμένου εργατικού κινήματος, και σε ότι αφορά στην περίπτωση της ΕΡΤ, τότε, θα πρέπει να πούμε την απλή αλήθεια ότι:

• Από τη μια ο κυβερνητικός συνδικαλισμός είναι πια παντελώς ανίκανος να αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε εργατικό πρόβλημα, ότι είναι ανυπόληπτος και παίζει ανοιχτά το παιχνίδι της εργοδοσίας. Ότι έχει στην κυριολεξία ξεπουληθεί.

• Από την άλλη το ΠΑΜΕ δεν είναι σε θέση να καθοδηγήσει τους αγώνες των εργαζομένων για την ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής, ακόμη και για αυτήν την «παρεμπόδιση» στα σχέδια της αστικής τάξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι οι ευθύνες του για τη συνολική κατάσταση του εργατικού κινήματος είναι μεγάλες.

Και σε ότι αφορά στην πρώτη διαπίστωση δεν θα λέγαμε ότι πρωτοτυπήσαμε ιδιαίτερα. Μετράμε, όμως, τις συνέπειες αυτής της στάσης του εργοδοτικού συνδικαλισμού, που αποτυπώνονται και στη συνολική αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος, με την απομάκρυνση των εργαζομένων από τα σωματεία τους και τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις. Τα αποτελέσματα των συνεδρίων της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και του ΕΚΑ, που σημειώνεται πολύ σημαντική πτώση στη συμμετοχή των εργαζομένων, αποδεικνύουν περίτρανα αυτήν τη διαπίστωση.

Την ίδια στιγμή το ΠΑΜΕ δεν συγκεντρώνει δυνάμεις από την ανοιχτή αποκάλυψη του ρόλου του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού. Η στάση του μέσα στο εργατικό κίνημα όχι μόνο δεν συσπειρώνει την εργατική τάξη, όχι μόνο δεν ενοποιεί σε ενιαία δράση τους εργαζόμενους, αλλά στερείται και εκείνων των πρωτοβουλιών που θα το αναδείξει σε δύναμη που μπορεί να εμπνεύσει την εμπιστοσύνη των εργαζομένων, να πάρει στα χέρια του τις τύχες του εργατικού κινήματος συνολικά, να δώσει διέξοδο.   Οι εργαζόμενοι γυρίζουν μεν την πλάτη στον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό αλλά απομακρύνονται και από το εργατικό κίνημα. Και όχι μόνο αυτό. Και το ίδιο το ΠΑΜΕ χάνει δυνάμεις.

Το γεγονός αυτό οφείλεται στην ίδια την αντίληψη του ΠΑΜΕ για το εργατικό κίνημα και την αντιμετώπιση του κυβερνητικού συνδικαλισμού, στον τρόπο που προσεγγίζει τα προβλήματα αλλά και στις θέσεις του για τα ίδια τα προβλήματα.

Ενώ, υποτίθεται, η στάση του ΠΑΜΕ μέσα στο εργατικό κίνημα καθορίστηκε κυρίαρχα από το πώς θα αντιμετωπιστεί ο κυβερνητικός και εργοδοτικός συνδικαλισμός, ο ρεφορμισμός, αυτό που βλέπουμε είναι ότι η στάση αυτή όχι μόνο αφήνει τα περιθώρια να συνεχίζεται η αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος αλλά και να παίρνει και εκφυλιστικά χαρακτηριστικά. Το τελικό αποτέλεσμα να στρέφεται και ενάντια στο ίδιο το ΠΑΜΕ.

Γίνεται πλέον καθήκον άμεσης προτεραιότητας η αλλαγή της στάσης του ΠΑΜΕ μέσα στο εργατικό κίνημα.  Θα πρέπει, επί τέλους, να κατανοηθεί ότι οι διαχωριστικές γραμμές που τράβηξε το ΠΑΜΕ με δική του ευθύνη, με την αλλαγή του ίδιου του ρόλου του όχι μόνο δεν απέδωσαν σε τίποτα αλλά βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη, να έχουν και να εκδηλώνουν τη διάθεση για αγώνες αλλά αυτοί να μην μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Βρισκόμαστε μπροστά στο αδιαμφισβήτητο φαινόμενο οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη να βρίσκονται πιο μπροστά από τον κυβερνητικό συνδικαλισμό, και όχι μόνο αυτό, να τον καταδικάζουν και να απομακρύνονται από αυτόν, αλλά ταυτόχρονα να βρίσκονται και πιο μπροστά και από το ΠΑΜΕ και να μην συσπειρώνονται σε αυτό.

Από αυτήν την άποψη η αστική τάξη δεν έχει να ανησυχεί και πολύ, γιατί μπορεί να διευθετεί τα προβλήματα που παρουσιάζονται στο επίπεδο της κυβερνητικής εξουσίας και μεταξύ των πολιτικών εταίρων της συγκυβέρνησης ξεπερνώντας με τον έναν ή άλλο τρόπο τις όποιες πραγματικές δυσκολίες που παρουσιάζονται, μετατοπίζοντας συνολικά την πολιτική κατάσταση σε συντηρητικότερη κατεύθυνση. Και εκεί πλέον έχει λόγο και η Χρυσή Αυγή, που καραδοκεί και που τροφοδοτείται από την απογοήτευση των εργαζομένων.

Οι ευθύνες του Κόμματος

Αυτό, όμως, που πρέπει να κατανοηθεί βαθύτερα είναι ότι η στάση του ΠΑΜΕ είναι ο ένας από τους δύο βασικούς παράγοντες που το εργατικό κίνημα βρίσκεται στην κατάσταση που μόλις αναφερθήκαμε.

Ο δεύτερος και ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι η έλλειψη ουσιαστικής πρότασης διεξόδου από την οικονομική κρίση, που θα δίνει τη δυνατότητα μέσα από συγκεκριμένους και κατανοητούς στόχους να συσπειρωθούν οι εργαζόμενοι, να γίνει η βάση της ανάπτυξης των αγώνων των εργαζομένων, της δράσης του ίδιου του εργατικού κινήματος, να φτάσει στην ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής και της ίδιας της κυβέρνησης, στην κατεύθυνση ουσιαστικών ανατροπών και ρήξεων με το ίδιο το σύστημα της εκμετάλλευσης. Και οι ευθύνες εδώ βαραίνουν το ίδιο το Κόμμα μας. Και αυτές οι ευθύνες γίνονται ακόμη μεγαλύτερες τώρα που ξεκαθαρίζει και ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ, τώρα που ο κίνδυνος της Χρυσής Αυγής είναι ορατός.

Εμείς θα επιμείνουμε στην ανάγκη διαμόρφωσης συγκεκριμένης πρότασης διεξόδου από την οικονομική κρίση και ελπίζουμε να μην εισπράξουμε τις ανόητες κατηγορίες περί κοινοβουλευτισμού και κυβερνητισμού.

Όσο περνάει ο καιρός, όσο τα πολιτικά αδιέξοδα συσσωρεύονται τόσο περισσότερο θα διαφαίνεται και θα κατανοείται η ανάγκη συγκεκριμένης πρότασης διεξόδου από την πλευρά του Κόμματος. Τόσο περισσότερο θα αποδεικνύεται ότι δεν αρκεί μόνο η συγκεκριμένη και τελική διέξοδος από την οικονομική κρίση. Ο σοσιαλισμός. Χρειάζονται και - κατά τον Β. Ι. Λένιν - «τα συγκεκριμένα βήματα».

Είναι καιρός να αφήσει πίσω του το Κόμμα μας τα φληναφήματα περί «σταδιολογίας» και άλλων τινών και να σκύψει με περίσκεψη πάνω στις μάχες που έρχονται (και πολιτικές) και που η εργατική τάξη είναι διατεθειμένη να δώσει.  Εδώ, όμως, χρειάζονται ρηξικέλευθες αποφάσεις πριν η ίδια η κατάσταση το οδηγήσει στο αδιέξοδο και στην αμφισβήτηση της ίδιας του της παρουσίας, πριν οδηγήσει την ίδια την εργατική τάξη στην απογοήτευση…