Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Η (μη) Απεργία των εκπαιδευτικών
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου είχαμε καταλήξει σε δύο σημαντικά συμπεράσματα για την απεργία των εκπαιδευτικών, που δεν έγινε:

  • Το πρώτο, αφορούσε στην εκτίμησή μας για τη στάση των πολιτικών δυνάμεων (κοινοβουλευτικών ή όχι) και των συνδικαλιστικών δυνάμεων, που αντιπροσωπεύονται στην ΟΛΜΕ, «ότι δεν επιθυμούσαν την πραγματοποίηση της απεργίας, που είχαν  ήδη αποφασίσει στις Γενικές Συνελεύσεις τους οι ΕΛΜΕ».
  • Το δεύτερο, αφορούσε στην εκτίμησή μας ότι «υπήρχε το έδαφος οι εκπαιδευτικοί να αναπτύξουν τον αγώνα τους, γιατί υπήρχαν οι προϋποθέσεις να εξασφαλιστεί η μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών και οι αντίστοιχες κοινωνικές συμμαχίες τους, να υιοθετηθούν οι κατάλληλες μορφές πάλης».


Ταυτόχρονα αναρωτηθήκαμε «τι ακριβώς συνέβη και η εξαγγελμένη απεργία των εκπαιδευτικών δεν πραγματοποιήθηκε»; Στο δεύτερο μέρος του άρθρου τεκμηριώνουμε τα παραπάνω συμπεράσματα και δίνουμε την απάντηση στο  «τι ακριβώς συνέβη».

***

Το πρώτο συμπέρασμα τεκμηριώνεται, νομίζουμε, πολύ καθαρά, από τις αντίστοιχες θέσεις που πήραν τα περισσότερα κόμματα ευθύς εξ αρχής - με δηλώσεις ανώτατων στελεχών τους ακόμη και με δηλώσεις των ίδιων των αρχηγών τους. Τάχθηκαν ενάντια στην απεργία. Ακόμα και εκείνα τα κόμματα που αρχικά υποστήριξαν την απεργία των εκπαιδευτικών στη συνέχεια σιώπησαν. Δεν ξαναμπήκαν στον κόπο να τις επαναβεβαιώσουν και κυρίως στην κρίσιμη φάση των αποφάσεων.

Το ίδιο ισχύει και για τις συνδικαλιστικές παρατάξεις των κομμάτων, ανεξάρτητα από το εάν τοποθετήθηκαν ευθύς εξ αρχής υπέρ (ή όχι) της κήρυξης της απεργίας. Στη συνέχεια διαφοροποίησαν τη θέση τους ή υποκρίνονταν ότι δεν τη διαφοροποίησαν.

Όσο για την κυβέρνηση, αυτή κράτησε από την αρχή εχθρική στάση απέναντι στην απεργία των εκπαιδευτικών, η οποία εκφράστηκε με τον πιο καθαρό τρόπο, και στον κατάλληλο χώρο, από τον ίδιο το Πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά: «Δεν αντιδικούμε με τους εκπαιδευτικούς. Τους θέλουμε μαζί μας. Σκύβουμε πάνω στα προβλήματά τους. Αλλά το ξεκαθαρίζουμε σε κάθε κατεύθυνση – κι όχι μόνο προς τους εκπαιδευτικούς ασφαλώς: Για να υπάρξει σταθερότητα, ομαλότητα και Ανάπτυξη, το δημόσιο συμφέρον είναι πάνω από τις συντεχνιακές ιδιοτέλειες» (από την ομιλία του Πρωθυπουργού στο ΣΕΒ).

Από το παραπάνω απόσπασμα, που παραθέσαμε από τη συγκεκριμένη ομιλία του Πρωθυπουργού, πιστεύουμε, ότι ξεκαθαρίζει το γιατί ο Πρωθυπουργός επιστράτευσε τους εκπαιδευτικούς, αλλά, επίσης, διευκρινίζεται, παραπέρα, και  το γιατί ο αγώνας των εκπαιδευτικών πήρε έναν ευρύτερο πολιτικό χαρακτήρα.

Όταν κρίνεται από την κυβέρνηση(και προφανώς αυθαίρετα), ότι ο απεργιακός αγώνας των εργαζομένων οποιουδήποτε κλάδου έχει συντεχνιακό χαρακτήρα και «υπονομεύει» την ανάπτυξη, τη σταθερότητα και την ομαλότητα, θα ακολουθεί άμεσα ή και εκ των προτέρων, όπως στην περίπτωση των εκπαιδευτικών, η επιστράτευση. Με άλλα λόγια βρισκόμαστε στην πράξη μπροστά στην απροκάλυπτη απαγόρευση του δικαιώματος της απεργίας.

Είναι «δικαιολογημένος», λοιπόν, ο Πρωθυπουργός να αισθάνεται την ανάγκη ή και την υποχρέωση να πει τα όσα είπε μπροστά στην αστική τάξη της χώρας. «Δικαιολογημένα», επίσης, αναφέρθηκε ο Πρωθυπουργός στο δημόσιο συμφέρον, γιατί η αμφισβήτηση ή και η ματαίωση των μέτρων, που πήρε η κυβέρνησή του σε βάρος των εκπαιδευτικών, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πολιτική που θέλει να εφαρμόσει η τρικομματική κυβέρνηση και που αυτή απορρέει από τη συγκεκριμένη μνημονιακή συμφωνία με την τρόικα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, την απαίτησή τους για τις αντίστοιχες απολύσεις από το δημόσιο και την εφαρμογή όλων των άλλων μέτρων.

***

Ας μας επιτραπεί, σε αυτό το σημείο, ως παρένθεση αναγκαία για το θέμα μας, να δώσουμε μια παραπέρα ερμηνεία για το γιατί η κυβέρνηση καταφεύγει στην τόσο συχνή χρήση της επιστράτευσης, που εξηγεί, κατά τη γνώμη μας, και το γιατί ο αγώνας των εκπαιδευτικών πήρε και ένα γενικότερο χαρακτήρα, που αφορούσε όλον τον εργαζόμενο λαό αλλά και στο ουσιαστικό πρόβλημα, στο οποίο βρέθηκαν μπροστά οι πολιτικές και οι συνδικαλιστικές δυνάμεις.

Είναι γνωστή η θέση της κυβέρνησης ότι η χώρα μας, με την πολιτική που εφαρμόζεται, βρίσκεται σε πορεία ξεπεράσματος της οικονομικής κρίσης. «Ότι υπάρχει φως στο τούνελ». Την ίδια στιγμή, βέβαια, επίσης είναι γνωστό ότι επίκεινται νέα αντιλαϊκά μέτρα, ενώ πρέπει να εφαρμοστεί η μνημονιακή πολιτική σε όλες της τις πτυχές και μέχρι τέλους, στην οποία η κυβέρνηση στηρίζει όλες της τις ελπίδες για να παραμείνει στο ευρώ. Για αυτό το λόγο δεν πρέπει να υπάρξει κανενός είδους «χαλάρωση», όπως είπε στην ομιλία του στο ΣΕΒ ο Πρωθυπουργός.

Είναι, επίσης, γνωστό, ότι φως στο τούνελ δεν φαίνεται να υπάρχει, παρά τα όσα αντιλαϊκά μέτρα έχουν παρθεί. Δεν είναι μόνο ότι η οικονομική κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ξεπερνιέται, γεγονός που επηρεάζει και τη χώρα μας. Είναι, επίσης, και το γεγονός ότι η μνημονιακή πολιτική δεν αποδίδει.

Βυθίζει τη χώρα μας στην ύφεση και αυτό αποδεικνύεται από τους σχετικούς οικονομικούς δείκτες. Το δημόσιο χρέος π.χ. αυξάνεται και γίνεται πραγματική θηλιά για τη χώρα μας, που κινδυνεύει να την καταστήσει μια μακροχρόνια χρεοκοπημένη χώρα, με μια αντίστοιχη μακροχρόνια οικονομική στασιμότητα. Πρόκειται για εκτιμήσεις οικονομικών παρατηρητών, που έρχονται να συναντηθούν με τις εκτιμήσεις της «Νέας Σποράς», που έχει καταθέσει σε ανύποπτο χρόνο.

Η κυβέρνηση, έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης, ενδιαφέρεται, την ώρα που η χώρα θα «έχει πιάσει πάτο», την ώρα που θα εξακολουθεί να είναι μια χρεοκοπημένη χώρα, να παρουσιάσει την οποιαδήποτε καλυτέρευση (ακόμη και λογιστική) των οικονομικών δεικτών ως οικονομική ανάκαμψη και ως επιτυχία της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται. Μέσα στην πλήρη εξαθλίωση του ελληνικού λαού θα του «πετάει κατάμουτρα» την καλυτέρευση(;) των οικονομικών δεικτών.

Συνεπώς, κάθε κινητοποίηση των εργαζομένων, που θα αμφισβητεί την οικονομική της πολιτική, και μάλιστα σε πλευρές που έχουν άμεση σχέση με όσα έχει συμφωνήσει με την τρόικα, κάθε κινητοποίηση των εργαζομένων,  που θα την βγάζει έξω από την εικονική πραγματικότητα που προσπαθεί να χτίσει στη θέση της βάρβαρης πραγματικότητας που βιώνουν οι εργαζόμενοι, θα την χτυπάει αλύπητα.

Για αυτόν το λόγο καταφεύγει απροκάλυπτα στην επιστράτευση των εργαζομένων, καταστρατηγώντας τους το δικαίωμα στην απεργία. Για αυτόν το λόγο προπαγανδίζει τη μη χαλάρωση στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής και για αυτόν το λόγο προσπαθεί να καλλιεργήσει μια ψευδεπίγραφη αισιοδοξία υποστηρίζοντας ότι υπάρχει φως στο τούνελ και μάλιστα για «πρώτη φορά»!!!

Μάλλον ο Πρωθυπουργός έχει ξεχάσει το αντίστοιχο «φως στο τούνελ» που υπόσχονταν οι Γιώργος Παπανδρέου και Λουκάς Παπαδήμος πριν από αυτόν, τότε,  που, «για ένα φεγγάρι», διατεινόταν, και σωστά, ότι με τα μνημόνια δεν θα υπάρξει κανένα φως στο τούνελ. 

Η στάση αυτή της κυβέρνησης και οι λόγοι που την υπαγόρευσαν βρήκαν την αντίστοιχη αντανάκλαση στις τοποθετήσεις των κομμάτων και επηρέασαν και την απεργία των εκπαιδευτικών, την ανήγαγαν σε πολιτική σύγκρουση γενικότερης σημασίας. Και αυτό το γεγονός δίνει την ιδιαίτερη σημασία στην απόφαση των εκπαιδευτικών για την απεργία τους, που την αποφάσισαν με ένα συντριπτικό ποσοστό.

***

Εκεί , όμως, που επαληθεύεται, πέρα για πέρα το πρώτο συμπέρασμα, που αναφέραμε, είναι η στάση των συνδικαλιστικών δυνάμεων της ΟΛΜΕ, κατά τη Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ. Και εξηγούμαστε.

Στις 9 του Μάη, ημέρα Πέμπτη, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΟΛΜΕ αποφάσισε απεργία μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις, που τη στήριξαν οι συνδικαλιστικές δυνάμεις: η ΔΑΚΕ, η ΠΑΣΚ, η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ (ΣΥΝΕΚ) και οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ. Στην απόφαση αυτή αντιτάχτηκε το ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών, που κατέθεσε δική του πρόταση, αλλά, παράλληλα, κατάγγειλε την απόφαση της πλειοψηφίας ότι «οδηγεί τον κλάδο σε τυφλή απεργία» και ότι παίζει «πολιτικά και επικοινωνιακά παιχνίδια σε βάρος του κλάδου».

Η συνέχεια εξελίσσεται  στις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ, όπου το ίδιο μπλοκ συνδικαλιστικών δυνάμεων, με τη στήριξη και άλλων μικρότερων συνδικαλιστικών σχημάτων, που δεν αντιπροσωπεύονται στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, υποστήριξαν την απεργία, που πρότεινε το ΔΣ της ΟΛΜΕ.

Στις Γενικές Συνελεύσεις το «Υπέρ», συνολικά, απόσπασε το συντριπτικό ποσοστό του 92%. Το «Κατά» της απεργίας, τα «Λευκά» και όσοι εκπαιδευτικοί υποστήριξαν την πρόταση του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών, συνολικά, απόσπασαν το απελπιστικά μειοψηφικό ποσοστό του 8%.

Η συμμετοχή των εκπαιδευτικών, μετά από πολλά χρόνια, ήταν μαζική. Παίρνουν μέρος στις ψηφοφορίες περίπου 20.000 καθηγητές, ενώ συμμετείχαν στις Γενικές Συνελεύσεις περίπου 30.000. Οι εκπαιδευτικοί πήραν την απόφαση να απεργήσουν μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις έχοντας πλήρη γνώση για την επιστράτευση (και ως απάντηση σε αυτήν) σε μαζικότατες διαδικασίες.

Στη συνέχεια η Γενική Συνέλευση των Προέδρων των ΕΛΜΕ θα έπρεπε να επικυρώσει την απεργία, που είχαν αποφασίσει οι ΕΛΜΕ, για να πραγματοποιηθεί, όπως προβλέπει η σχετική διαδικασία. Στη Γενική Συνέλευση κατατέθηκε πρόταση από το Προεδρείο και συγκεκριμένα από τον εκπρόσωπο των ΣΥΝΕΚ (παράταξη που πρόσκειται στο ΣΥΡΙΖΑ), που εξηγούσε το ποια θα έπρεπε να είναι η διαδικασία λήψης απόφασης για την απεργία.

Η πρόταση αυτή πρόβλεπε ΜΙΑ ψηφοφορία που, ταυτόχρονα, θα περιελάμβανε την απάντηση σε ΔΥΟ ερωτήματα: εάν η Γενική Συνέλευση επικυρώνει την αποφασισμένη από τους εκπαιδευτικούς απεργία τους και εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της, ήδη, αποφασισμένης απεργίας!!!

Το αποτέλεσμα αυτής της ψηφοφορίας έδωσε το παγκόσμιο πρωτότυπο και πρωτοφανές συνδικαλιστικό γεγονός. Από τη μια να επικυρωθεί η αποφασισμένη απεργία από τις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ, από την άλλη, με πλειοψηφία των λευκών, να μην υπάρχει σαφής εκφρασμένη άποψη εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της απεργίας, αλλά να υιοθετηθεί μια δυνητική και εξ αντιστροφής ερμηνεία, που βασιζόταν στο μειοψηφικό ποσοστό που πήρε το «υπέρ» (το «υπέρ» απαντούσε θετικά, δηλαδή, ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της απεργίας). Η ουσία του ζητήματος είναι ότι το Προεδρείο μεθόδευσε με τέτοιο τρόπο τη ψηφοφορία ώστε να μην εκφραστεί η πολιτική βούληση για την πραγματοποίηση της απεργίας.

Θα το πούμε ευθέως και πολύ καθαρά. Η διατύπωση αυτής της πρότασης συνιστά συνδικαλιστική πιρουέτα κακής έμπνευσης και ακόμη χειρότερης εκτέλεσης. Αποκαλύπτει μια «επαγγελματική» συνδικαλιστική αρρωστημένη νοοτροπία και πρακτική, μια ανείπωτη κουτοπονηριά και υποκρισία, έναν κυνισμό και μια περιφρόνηση απέναντι στους εργαζόμενους εκπαιδευτικούς (ειδικότερα απέναντι στους εκπαιδευτικούς που πρόκειται να απολυθούν) και γενικότερα απέναντι στους εργαζόμενους, την ίδια στιγμή που συγκαλύπτει μια βαθύτατη υπόκλιση στον αντίπαλο. 

Αυτήν την πρόταση για αυτού του είδους τη ψηφοφορία και με το συγκεκριμένο χαρακτήρα δεν την αρνήθηκε ΚΑΜΙΑ συνδικαλιστική παράταξη, είτε δια της υποστήριξης είτε δια της σιωπής είτε δια της παράκαμψης της ουσίας της πρότασης, παρά μόνο ορισμένοι εκπρόσωποι των ΕΛΜΕ, που υποστήριξαν ότι πρέπει να γίνει μόνο μια ψηφοφορία επικύρωσης της απεργίας, μια και ο κλάδος έχει εκφραστεί μέσα από τις Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ. Αυτή η πρόταση που προτάθηκε και υιοθετήθηκε ήταν η βάση της άρνησης και της αναστολής της απεργίας «από τα πάνω» δια μέσου της αποδοχής της!!!

Το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός, ανεξάρτητα από την εξέλιξή του στη συνέχεια και την τελική του κατάληξη – εάν η πρόταση αυτή θα έπρεπε να γίνει και επίσημη πρόταση του ΔΣ της ΟΛΜΕ (που κατά πλειοψηφία έγινε), ανεξάρτητα από το εάν κατατέθηκαν «εναλλακτικές προτάσεις» από τις Παρεμβάσεις για απεργία των 500 συνδικαλιστών, στη βάση του απολογητικού ερωτήματος - επιχειρήματος «πως θα πάμε στη βάση τη στιγμή που αυτή έχει αποφασίσει απεργία», είναι για εμάς και το βασικό κριτήριο για το πρώτο συμπέρασμα που καταλήξαμε.

Όλα τα υπόλοιπα συνδικαλιστικά και διαδικαστικά τερτίπια, παρ’ όλο που έχουν και την πολιτική τους σημασία, παρ’ όλο που οι διαδικαστικές και εναλλακτικές προτάσεις, που διαδέχονταν η μια την άλλη, φανερά έκρυβαν ειλημμένες αποφάσεις, έχουν δευτερεύουσα σημασία, παρά την εκτίμησή μας ότι το ενισχύουν ακόμη περισσότερο. 

Το ερώτημα, πλέον, μετατοπίζεται και από το «τι συνέβη και η απεργία δεν πραγματοποιήθηκε» - αφού ξέρουμε πια το τι συνέβη ακριβώς, γεγονός που προκύπτει και από τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης των Προέδρων,  μετατρέπεται στο «τι συνέβη και οι παρατάξεις που την πρότειναν δεν την ήθελαν και γιατί». 

***

Το δεύτερο συμπέρασμα που καταλήξαμε τεκμηριώνεται από την ίδια τη στάση των εκπαιδευτικών κατά τη διάρκεια των Γενικών Συνελεύσεων των ΕΛΜΕ, που υποστήριξε την απεργία με ένα ποσοστό της τάξης του 92%.

Όλες οι συνδικαλιστικές παρατάξεις αναγνώρισαν τη μαζικότητα των Γενικών Συνελεύσεων, τη διάθεση των εκπαιδευτικών να αγωνιστούν για να ματαιώσουν τα μέτρα, που πήρε η κυβέρνηση σε βάρος τους. Αυτή ήταν η πρώτη, η θεμελιώδης προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της απεργίας.

Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ούτε τα κόμματα αμφισβήτησαν τη μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών, για αυτό το λόγο δεν αναφέρθηκαν σε μειοψηφίες που ταλαιπωρούν τους μαθητές, τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς και τον ελληνικό λαό, πάνω σε ένα κρίσιμο θέμα, όπως είναι οι πανελλαδικές εξετάσεις, με την όποια σημασία αποδίδουν σε αυτές, πλέον, και οι μαθητές και οι γονείς τους, ζήτημα, που πιστεύουμε ότι το εξαντλήσαμε στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου.

Από αυτήν την άποψη είναι χαρακτηριστικό ότι οι αιτιάσεις που απευθύνθηκαν ενάντια στην απόφαση των εκπαιδευτικών για την απεργία τους είναι δύο, σαφώς, κατηγοριών:

• Η πρώτη αφορά,  και εκφράζεται μέσα από την τοποθέτηση του Πρωθυπουργού, στην ομιλία του στο ΣΕΒ, στη «συντεχνιακή ιδιοτέλεια» των εκπαιδευτικών, που υποτίθεται ότι απειλούν με τη στάση τους να «τινάξουν στον αέρα» την προσπάθεια της χώρας για έξοδό της από την οικονομική κρίση. Παράλληλα, όμως, δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός απευθύνεται στους εκπαιδευτικούς κατά έναν τρόπο  «διαπαιδαγωγικό» εκφράζοντας τη θέση «ότι τους θέλει μαζί του», ότι «έχει σκύψει στα προβλήματά τους». Μόνο που πάνω από όλα τίθεται «το δημόσιο συμφέρον» και όχι η συνδικαλιστική τους ιδιοτέλεια.
Εμείς σημειώνουμε, ότι δεν έχουμε καμιά αυταπάτη για τα διαπαιδαγωγικά αισθήματα του Πρωθυπουργού. Θα μπορούσε να εξελιχθεί στον καλύτερο παιδαγωγό προκειμένου να σύρει τον ελληνικό λαό στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής που εφαρμόζει.
Πολύ φοβόμαστε, όμως, ότι η στάση του αυτή δεν υπαγορεύτηκε από την παιδαγωγική του ευαισθησία αλλά από το φόβο του μπροστά στην απόφαση των εκπαιδευτικών, στη μαζικότητα των Γενικών τους Συνελεύσεων, στη μαζική υποστήριξη των εκπαιδευτικών στην πρόταση για απεργία και στη δυναμική, που, πιθανά, θα έπαιρνε αυτή η κινητοποίηση.   

• Η δεύτερη αφορά στην υποτιθέμενη ανευθυνότητα των εκπαιδευτικών να απεργήσουν μέσα στις πανελλαδικές εξετάσεις.  Τη θέση αυτή την υιοθέτησαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα περισσότερα κόμματα.
Την προώθησαν και την προπαγάνδισαν ανενδοίαστα, συκοφαντώντας τους εκπαιδευτικούς, τα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια της κυβέρνησης.  
Θα πρέπει να πούμε, όμως, ότι αυτή η εκστρατεία κατασυκοφάντησης των εκπαιδευτικών δεν απόδωσε τόσο όσο στόχευε να αποδώσει, παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή επιστρατεύτηκαν δημοσκοπήσεις γνώμης. Οι μαθητές, οι γονείς, οι άλλοι εργαζόμενοι δεν στράφηκαν ενάντια στους εκπαιδευτικούς και αυτό το συμπέρασμα αναδεικνύεται και από τις δημοσκοπήσεις.

Επομένως οι δύο πιο βασικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της απεργίας υπήρχαν. Δηλαδή, η αποφασιστικότητα του ίδιου του κλάδου και η λαϊκή αλληλεγγύη - η σε όποιο βαθμό αλληλεγγύη ή η ευμενής ανεκτικότητα ή απλώς η ανεκτικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν εκφράστηκε ενεργά. Πάντως με βεβαιότητα δεν υπήρξε ούτε εκφράστηκε λαϊκή εχθρότητα.

Δίπλα σε αυτές τις δύο πιο βασικές προϋποθέσεις – παραμέτρους που υπήρχαν πρέπει να προστεθούν δύο τουλάχιστον ακόμη. Μετά από πολλά χρόνια ο κλάδος των εκπαιδευτικών συσπειρώνεται γύρω από μια πρόταση για απεργία, γεγονός που προοιωνίζει θετικά, με συγκεκριμένους όρους, για την παραπέρα δυναμική που μπορεί να αναπτυχθεί. Και με την κατάλληλη κινητοποίηση όλων των φορέων, κομματικών, συνδικαλιστικών, των γονέων, των μαθητών, των άλλων φορέων της Εκπαίδευσης, των εργαζομένων γενικότερα.    

Επίσης, και χωρίς να παραβλέπει κανείς τους συσχετισμούς μέσα στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, ακόμη και την προηγούμενη στάση του ΔΣ της ΟΛΜΕ για πολύ σοβαρά ζητήματα, που δικαιώνουν την κριτική του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών, δεν παύει να έχει την ξεχωριστή του σημασία η απόφαση της Ομοσπονδίας των εκπαιδευτικών να κηρύξει τη συγκεκριμένη απεργία για δίκαια αιτήματα, που αφορούν στο πιο βασικό ανθρώπινο αίτημα, στο δικαίωμα για δουλειά, μπροστά στην ξεκάθαρη απόφαση της κυβέρνησης για μαζικές απολύσεις.

Με βάση αυτό το κριτήριο πρέπει να καθορίσει κανείς τη στάση του, πολύ περισσότερο τα κόμματα και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις, απέναντι στην απόφαση των εκπαιδευτικών για απεργία, ακόμη και απέναντι στην ίδια την ΟΛΜΕ.

Συνυπολογίζοντας όλους τους παραπάνω παράγοντες εμείς, ως «Νέα Σπορά», εκτιμήσαμε ότι η απεργία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες μορφές πάλης και να διεκδικηθούν τα δίκαια αιτήματα των εκπαιδευτικών, ενώ, παράλληλα, η απεργία αυτή θα ήταν και η έμπρακτη απάντηση στην επιστράτευση, στην οποία η κυβέρνηση κατέφυγε για άλλη μια φορά.

***

Το ερώτημα, μετά τα όσα σχολιάσαμε,  στη τελική του διαμόρφωση, για «το τι συνέβη και δεν έγινε η απεργία των εκπαιδευτικών» νομίζουμε ότι έχει ως εξής:

Τι συνέβη και:

• ενώ οι παρατάξεις που πρότειναν την απεργία και απόσπασαν τη συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, που συμμετείχαν σε ιδιαίτερα μαζικές Γενικές Συνελεύσεις των ΕΛΜΕ,

• ενώ η ΟΛΜΕ δεν συνάντησε, τουλάχιστον, την εχθρική στάση της κοινωνίας, με πρώτους τους μαθητές και τους γονείς τους,

• ενώ οι άλλοι εργαζόμενοι είδαν στον αγώνα των εκπαιδευτικών το δικό τους ίδιο πρόβλημα μέσα από την επιστράτευση και την απαγόρευση του δικαιώματος της απεργίας, της αφόρητης κατάστασης που βιώνουν με την ανεργία, της καθημερινής απειλής της απόλυσης,

• ενώ η ΟΛΜΕ φτάνει να αντιπαρατίθεται ανοιχτά με την ΑΔΕΔΥ και τη ΓΣΕΕ, τους αδιαμφισβήτητους εκπροσώπους του κυβερνητικού και ξεπουλημένου συνδικαλισμού, να τις καταγγέλλει, γιατί αρνήθηκαν να καλύψουν την απεργία που εξάγγειλε, πιστοποιώντας για άλλη μια φορά το ρόλο τους,

• ενώ η ίδια η ΟΛΜΕ, ως ομοσπονδία, με συσπειρωμένο τον κλάδο σε δική της πρόταση, κατ’ αρχήν, δείχνει τη διάθεση να ηγηθεί αυτού του αγώνα διεκδικώντας δίκαια αιτήματα,

• ενώ η δυναμική από τη μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών δείχνει ότι μπορεί να εξελιχθεί σε ακόμη μεγαλύτερη μαζικοποίηση,    

τελικά, γιατί αυτές οι ίδιες παρατάξεις που πρότειναν την πραγματοποίηση της απεργίας (ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚ, ΣΥΝΕΚ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ) ήταν αυτές που μεθόδευσαν, με ομολογουμένως απαράδεκτο τρόπο, τη ματαίωσή της, ενώ το ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών επί της ουσίας αποδέχτηκε αυτήν την εξέλιξη; 

Ποιος ήταν, τελικά, εκείνος ο αποφασιστικός παράγοντας που οδήγησε στη ματαίωση της απεργίας, που ξεπέρασε τις παρατάξεις, τις αδιαμφισβήτητες πλειοψηφίες (πολύ περισσότερο ξεπέρασε τις αδιαμφισβήτητες μειοψηφίες), τη μαζικότητα, τη διάθεση για αγώνα ακόμη και σύγκρουση με την κυβερνητική πολιτική;

Αυτό το ερώτημα εξακολουθεί να υπάρχει, έχει γενικότερη σημασία και γίνεται καίριο για κάθε μελλοντική κινητοποίηση των εργαζομένων με δεδομένη τη στάση της κυβέρνησης, την οποία ήδη περιγράψαμε.

Κατά τη γνώμη μας ο παράγοντας που έλειψε και έπαιξε τον αποφασιστικό του ρόλο ήταν ο πολιτικός παράγοντας. Έλειψε ο πολιτικός φορέας, που από τον ίδιο του το ρόλο και τη φύση του θα είχε τη γνώση και τη δύναμη να καθοδηγήσει τον αγώνα των εκπαιδευτικών, σε συνθήκες πολιτικής σύγκρουσης με την πολιτική της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και χρεοκοπίας της χώρας μας, σε συνθήκες που η εργατική τάξη και γενικότερα ο εργαζόμενος λαός αναζητούν τη διέξοδο από την οικονομική κρίση. 

Στην περίπτωση της απεργίας των εκπαιδευτικών φανήκανε τα όρια, τα πραγματικά όρια, των κομμάτων της κυβέρνησης, των κομμάτων της αντιπολίτευσης, των συνδικαλιστικών παρατάξεων και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αναδείχτηκε η πραγματική κατάσταση του εργατικού κινήματος. Αναδείχτηκε η ζώσα πραγματικότητα.

Και αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα από την «απεργία που δεν έγινε ποτέ». Αλλά σε αυτό το θέμα θα επανέλθουμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος του άρθρου μας.