Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Τα λάθη τακτικής της ηγεσίας του Κόμματος κατά τη περίοδο των εκλογών του Μάη και Ιούνη Μέρος πρώτο

Εισαγωγή
Μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη το ενδεχόμενο να πήγαινε η χώρα μας  σε νέες, επαναληπτικές, εκλογές ήταν η πιθανότερη λύση που πρόβαλλε, αφού κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών ο σχηματισμός κυβέρνησης δεν στάθηκε δυνατό να επιτευχθεί με δεδομένη την - από ένα σημείο και μετά,  οριστική και δημόσια  τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα, ότι δεν πρόκειται να συμμετέχει ή να ανεχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ μια κυβέρνηση «Εθνικής Σωτηρίας», αλλά ούτε και να σχηματίσει κυβέρνηση από μόνος του, που θα εξασφάλιζε ψήφο εμπιστοσύνης από τα άλλα κόμματα.

Σήμερα μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι, κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών,  όλοι οι αρχηγοί που παρέλαβαν την εντολή τη χειρίστηκαν με το βλέμμα στραμμένο προς τις επαναληπτικές εκλογές, που τελικά ορίστηκαν για τις 17 του Ιούνη. Και αυτό, γιατί δεν ήθελαν - αλλά και από μία άποψη δεν μπορούσαν, να σχηματίσουν κυβέρνηση εκείνη τη στιγμή, πριν προωθηθεί περισσότερο το καταστάλαγμα των πολιτικών διεργασιών μέσα στις λαϊκές μάζες, πριν αρχίσουν να δημιουργούνται ευνοϊκοί όροι για συσχετισμούς δυνάμεων υπέρ της συνέχισης της εφαρμογής των συμφωνιών με την τρόϊκα.

Πρακτικά αυτό το καταστάλαγμα σήμαινε: Για το ΣΥΡΙΖΑ αποφυγή σε κάθε συμμετοχή κυβερνητικής λύσης. Για τα άλλα κόμματα - ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, «αναγκαστική προσγείωση» του ελληνικού λαού στο να αποδεχτεί νέα μέτρα, με βάση το μνημόνιο αλλά δια μέσου μιας ψευδεπίγραφης άρνησης του μνημονίου που βαφτίστηκε επαναδιαπραγμάτευση.  Όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί γνώριζαν ότι θα παρθούν τα νέα μέτρα, που δεν ήταν και τόσο νέα, γιατί ήδη ήταν αποφασισμένα και συμφωνημένα. Αυτή η κατάσταση πιστεύουμε ότι ήταν σαφής από την αρχή της διαδικασίας των διερευνητικών εντολών.

Τι σήμαινε, πιο συγκεκριμένα. το «δεν ήθελαν και από μία άποψη δεν μπορούσαν»;
Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ανάδειξή του σε δεύτερο κόμμα, αφού εκμεταλλεύτηκε όσο έπαιρνε προπαγανδιστικά το σύνθημα για σχηματισμό «Αριστερής Κυβέρνησης» σε βάρος του Κόμματος,  δεν ήθελε να αναμειχθεί σε μια πολιτική εφαρμογής του μνημονίου, που, ως συνέχεια της μνημονιακής πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης, απαιτούσε την άμεση επιβολή νέων μέτρων που θα κόστιζαν στους εργαζόμενους το λιγότερο 11.5δισ ευρώ , όπως, ήδη, είχε συμφωνηθεί με την τρόϊκα και την κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου (σήμερα είναι γνωστό ότι η τρόϊκα απαιτούσε, από τότε, μέτρα πάνω από 13.5δισ ευρώ, που τώρα η σημερινή τρικομματική κυβέρνηση τα εφαρμόζει αλλά και τα επεκτείνει).

Οι άλλες δυνάμεις - ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, δεν ήθελαν κυβερνητική λύση χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ, πριν,  τουλάχιστον, διαμορφωθούν εκείνες οι συνθήκες που θα επέτρεπαν το σχηματισμό μνημονιακής κυβέρνησης και πριν δημιουργηθούν, παράλληλα,   οι πρώτες προϋποθέσεις σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος, μία από τις οποίες ήταν η ανάκαμψη της Νέας Δημοκρατίας, ως βασικού και κλασσικού πόλου του, αλλά και η σχετική σταθεροποίηση των άλλων δύο. Στην πράξη αυτό σήμαινε ροκάνισμα πολιτικού χρόνου, δια μέσου των διερευνητικών εντολών για καλλιέργεια κινδυνολογίας, αδιεξόδων και τη δημιουργία συντηρητικών αντανακλαστικών στον ελληνικό λαό.

Ακόμη και όσοι από τους πολιτικούς αρχηγούς δεν προβλεπόταν από το Σύνταγμα να παραλάβουν διερευνητική εντολή κράτησαν την ίδια στάση. Η ηγεσία του Κόμματος μάλιστα έφτασε στο πρωτοφανές σημείο να ζητήσει αμέσως νέες εκλογές (!;), αίτημα που βγήκε πρωτοσέλιδο στο Ριζοσπάστη στις 10 του Μάη! Πολύ γρήγορα άρπαξε την ευκαιρία και την ακολούθησε, για τους δικούς του λόγους, ο Φώτης Κουβέλης εκ μέρους της ΔΗΜΑΡ, θέση που καθορίστηκε πρωταρχικά  για το κόμμα αυτό από τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ, που αρνήθηκε να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες.

Ο καθένας από τους αρχηγούς των κομμάτων προετοίμαζε το έδαφος για το νέο προεκλογικό πολιτικό τοπίο. Ήταν φανερό ότι η προσφυγή στις νέες εκλογές επεδίωκε ως κύριο σκοπό της τη συντηρητική αναδίπλωση της λαϊκής έκφρασης και τη δημιουργία μνημονιακής κυβέρνησης. Άλλωστε Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ κατέβαιναν στις επαναληπτικές εκλογές τονίζοντας με έμφαση την ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης ως προεκλογικής τους δέσμευσης. Οι μαζικές μετακινήσεις των 3.5 εκατομμυρίων ψηφοφόρων είχαν ανησυχήσει την άρχουσα τάξη. Μπορούσαν να πάρουν ριζοσπαστικό χαρακτήρα και να είχε δυσκολίες ή και να αδυνατούσε να τις ελέγξει.

Κατά τη γνώμη μας υπήρχε το έδαφος για μια παραπέρα ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών μαζών και αυτό αποδεικνυόταν και από τη στάση των κομμάτων της άρχουσας τάξης, που τελικά αναγκάστηκαν να βάλουν στο προεκλογικό τραπέζι την ίδια τη στρατηγική της άρχουσας τάξης, ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να την επαναβεβαιώσουν, μέσα από την άκρατη κινδυνολογία. Μια επαναβεβαίωση που θα στηριζόταν στο φόβο των λαϊκών μαζών.

Μπροστά στις επαναληπτικές εκλογές της 17ης του Ιούνη τέθηκαν στον ελληνικό λαό παλιά και νέα διλήμματα. Η Αλέκα Παπαρήγα έκρινε, τότε, σκόπιμο να τα σχολιάσει χατακτηρίζοντάς τα συλλήβδην παραπλανητικά. Την ίδια στιγμή φρόντισε η ίδια να θέσει τα, κατά τη γνώμη της, πραγματικά διλήμματα, με βάση τα οποία έπρεπε να τοποθετηθεί και να ψηφίσει ο ελληνικός λαός στις επαναληπτικές εκλογές.

Θεωρούμε ότι οι απαντήσεις που δόθηκαν στα διλήμματα που τέθηκαν, απ’ όλα τα κόμματα αλλά κυρίαρχα από το ΚΚΕ, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού που πρόκυψε μετά τις εκλογές στις 17 του Ιούνη. Ότι συντέλεσαν σημαντικά στην ανάκαμψη της Νέας Δημοκρατίας, στην προσωρινή σταθεροποίηση του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, για να προκύψει έτσι η τρικομματική κυβέρνηση, που η ανάγκη για το σχηματισμό της καλλιεργούνταν συστηματικά.

Και λέμε «κυρίαρχα από το ΚΚΕ», γιατί ήταν το μόνο κόμμα που είχε τις προϋποθέσεις να δώσει απαντήσεις στα διλήμματα αυτά σε ριζοσπαστική κατεύθυνση και να δημιουργήσει ουσιαστικά ρήγματα στο αστικό πολιτικό σύστημα. Να ριζοσπαστικοποιήσει ακόμη περισσότερο τις μετακινήσεις των λαϊκών μαζών. Να συμβάλει στην παραπέρα άνοδο της πολιτικής και ταξικής τους συνείδησης και κατά προέκταση της ταξικής πάλης. 

1. Για τα διλήμματα

Κρίνουμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι ως πραγματικό δίλημμα θεωρούμε κάθε πραγματικό ερώτημα, που προκύπτει από τη σύγκρουση διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων, που αφορά τη στάση τους στο πεδίο της ταξικής πάλης και αντανακλάται, εκ των πραγμάτων, και στη στάση των πολιτικών κομμάτων (παρ’ όλο που δεν αποδεχόμαστε αυτήν την έννοια με την τρέχουσα σημασία που της αποδίδεται, αλλά θα τη διατηρήσουμε μόνο και μόνο επειδή χρησιμοποιείται και έχει καθιερωθεί).

Τα ερωτήματα αυτά αφορούν σε πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις και επιδέχονται διαφορετικές απαντήσεις, που αντιστοιχούν, φυσικά, στα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα που τα προκαλούν και που, σε τελική ανάλυση, καθορίζουν τη στάση των λαϊκών μαζών. Κατά συνέπεια κάθε δίλημμα που δεν αντιστοιχεί σε πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις είναι παραπλανητικό ή και εξωπραγματικό, έτσι κι αλλιώς.

Από την πλευρά μας, μέσα από τα διλήμματα που επιστρατεύτηκαν, θα αποδείξουμε την έλλειψη τακτικής που χαρακτήριζε την πολιτική δράση του Κόμματος, του ΚΚΕ, όπως τη σχεδίασε η ηγεσία του, παρά το γεγονός ότι η ίδια η ηγεσία ισχυριζόταν - και προφανώς ισχυρίζεται ακόμη ότι η πολιτική του Κόμματος διαθέτει τακτική. Φυσικά, κατά τη γνώμη μας, η έλλειψη τακτικής από την πλευρά της ηγεσίας του Κόμματος είναι μια πολύ παλιά υπόθεση, όμως, στις περασμένες εκλογές εκφράστηκε με κραυγαλέο τρόπο.

Όταν μιλάμε για τακτική εννοούμε τη λενινιστική αντίληψη της τακτικής: «Λέγοντας τακτική του κόμματος εννοούμε την πολιτική του στάση ή το χαρακτήρα, την κατεύθυνση, τις μεθόδους της πολιτικής του δράσης. Οι αποφάσεις τακτικής παίρνονται στο συνέδριο του κόμματος για να καθοριστεί με ακρίβεια η πολιτική στάση του κόμματος, στο σύνολό του, μπροστά στα νέα καθήκοντα ή εν όψει μιας νέας πολιτικής κατάστασης» (Β. Ι. Λένιν Άπαντα, Τόμος 11, σελ. 9).

Παραθέτουμε ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα από την εισηγητική τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα, όπως το αντιγράψαμε από το «Ρ», στη συνέντευξη, που παραχώρησε στην έδρα της ΚΕ του Κόμματος (10/05/2012) προς τους εκπροσώπους των ΜΜΕ, και το οποίο αφορά στα «νέα παραπλανητικά διλήμματα, που τοποθετούν οι  άλλες πολιτικές δυνάμεις για να αποπροσανατολίσουν τον ελληνικό λαό», σε σχέση με τα πραγματικά διλήμματα που υπάρχουν και αντανακλούν πραγματικές αντιθέσεις μέσα στην ελληνική κοινωνία και για τις οποίες, φυσικά, πρέπει να τοποθετηθεί ο ελληνικός λαός και πρώτα - πρώτα η εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα.

Ας δούμε την άποψη που κατέθεσε η Αλέκα Παπαρήγα:
«Εκτιμάμε, ταυτόχρονα, ότι το κάθε κόμμα μέσω της διαδικασίας των εντολών επιχείρησε να βάλει στο κέντρο της προσοχής του λαού νέα παραπλανητικά διλήμματα, ώστε στην περίπτωση εκλογών να εγκλωβισθεί ο λαός σε παλιά και εκσυγχρονισμένα διλήμματα, να μειωθεί η αντοχή ριζοσπαστικών λαϊκών μαζών απέναντι στις πιέσεις.

Τέτοια διλήμματα είναι:

Πρώτο: Ευρώ ή δραχμή, ενώ και με ευρώ και με δραχμή ο λαός θα είναι εξαθλιωμένος.
Δεύτερο: Ελληνική ή ευρωπαϊκή λύση, ενώ το ζήτημα κρίνεται στην ταξική πάλη και αναμέτρηση και μέσα στην Ελλάδα ως προτεραιότητα και βεβαίως σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, όχι με τις διαπραγματεύσεις, αλλά ενισχύοντας το πανευρωπαϊκό εργατικό λαϊκό κίνημα στην πάλη κατά της ΕΕ, στη ρήξη μαζί της.
Τρίτο: Λιτότητα ή ανάπτυξη, αφού ο δρόμος της καπιταλιστικής ανάπτυξης συνεπάγεται τη λιτότητα στις συνθήκες του οξυμένου καπιταλιστικού ανταγωνισμού, ενδοϊμπεριαλιστικών οξυμένων αντιθέσεων.
Τέταρτο: Δεξιά ή αριστερά, ή μνημόνιο - αντιμνημόνιο, διλήμματα που θα πάρουν και άλλες μορφές, ανάλογα με τις εξελίξεις, με νέας μορφής δίπολο κεντροδεξιά - κεντροαριστερά. Τα παραπάνω διλήμματα, με κορυφαία ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ, έβαλαν στο περιθώριο και συσκότισαν τις πραγματικές αντιθέσεις μέσα στην Ελλάδα και στην ΕΕ.

Το πραγματικό ερώτημα που αφορά στον ελληνικό λαό είναι: Ελλάδα - εργαζόμενος λαός ανεξάρτητος και απεγκλωβισμένος από τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, ή Ελλάδα ενσωματωμένη στην ιμπεριαλιστική ΕΕ. Η πραγματική αντίθεση εντός Ελλάδας, και μέσα στην Ελλάδα και στην ΕΕ, είναι ανάμεσα στους καπιταλιστές επιχειρηματίες, στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων στην πόλη και την ύπαιθρο, την αντίθεση ανάμεσα στη διακυβέρνηση της λαϊκής εξουσίας και την εξουσία για τη μακροημέρευση της αστικής τάξης» (Ριζοσπάστης, 11/05/2012).

2. Μεθοδολογία

Ας κάνουμε μια προσωρινή αφαίρεση, για τις ανάγκες του θέματος που εξετάζουμε, από την πολιτική των κομμάτων, που τους υπαγόρευσε την τοποθέτηση των αντίστοιχων διλημμάτων στον ελληνικό λαό και ας επικεντρωθούμε στην τότε, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της χώρας μας, η οποία δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη σημερινή, από την οποία απορρέει και η πολιτική στάση των κομμάτων. Η αφαίρεση αυτή δίνει προτεραιότητα στην οικονομία σε σχέση με την πολιτική και αναδεικνύει την υλική βάση όλων των ερωτημάτων - διλημμάτων που εμφανίζονται στην πορεία της πολιτικής διαπάλης και της ταξικής πάλης.

Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να απαντήσουμε και να διακρίνουμε ποια ήταν και είναι τα πραγματικά διλήμματα και για λογαριασμό ποιας κοινωνικής τάξης, στα οποία πρέπει να τοποθετηθεί ο εργαζόμενος λαός - κυρίαρχα η εργατική τάξη, αφού μόνο έτσι θα μπορέσουμε να προσδιορίσουμε τις πραγματικές αντιθέσεις που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία.

Είναι, παράλληλα, και ο μόνος τρόπος να επαληθεύσουμε εάν, στο πλαίσιο της αντιστοιχίας οικονομίας και πολιτικής, τα κόμματα, ως οργανωμένες πολιτικές ενώσεις που εκπροσωπούν κοινωνικές τάξεις, τοποθετούν,  σωστά ή λάθος, πραγματικά ή παραπλανητικά διλήμματα ή ακόμη και εξωπραγματικά διλήμματα.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, πως η αστική τάξη συνηθίζει να χρησιμοποιεί τη μέθοδο της παραπλάνησης για να αποσπά την προσοχή της εργατικής τάξης από τα βασικά της καθήκοντα, να την αποπροσανατολίζει από τους στόχους της και την αυτοτελή ταξική της δράση και επομένως να τοποθετεί σε πραγματικές καταστάσεις παραπλανητικά διλήμματα. Απομένει να δούμε αν αυτήν τη συγκεκριμένη περίοδο που εξετάζουμε συνέβη κάτι τέτοιο.

Η εργατική τάξη και το κόμμα της δεν έχουν ανάγκη να καταφεύγουν σε ανάλογες μεθόδους, γιατί στο πλαίσιο της ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης η εργατική τάξη έχει την αλήθεια με το μέρος της. Η κοσμοθεωρία με την οποία είναι εφοδιασμένη το Κόμμα της, ο Μαρξισμός - Λενινισμός, διαθέτει επιστημονική τεκμηρίωση και αντιστοιχεί στον ιστορικό βηματισμό και στη συγκεκριμένη ιστορική εποχή της κοινωνικής εξέλιξης. Η εργατική πρωτοπορία, το κομμουνιστικό κόμμα, βρίσκεται σε θέση ιδεολογικής ηγεμονίας, την οποία, όμως, οφείλει να φροντίζει να την κάνει επιστημονικό κτήμα του για την κατανόηση της πραγματικότητας και την πραγματοποίηση των ιστορικών καθηκόντων της εργατικής τάξης. 

Το μόνο θέμα που πρέπει να απασχολεί το κόμμα της εργατικής τάξης είναι το εάν τα διλήμματα, τα οποία βάζει μπροστά στους εργαζόμενους, είναι πέρα από πραγματικά και πολιτικά ώριμα για επίλυση. Γιατί εάν δεν είναι πολιτικά ώριμα, τότε, ενώ είναι κοινωνικά πραγματικά και αντιστοιχούν σε πραγματικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες,  όμως, καθίστανται πολιτικά εξωπραγματικά, γιατί δεν αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα, στο επίπεδο πολιτικής και ταξικής συνείδησης των εργαζομένων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πολιτική, κατά τον Β. Ι. Λένιν, έχει απόλυτη προτεραιότητα σε σχέση με την οικονομία.

Σ’ αυτήν την περίπτωση τα πραγματικά διλήμματα, που κοινωνικά είναι πραγματικά αλλά πολιτικά είναι εξωπραγματικά, λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, όπως τα παραπλανητικά διλήμματα, ενώ έχουν πολύ σοβαρές συνέπειες για το κόμμα της εργατικής τάξης και για την ίδια την εργατική τάξη.

Στην περίπτωση των αστικών πολιτικών δυνάμεων, και στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής δημοκρατίας και της κοινοβουλευτικής της έκφρασης, οι συνέπειες δεν είναι σοβαρές. Δεν αφορούν παρά μόνο το συγκεκριμένο αστικό κόμμα που θα βάλει «λάθος» παραπλανητικά διλήμματα σε σχέση με ένα άλλο αστικό κόμμα που θα βάλει τα «σωστά» παραπλανητικά διλήμματα.

Το παιχνίδι αυτό μεταξύ των αστικών πολιτικών δυνάμεων είναι πια πολύ γνωστό, από τότε που η Πολιτική από Επιστήμη έχει μετατραπεί σε Απολογητική στα χέρια της αστικής τάξης και από Τέχνη σε Τεχνική παραπλάνησης. Τις συνέπειες τις επωμίζονται πολιτικά πότε το ένα και πότε το άλλο αστικό κόμμα, που εναλλάσσονται στην κυβέρνηση και, κατά το δυνατό, προσπαθούν να μη μεταφέρονται αυτές οι συνέπειες στην αστική τάξη. Αν και πρέπει να σημειώσουμε ότι στενεύουν τα όρια για τέτοιου είδους πολιτικάντικα παιχνίδια, πράγμα που το διαπιστώσαμε και στην πρόσφατη περίοδο, όπου εμφανίστηκε μια πολιτική ταύτιση στις θέσεις των αστικών και μικροαστικών κομμάτων σε βασικές, στρατηγικής σημασίας, θέσεις. Γεγονός που εξηγεί και τις κυβερνήσεις συνεργασίας ή τις προτάσεις συνεργασίας που επιδιώκει να σχηματίζει η άρχουσα τάξη για να διευρύνει τη λαϊκή στήριξη, τη βάση υποστήριξης της πολιτικής της.

Για ένα κομμουνιστικό κόμμα, όμως, η λάθος τοποθέτηση από πολιτική άποψη ενός ακόμη και πραγματικού διλήμματος, σε συνθήκες δηλαδή μη πολιτικά ώριμες, έχει άμεσες συνέπειες πάνω σ’ αυτό και όχι μόνο.   Οι συνέπειες μιας αποτυχημένης πολιτικής στάσης ενός κομμουνιστικού κόμματος επιδρούν άμεσα πάνω στην εργατική τάξη και μεταφράζονται σε συγκεκριμένα πολιτικά, οικονομικά και άλλα μέτρα που αφορούν τις συνδικαλιστικές και δημοκρατικές ελευθερίες των εργαζομένων, τα κοινωνικά τους δικαιώματα και τις κατακτήσεις τους, τους όρους της δράσης της ίδιας της εργατικής τάξης, τους οικονομικούς όρους διαβίωσής της, τις σχέσεις των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Ό, τι ζει η εργατική τάξη (και γενικότερα οι εργαζόμενοι) αυτήν τη στιγμή.

Σπεύδουμε, επίσης, να διευκρινίσουμε ότι τα διλήμματα αποσκοπούν στο να διαμορφώσουν την ταξική και πολιτική συνείδηση των λαϊκών μαζών στη μια ή την άλλη κατεύθυνση στην κορύφωση της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης. Αποτελούν, όμως, μία πτυχή αυτής της κατά πολύ πιο σύνθετης διαδικασίας, που στα αστικά κόμματα εκφράζεται με τα παραπλανητικά ή και τα πραγματικά διλήμματα και στα κομμουνιστικά κόμματα αποδίδεται κυρίως με τα συνθήματα. Θα ήταν, όμως, πολύ σοβαρό λάθος να εντοπιστεί και να εξαντληθεί το θέμα της διαμόρφωσης της πολιτικής και ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων μόνο γύρω από τα διλήμματα ή και τα συνθήματα, όσο σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο και αν παίζουν αυτά, και μάλιστα σε στιγμές κορύφωσης της πολιτικής αντιπαράθεσης και της ταξικής πάλης.

(Ακολουθεί το δεύτερο μέρος)
Περισσότερα... "

Ανακοίνωση

Η «Νέα Σπορά» αρχίζει τη δημοσίευση μιας σειράς άρθρων που αφορούν στην τακτική του Κόμματος κατά την προεκλογική περίοδο Μάη - Ιούνη 2012. Τα άρθρα αυτά είναι ενταγμένα στη γενικότερη τακτική του Κόμματος έτσι όπως εφαρμόζεται αυτή από την ηγεσία του τα τελευταία χρόνια. Επομένως δεν έχουν στενά εκλογικό περιεχόμενο, γιατί αφορούν στις γενικότερες θέσεις του Κόμματος που είναι διαχρονικά επίκαιρες.

Τα άρθρα αυτά έχουν γραφτεί πριν από τη δημοσίευση των «Θέσεων» της ΚΕ του Κόμματος για το 19ο Συνέδριο. Από αυτήν την άποψη μπορεί να μην έχουν άμεση αναφορά στο 19ο Συνέδριο, αλλά, κατά τη γνώμη μας, μπορούν να συμβάλουν στο γενικό προβληματισμό που αναπτύσσεται αυτήν την περίοδο ανάμεσα στα μέλη του Κόμματος σχετικά με την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος. 

Δεν προχωρήσαμε σε τροποποιήσεις. Προτιμήσαμε να παραμείνουν ως έχουν, παρά το γεγονός ότι  ορισμένες λεπτομέρειες που αφορούν κυρίως στα οικονομικά μέτρα της τρικομματικής κυβέρνησης έχουν ξεπεραστεί από τον οδοστρωτήρα της μνημονιακής οικονομικής πολιτικής. Τα γενικά συμπεράσματα όμως δεν αλλάζουν.

Θα ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο για μας εάν μας έστελναν οι αναγνώστες μας, στη γνωστή διεύθυνση, τη γνώμη τους για το περιεχόμενο αυτών των άρθρων. Οι παρατηρήσεις τους θα μας βοηθήσουν.
Περισσότερα... "

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Και πάλι για το ζήτημα της κυβέρνησης


Καθώς ξετυλίγεται ο αργόσυρτος ρυθμός του Προσυνεδριακού Διαλόγου με τα λίγα σε αριθμό άρθρα που εμφανίζονται φαίνεται ότι ένα από τα θέματα που απασχολεί τους συμμετέχοντες σε αυτόν είναι το ζήτημα της κυβέρνησης σε αστικές συνθήκες ή της κυβέρνησης αστικής διαχείρισης, όπως συνήθως αναφέρεται στην κομματική φιλολογία.

Οι «Θέσεις της ΚΕ» αλλά και οι κατά καιρούς παρεμβάσεις της ηγεσίας του Κόμματος όσο και η αρθρογραφία στον Ριζοσπάστη δεν αφήνουν καμία αμφιβολία γύρω από αυτό το θέμα. Θεωρούν ότι πρόκειται για ιστορική παρακαταθήκη η γνωστή άρνηση της ηγεσίας να αποδεχθεί να συμμετέχει το Κόμμα σε «Αριστερή Κυβέρνηση», που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ, και την οποία τη χαρακτήρισε ως κυβέρνηση αστικής διαχείρισης.

Αυτή η ερμηνεία, όμως, στη συνέχεια επεκτείνεται στην άρνηση συμμετοχής που αφορά κάθε κυβέρνηση που θα σχηματίζεται σε αστικές συνθήκες. Ποια άλλη ερμηνεία μπορεί να δοθεί στην επίσης γνωστή φράση, που πολλές φορές επανέλαβε η ίδια η Γραμματέας του Κόμματος, ότι «και το ΚΚΕ να ήταν στην κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». Προφανώς εννοούσε σε αστικές συνθήκες, γιατί αν εννοούσε ότι δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα σε σοσιαλιστικές συνθήκες…!!!

Κατ’ αρχάς, το κύριο που  πρέπει να επισημανθεί είναι ότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη συμμετοχή ενός επαναστατικού κόμματος σε μια κυβέρνηση σε αστικές συνθήκες και στη συμμετοχή σε μια κυβέρνηση αστικής διαχείρισης. Οι δύο αυτές καταστάσεις δεν πρέπει να ταυτίζονται παρά το γεγονός ότι το υπόβαθρο και των δύο είναι οι αστικές συνθήκες. Ο καπιταλισμός με μία λέξη.

Ακόμη και μία κυβέρνηση του ΑΑΔΜ, ανεξάρτητα από το εάν αυτή θα έχει σχηματιστεί μετά από νικηφόρες εκλογές ή μετά από εξεγερσιακές επαναστατικές διαδικασίες, θα είναι μία κυβέρνηση επαναστατική, που θα εκπροσωπεί την εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα - κατά βάση τα κατώτερα έως και μεσαία, που θα σχηματιστεί στο έδαφος του καπιταλισμού, σε αστικές συνθήκες, γιατί αυτές θα επικρατούν ακόμη και σε επαναστατική κατάσταση και μετά τον επαναστατικό τρόπο κατάληψης της εξουσίας. Ακόμα και μια εργατική κυβέρνηση, τέτοια ακριβώς που θα προέκυπτε από τη Λαϊκή Συμμαχία και που την προβλέπουν οι Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο, θα είναι μια επαναστατική κυβέρνηση σε αστικές συνθήκες, γιατί αυτές θα επικρατούν στη βάση της κοινωνίας και όχι μόνο στη βάση.

Πρέπει, επιτέλους, να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στην επανάσταση, που αποτελεί ένα πολιτικό γεγονός για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, με τις υλικές συνθήκες που ακόμη θα επικρατούν στην κοινωνία, όπως, επίσης, και τις συνθήκες που θα επικρατούν στο εποικοδόμημα. Με δύο λόγια: Και μετά την ολοκληρωτική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη θα επικρατούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, με τη διαφορά ότι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας εκ μέρους της εργατικής τάξης, ο σχηματισμός επαναστατικής κυβέρνησης, θα έχει ως άμεσο υλοποιήσιμο στόχο την έναρξη της μετατροπής των σχέσεων παραγωγής από καπιταλιστικές σε σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Και όπως μας έχει ήδη τονίσει ο Καρλ Μάρξ από την κριτική του στο «Πρόγραμμα της Γκότα» και έχουν επιβεβαιώσει και ο Φρίντριχ Ένγκελς και ο Β. Ι. Λένιν, η μετατροπή αυτή, που θα φτάσει στην πλήρη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και στην αυτοδιεύθυνση των λαϊκών μαζών, αντιστοιχεί σε μία ολόκληρη μεταβατική περίοδο, που ταυτίζεται πολιτικά με την περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου και ιστορικά αυτή παρεμβάλλεται ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό.

Το συμπέρασμα είναι (εντελώς αυτονόητο και θα προσθέταμε και περιττό και απορούμε για το γιατί έχει δημιουργηθεί ένα τέτοιο θέμα, το οποίο το εκμεταλλεύεται καθ’ υπέρβαση κάθε κομμουνιστικής δεοντολογίας η ηγεσία του Κόμματος για να μοιράζει αφειδώς τα γαλόνια του οπορτουνισμού σε όποιον διαφωνεί με τις απόψεις της) ότι η επανάσταση και ο σχηματισμός επαναστατικής κυβέρνησης γίνονται σε αστικές συνθήκες, γιατί αυτές επικρατούν ακόμη κατά τη στιγμή διεξαγωγής της επανάστασης, κατά τη στιγμή σχηματισμού της επαναστατικής κυβέρνησης.

Και δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά. Απ’ ότι γνωρίζουμε μέχρι τώρα, τουλάχιστον εμείς, οι Κλασσικοί δεν έχουν προβλέψει σοσιαλιστική επανάσταση σε σοσιαλιστικές συνθήκες, δηλαδή σε συνθήκες με σοσιαλιστικές  σχέσεις παραγωγής!!!

Ίσως, σκεφτόμαστε, ότι αυτή είναι η θεωρητική συνεισφορά στον εμπλουτισμό του Μαρξισμού - Λενινισμού όσων κατά το 13ο Συνέδριο λιβάνιζαν τα κείμενα του οπορτουνισμού και τάσσονταν υπέρ της κατάργησης της δικτατορίας του προλεταριάτου και υπέρ της παραμονής στην τότε ΕΟΚ και πριμοδοτούσαν την αλλαγή της θέσης του Κόμματος για αποδέσμευση από την ΕΟΚ, που, τώρα, μεταμελημένοι και αβάσταχτοι μέσα στην ελαφρότητά τους και τη θεωρητική τους ένδεια τάσσονται υπέρ της αποδέσμευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση με δικτατορία του προλεταριάτου για την πραγματοποίηση ενός αστικού αιτήματος!!!

Το θέμα της συμμετοχής σε αστική κυβέρνηση είναι διαφορετικό. Μέχρι τώρα δεν υπήρχε τέτοιο θέμα στην κομματική φιλολογία και θεωρούσαμε ότι έχει ξεπεραστεί οριστικά μετά και την τραυματική εμπειρία από τη συμμετοχή του Κόμματος στην κυβέρνηση Τζανετάκη και την Οικουμενική.

Προέκυψε από το προπαγανδιστικό σλόγκαν - πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, πριν τις εκλογές της 6ης του Μάη, για σχηματισμό «Αριστερής Κυβέρνησης». Αυτήν την κυβέρνηση η ηγεσία του Κόμματος τη χαρακτήρισε ως κυβέρνηση αστικής διαχείρισης.

Η «Νέα Σπορά» τοποθετήθηκε κατ’ επανάληψη σε αυτό το θέμα και εξήγησε και τη θέση της. Πράγματι αυτή η κυβέρνηση θα ήταν κυβέρνηση αστικής διαχείρισης με δεδομένη τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση και παρά τον πολιτικό χαρακτήρα αυτού του κόμματος ως κόμματος του μικροαστικού σοσιαλισμού, που εκφράζει κυρίαρχα τα μικροαστικά στρώματα, ανώτερα και καλά αμειβόμενα στρώματα της εργατικής τάξης με μικροαστική νοοτροπία και στάση και έχει μια συγκεκριμένη, πλέον, επιρροή ευρύτερα στην εργατική τάξη, που ξεπερνάει την επιρροή του Κόμματος και κυρίως στα αστικά κέντρα. Όμως…


Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από την ηγεσία του Κόμματος και σωστά απορρίφθηκε. Επομένως κανένα θέμα συμμετοχής του Κόμματος σε κυβέρνηση αστικής διαχείρισης δεν υπήρξε. Πολύ περισσότερο δεν υπήρξε και για έναν άλλο λόγο πολύ ουσιαστικότερο. Ακόμη και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δεν την πίστευε αυτήν την πρόταση μια και την έκανε απλώς για προπαγανδιστικούς σκοπούς.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τα εκλογικά αποτελέσματα. Αυτά μας δείχνουν ότι ήταν αδύνατον να δημιουργηθεί αριστερή κυβέρνηση, ακόμη και κατά το ΣΥΡΙΖΑ ορισμό ως αριστερών πολιτικών δυνάμεων, αυτών των πολιτικών δυνάμεων που θα συμμετείχαν στην αριστερή κυβέρνηση. Κατά το κοινώς λεγόμενο «δεν υπήρχαν τα κουκιά». Και κάτι πιο ουσιώδες που αναδεικνύει το μέγεθος της σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζει η ηγεσία του Κόμματος αυτό το θέμα.

Ακόμη και εάν αποδεχθούμε πλήρως, ως λογικό ενδεχόμενο, την προπαγανδιστική εκλογική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικά ειλικρινή, ουσιαστική, ρεαλιστική και πραγματοποιήσιμη, πάλι για την ηγεσία του Κόμματος δεν υπήρχε θέμα συμμετοχής σε κυβέρνηση αστικής διαχείρισης, γιατί και πάλι τα κουκιά δεν βγαίνανε. Και αυτό γιατί δεν υπήρχε καμία περίπτωση να αναδεικνυόταν ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα στις εκλογές, που τότε μόνο μπορούσε να επωφεληθεί από το δώρο των 50 βουλευτών του εκλογικού νόμου και τότε μόνο θα μπορούσε να προκύψει το ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ο σχηματισμός κυβέρνησης να εξαρτιόταν από τις έδρες του ΚΚΕ.

Όλες, όμως, οι εκτιμήσεις, και τα γκάλοπ ακόμη τις επιβεβαίωναν, απέκλειαν ένα τέτοιο λογικό ενδεχόμενο να γινόταν πραγματικότητα. Επομένως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βρεθεί το Κόμμα σε δίλημμα για τη θέση του απέναντι στο ζήτημα της «Αριστερής Κυβέρνησης», απλούστατα, γιατί δεν θα προέκυπτε.

Στο επίπεδο της προπαγάνδας ο ΣΥΡΙΖΑ στόχευε, τότε, να πλαγιοκοπήσει την εκλογική βάση του Κόμματος, να της δημιουργήσει συγχύσεις και προσδοκία για μια αριστερή διέξοδο. Γι’ αυτό το λόγο κατέφυγε στη διακαναλική συνέντευξη που έδωσε ο Α. Τσίπρας να διαβάσει το σχετικό απόσπασμα  από το Πρόγραμμα του Κόμματος και γι’ αυτό το λόγο μίλαγε για το στόχο του να αναδεχθεί πρώτο κόμμα στις εκλογές, ώστε αυτόματα και συνειρμικά να δημιουργείται δίλημμα στον κόσμο του ΚΚΕ. Οι χειρισμοί της ηγεσίας του Κόμματος διευκόλυναν το ΣΥΡΙΖΑ κατά τον καλύτερο τρόπο.

Η άρνηση της ηγεσίας του Κόμματος στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ αφορούσε σε ένα προεκλογικό και μετεκλογικό πυροτέχνημα (γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ «τράβαγε» τα πράγματα για επαναληπτικές εκλογές) που θα μπορούσε να γίνει μια ουσιαστική απάντηση και να έθετε το ΣΥΡΙΖΑ σε πραγματικά διλήμματα μόνον εάν η ηγεσία πρόβαλε την πρόταση του 15ου Συνεδρίου.

Τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποκαλυπτόταν πολιτικά. Η ανειλικρινής του στάση και τα προεκλογικά του κόλπα θα ξεσκεπάζονταν και το Κόμμα θα είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κατά τη γνώμη μας θα είχε και σημαντική εκλογική άνοδο, κάτι που μπορεί να στηριχτεί, ως εκτίμηση, στο ποσοστό που πήρε το Κόμμα, αλλά και στις τάσεις που μας έδειχναν οι δημοσκοπήσεις. Επίσης θα πήγαινε με τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις για τις επαναληπτικές εκλογές, εάν και εφόσον γίνονταν. Και το λέμε αυτό γιατί η συγκεκριμένη στάση του Κόμματος σαφώς θα επηρέαζε την προσφυγή σε επαναληπτικές εκλογές, πολύ περισσότερο εάν η άρχουσα τάξη θα ήταν βέβαιη ότι το ΚΚΕ θα ισχυροποιούταν ακόμη πιο πολύ με αποτέλεσμα να επηρεάζει και πολύ πιο ουσιαστικά τις πολιτικές εξελίξεις. Και αυτό γιατί ήταν πολύ κοντά στο κατώφλι του 10%. Και όπως είναι λογικό να υποθέσει κανείς θα διαφοροποιούνταν οι ποιότητες μετά από ένα τέτοιο ποσοστό, θα άλλαζαν και θα εκδηλώνονταν περισσότερο απελευθερωτικά οι αναγνώσεις και οι διαθέσεις εκ μέρους των λαϊκών μαζών, οι οποίες θα έβλεπαν με τελείως διαφορετικό μάτι το ΚΚΕ, όπως, επίσης, θα άλλαζαν και οι απαιτήσεις τους για το ΚΚΕ.

Το ερώτημα που υπάρχει είναι γιατί, τώρα, η ηγεσία του Κόμματος «σηκώνει» τόσο πολύ το θέμα της κυβέρνησης αστικής διαχείρισης;  Υπάρχει κάποια αιτία;

Φυσικά και υπάρχει. Γιατί από τη στιγμή που έθαψε στην κυριολεξία την πρόταση του 15ου Συνεδρίου και αντιμετώπισε τις εκλογές με την πρόταση… των Θέσεων του 19ου Συνεδρίου, τότε, όπως είναι φυσικό, το μόνο επιχείρημα που της απομένει είναι η επίδειξη της μη συμμετοχής σε κυβέρνηση αστικής διαχείρισης, που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε. Γιατί από το παρελθόν γνωρίζαμε πολύ καλά πως χιλιάδες φορές το ΚΚΕ είχε δεχθεί επιθέσεις «αριστερής ενότητας» αλλά αυτές ήταν υποκριτικές και εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες σκοπιμότητες. Υπήρχαν και αντιμετωπίζονταν στο πλαίσιο της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης είτε υπήρχαν εκλογές είτε όχι.

Ακόμη και στη διαδικασία της ανάθεσης των διερευνητικών εντολών ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισε την πρόταση για αριστερή κυβέρνηση ως προπαγανδιστικό πυροτέχνημα για τις ανάγκες των επόμενων επαναληπτικών εκλογών. Παραπέρα, ΚΑΝΕΝΑΣ αρχηγός κόμματος από αυτούς που ανέλαβαν τις διερευνητικές εντολές δεν απηύθυνε στο ΚΚΕ πρόταση συμμετοχής στην υπό σχηματισμό κυβέρνηση. Ούτε καν ο Α. Τσίπρας, γιατί ήξερε πολύ καλά την απλή αριθμητική και κανένας αρχηγός κόμματος δεν διακινδυνεύει να γελοιοποιηθεί διεκδικώντας το σχηματισμό κυβέρνησης που δεν θα έχει πλειοψηφία στη βουλή είτε άμεσης είτε έμμεσης. Είναι υποχρεωμένος να καταθέσει την εντολή. Προϋπόθεση για το σχηματισμό κυβέρνησης είναι η εξασφάλιση της πλειοψηφίας, της δεδηλωμένης. Και στην περίπτωση που δεν εξασφαλίζεται προκηρύσσονται επαναληπτικές εκλογές. Ό,τι και έγινε με τις εκλογές της 17ης του Ιούνη.

Το γεγονός είναι ένα. Η ηγεσία του Κόμματος χρησιμοποιεί τη θέση για μη συμμετοχή του ΚΚΕ σε αστική κυβέρνηση ή κυβέρνηση αστικής διαχείρισης, την προεκτείνει τεχνηέντως σε μη συμμετοχή σε κυβέρνηση σε αστικές συνθήκες για να δικαιολογήσει όλη τη θεωρητική κατασκευή που παρουσιάζει με τις Θέσεις για το 19ο Συνέδριο. Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνει με «ένα σμπάρο δύο τρυγόνια»:

Πρώτο. Απαλλάσσεται οριστικά από το «βαρίδι» του Προγράμματος του 15ου Συνεδρίου, δίνοντας τέλος σε μια άτυπη αλλά υπαρκτή ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του Κόμματος, που πήρε τη μορφή «της μάχης των ερμηνειών». Η ηγεσία αξιοποιώντας και τη θέση της επέβαλε τη δική της ερμηνεία και για να «λιμάρει» τις υπαρκτές αντιδράσεις καταφεύγει στο ψευδεπίγραφο επιχείρημα, που δεν το πιστεύει ούτε και η ίδια, ότι οι Θέσεις του 19ου Συνεδρίου αποτελούν τη συνέχεια του 15ου , ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τομή, για πλήρη ανατροπή του 15ου Συνεδρίου.  Ασφαλώς έχουμε πλήρη επίγνωση των αμφισημιών και των ανακολουθιών του 15ου Συνεδρίου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι «με τα απόνερα πετάς και το παιδί»! Άλλωστε δεν υπήρξαν και ορισμένες κραυγαλέες και πασίγνωστες ανακολουθίες σημερινών ηγετικών στελεχών που υποστήριζαν άλλα αντ’ άλλων;

Δεύτερο. Επισημοποιεί τη θέση «πρώτα η επανάσταση και μετά η κυβέρνηση»! Φυσικά! Όλη η δράση του Κόμματος, η τακτική του, πρέπει να υπηρετεί το στρατηγικό του στόχο. Την επανάσταση και το σοσιαλισμό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι με μία μονοκονδυλιά μπορείς να φτάσεις να διαγράψεις την οποιαδήποτε πραγματική και αντικειμενική κατάσταση που μπορεί να δημιουργηθεί μέχρι την κατάκτηση της σοσιαλιστικής εξουσίας, που μπορεί να οδηγήσει στο σχηματισμό κυβέρνησης που δεν θα είναι αστική, που δεν θα είναι ούτε καθαρά εργατική. Με αυτόν τον τρόπο καταργούμε τον Λενινισμό, παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα από την πλευρά της ηγεσίας του Κόμματος! Καταλήγουμε σε μια ΑΛΛΗ ιδεολογία! Καταλήγουμε στο τετριμμένο επιχείρημα, το χιλιοχρησιμοποιημένο από την πλευρά όλων των αναθεωρητών του Λενινισμού «ότι αυτά ο Λένιν τα έλεγε τον προηγούμενο αιώνα»! Καταλήγουμε στο «οποιανού δεν του αρέσει να σηκωθεί να φύγει»! Καταλήγουμε να χρησιμοποιούμε τον Λένιν «ως σύμβολο» και ίσως και «ως σύμβουλο»! Καταλήγουμε «στην ιδεολογία του ΚΚΕ»! Τελικά καταλήγουμε σε ένα ΑΛΛΟ ΚΚΕ χωρίς τον Μαρξισμό - Λενινισμό ως κοσμοθεωρία του!!!

Η ειρωνεία είναι ότι όλες οι επεξεργασίες που προβάλλονται ως σύγχρονες επεξεργασίες για τον εμπλουτισμό του Προγράμματος του Κόμματος έχουν ήδη διαγράψει την ιστορική τους αντιμαρξιστική και αντιλενινιστική διαδρομή, έχουν δοκιμαστεί στην πράξη και έχουν αποτύχει παταγωδώς, έστω κι αν η σημερινή ηγεσία του Κόμματος, μέσα από τον κυκεώνα του υποκειμενισμού της και της αυτοϊκανοποίησής της θεωρεί ότι συμβάλλει στον εμπλουτισμό του Μαρξισμού - Λενινισμού με βάση τις σύγχρονες εξελίξεις του καπιταλισμού!

Η τελική, όμως, κατάληξη όλων των παραπάνω θα είναι η καταδίκη του ΚΚΕ σε μια περιθωριακή πολιτική δύναμη, που με την παρουσία του θα τροφοδοτεί τον οπορτουνισμό άλλων πολιτικών σχηματισμών (το έργο το είδαμε στις πρόσφατες εκλογές), που θα «νομιμοποιεί» την αστική δημοκρατία, που θα συζητάει και θα αναλίσκεται για την (πάντα απομακρυνόμενη και με αυτήν την έννοια απραγματοποίητη) επανάσταση!

Θέλουμε να ελπίζουμε ότι η ηγεσία του Κόμματος γνωρίζει την «τύχη» μιας μαοϊκής ομάδας (πραγματικό γεγονός), που μαζεύτηκε σε μια περιφερειακή πόλη της Βόρειας Ελλάδας, μόλις έγινε η δικτατορία των συνταγματαρχών του Παπαδόπουλου, και συζήταγε το πότε θα ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα ενάντια στη δικτατορία. Επί εφτά χρόνια συζήταγε την προετοιμασία και το πότε θα αρχίσει τον ένοπλο αγώνα! Τελικά η δικτατορία έπεσε κάτω από την πάλη του ελληνικού λαού και η ομάδα αυτή στην τελευταία συνεδρίασή της κήρυξε την αυτοδιάλυσή της, γιατί πλέον δεν υπήρχε θέμα προς συζήτηση!!! 

Περισσότερα... "

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Με ποια σκοπιμότητα;


Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Επίκαιρα» γίνεται εκτενής αναφορά στη «Νέα Σπορά» και στο πρόσφατο άρθρο που δημοσίευσε. Θα περίμενε κανείς από το συντάκτη του σχετικού ρεπορτάζ που αφορά στο ΚΚΕ να σεβαστεί και να αποτυπώσει με ακρίβεια τις απόψεις της Νέας Σποράς στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και της δημοκρατικής πληροφόρησης.

Πληροφορούμε, λοιπόν, τον αρμόδιο συντάκτη ότι η Νέα Σπορά ουδέποτε άσκησε κριτική στην ηγεσία του Κόμματος επειδή αρνήθηκε την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για «Αριστερή Κυβέρνηση». Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει. Η ηγεσία του Κόμματος όφειλε να αρνηθεί την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ με την επιμονή του να παραμείνει η χώρα μας στο ευρώ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεικνύει σταθερά ότι δεν έχει καμία διάθεση να αποδεσμευτεί από τη στρατηγική των δυνάμεων του κεφαλαίου τόσο της αστικής τάξης της χώρας μας όσο και των αντίστοιχων αστικών τάξεων των άλλων κρατών - μελών της Ένωσης.

Η Νέα Σπορά ασκεί έντονη και τεκμηριωμένη κριτική στην ηγεσία του Κόμματος, γιατί αυτή στις εκλογές της 6ης του Μάη και της 17ης του Ιούνη απέφυγε να προβάλει την πρόταση του 15ου Συνεδρίου του Κόμματος, η οποία δικαιώθηκε πλήρως και με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο. Άλλωστε ο συντάκτης του ρεπορτάζ πολύ εύκολα θα μπορούσε να το διαπιστώσει αυτό αν διάβαζε με μεγαλύτερη προσοχή το σχετικό άρθρο της Νέας Σποράς.

Δεν γνωρίζουμε με ποια κίνητρα και με ποια σκοπιμότητα ο συγκεκριμένος συντάκτης απέδωσε με αυτόν τον τρόπο το άρθρο της Νέας Σποράς. Αυτό που γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι σίγουρα μας «μπερδεύει» με απόψεις που δεν υποστηρίζουμε.

Πιστεύουμε ότι δεν θα ήταν μάταιο να περιμένουμε τη σωστή απόδοση των θέσεων, που σε αλλεπάλληλα άρθρα η Νέα Σπορά έχει δημοσιοποιήσει, με τη σχετική επανόρθωση στο επόμενο τεύχος του περιοδικού. Το επιβάλλουν οι κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Περισσότερα... "

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ


Η δημοσίευση των Θέσεων της ΚΕ του Κόμματος ανοίγει και επίσημα τις καθιερωμένες καταστατικές διαδικασίες για το 19ο Συνέδριο. Είναι αλήθεια ότι ο κόσμος που ακολουθεί το Κόμμα μας, τα ίδια τα κομματικά μέλη πάνω από όλους, ανέμεναν με  πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τη δημοσίευση των Θέσεων.

Κεντρικό θέμα αυτού του ενδιαφέροντος, μια και το 19ο Συνέδριο είχε ανακοινωθεί ότι θα είναι προγραμματικό, ήταν ο δρόμος που θα χαράξει το Πρόγραμμα του Κόμματος για την υλοποίηση του στρατηγικού του στόχου. Του σοσιαλισμού. Αυτό σε σχέση πάντα με τη διέξοδο από την  οικονομική κρίση - που περνάει η χώρα μας, και με τη γενικότερη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σε αυτήν, αλλά και σε σχέση με την κατάσταση όπως εξελίσσεται στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, που η οικονομική κρίση διαρκεί και βαθαίνει.

Όλα τα παραπάνω σε συνάρτηση με τις εξελίξεις που σημειώνονται στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό,  έτσι όπως εκφράζεται αυτός τόσο μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση την ίδια όσο και στη χώρα μας και στην περιοχή μας. Επίσης, σε συνάρτηση και με την ίδια την πορεία ομοσπονδιοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και με τη δράση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, με τη δράση του ίδιου του Κόμματος, ιδιαίτερα μετά και τελευταία εκλογικά αποτελέσματα, που, σαφώς, το έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση και άλλαξαν τους όρους της παρουσίας του στην πολιτική σκηνή.

Τα μέλη και τα στελέχη του Κόμματος που εκφράζονται μέσα από τη «Νέα Σπορά» δεν επιχειρούν, με το συγκεκριμένο άρθρο, να προκαταλάβουν τη γνώμη των μελών του Κόμματος για την εκτίμηση που έχουν για τις Θέσεις, που κατέθεσε η ΚΕ, παρά το γεγονός ότι ήδη έχουν αποκρυσταλλωμένη άποψη. Τα μέλη του Κόμματος, από τις ίδιες τις καταστατικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία του Κόμματος, οφείλουν να μελετήσουν τις Θέσεις και να τοποθετηθούν υπεύθυνα γι αυτές στις ΚΟΒ και στα όργανα που ανήκουν. 

Το περιεχόμενο, όμως, των Θέσεων εγείρει ορισμένα ζητήματα μέγιστης πολιτικής σημασίας - που δεν είναι μόνο πολιτικής αλλά και κομμουνιστικής δεοντολογίας και ηθικής, που έχουν να κάνουν με τα παρακάτω:

1. Στο κεφάλαιο του Απολογισμού Δράσης του Κόμματος από το 18ο στο 19ο Συνέδριο, που καταλαμβάνει σημαντική έκταση και περιλαμβάνει τις Θέσεις 20 έως και 57, στις σελίδες 15 έως και 41, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο ΑΑΔΜ, που αποτελεί την πιο σημαντική επεξεργασία του Προγράμματος του Κόμματος,  που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριο.

Σημειώνουμε ότι στην Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου υπάρχει ρητή αναφορά στο βασικό στόχο, το ΑΑΔΜ, που ψήφισε το ίδιο το Συνέδριο: «Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ καθορίζει ως αμετακίνητο και ξεκάθαρο στόχο όλου του Κόμματος το πέρασμα στην αντεπίθεση συνολικά σε όλα τα επίπεδα, με την ισχυροποίηση του ΚΚΕ, με ένα Κόμμα σε πλήρη ετοιμότητα να ανταποκριθεί σε οποιεσδήποτε συνθήκες και στροφές της ταξικής επαναστατικής πάλης. Ένα Κόμμα πανέτοιμο να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και στην περίπτωση που έχουμε απότομη άνοδο της ταξικής πάλης, αλλά και σε καμπές, δυσκολίες ή προσωρινά πισωγυρίσματα. Ένα Κόμμα που θα δρα αποτελεσματικά, όσο εξαρτάται από αυτό, για την προώθηση συσπειρώσεων σε αντιμονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, προϋπόθεση για τη συγκρότηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ) ως κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας για τη Λαϊκή Εξουσία και Οικονομία» (18ο Συνέδριο, Ντοκουμέντα, σελ. 82-83).

  •   Το ερώτημα που εγείρεται και που πρέπει να απαντηθεί από την πλευρά της ηγεσίας του Κόμματος προς τα μέλη του Κόμματος είναι: Γιατί στον Απολογισμό της ΚΕ δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σχετικά με την αποτυχία της ηγεσίας του Κόμματος - μετά από 16 χρόνια, για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ, του άμεσου βασικού στόχου, που είχε τεθεί από το 15ο Συνέδριο με ευθύνη της ίδιας της ηγεσίας; Κατ’ επέκταση, πως θα τοποθετηθούν τα μέλη του Κόμματος απέναντι στον απολογισμό, αφού αυτός παραλείπει την κεντρικότερη επεξεργασία του Κόμματος, που επιβεβαιώνεται και επικυρώνεται από όλα τα Συνέδρια μέχρι και το 18ο Συνέδριο, αφού δεν αναφέρονται καν οι λόγοι αυτής της παράλειψης;

2. Στο κεφάλαιο Τα Βασικά Καθήκοντα του Κόμματος έως το 20ο Συνέδριο και στις Θέσεις 58 έως και 69, στις σελίδες 41 έως και 51, περιγράφεται η Λαϊκή Συμμαχία, που τοποθετείται στη θέση του ΑΑΔΜ, χωρίς να αναφέρονται οι όροι και τα κριτήρια που επέβαλαν αυτήν την αντικατάσταση. Προφανώς πρέπει να υποθέσει κανείς, «λογικά», ότι κάτι άλλαξε στις συνθήκες της χώρας μας, κάτι το πολύ σημαντικό και εξαιρετικό, που οδήγησε την ΚΕ να προχωρήσει σε αυτήν τη νέα επεξεργασία, γιατί το ισχύον, ακόμα, Πρόγραμμα του Κόμματος δεν μιλάει για τη Λαϊκή Συμμαχία.

Αυτό το οποίο, όμως, είναι εξαιρετικό και σημαντικό για την ηγεσία του Κόμματος, για το οποίο μπορεί να τις δίναμε και δίκιο αν μας το εξηγούσε και δικαιολογούσε την αντικατάσταση του ΑΑΔΜ από τη Λαϊκή Συμμαχία, παραμένει άγνωστο, μυστηριώδες και επομένως απρόσιτο για τα μέλη του Κόμματος.

Έτσι η κατάσταση για τα μέλη του Κόμματος γύρω από το ΑΑΔΜ είναι η εξής: Στον Απολογισμό δεν υπάρχει τίποτα που να αφορά στο ΑΑΔΜ. Στον Προγραμματισμό, επίσης, δεν υπάρχει τίποτα που να αφορά στο ΑΑΔΜ. Δηλαδή, μετά από 16 χρόνια παρουσίας του ΑΑΔΜ στην καθημερινή ζωή των μελών του Κόμματος, ξαφνικά, αυτά μένουν αποσβολωμένα, γιατί διαπιστώνουν ότι αγωνίζονταν για κάτι που νόμιζαν ότι υπάρχει και τώρα πρέπει να νομίζουν ότι δεν υπάρχει. Το ΑΑΔΜ, ως δια μαγείας, εξαφανίστηκε με την ηγεσία σε θέση ταχυδακτυλουργού. Και χωρίς καμιά εξήγηση, γιατί οι ταχυδακτυλουργοί, ντε φάκτο, δεν δίνουν εξηγήσεις. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι μας ανατριχιάζει τόσο το μυστήριο όσο και το τέλος του ΑΑΔΜ, ως πολιτική πρακτική - στο πλαίσιο της κομμουνιστικής λειτουργίας, δεοντολογίας και ηθικής, στη στάση της ηγεσίας του Κόμματος.

  •   Με βάση τα παραπάνω το συνολικό ερώτημα που ανακύπτει είναι: Γιατί η ΚΕ περνάει με τέτοιο σιωπηλό τρόπο, για να μην πούμε «στη ζούλα» στην κυριολεξία, το ζήτημα του ΑΑΔΜ και πως θα διεξαχθεί η συζήτηση τόσο στις ΚΟΒ όσο και μεταξύ των αντιπροσώπων στο Συνέδριο γύρω από αυτό το ζήτημα; 

3. Στην απάντηση που έδωσε η Συντακτική Επιτροπή του Ριζοσπάστη για λογαριασμό της ηγεσίας στη «Νέα Σπορά», σε σχέση με το ίδιο θέμα, το ΑΑΔΜ, μας κατηγορούσε, με πρωτοφανείς υβριστικούς χαρακτηρισμούς - για τους οποίους θα αποφύγουμε να κάνουμε αναφορά αυτήν τη στιγμή, ότι υπονομεύουμε το ΑΑΔΜ και το ίδιο το Κόμμα και ότι είμαστε εμείς που αρνούμαστε στην ουσία τις επεξεργασίες του 15ου Συνεδρίου του Κόμματος!!!

Από τότε δεν έχουν περάσει παρά λίγοι μήνες και αποκαλύπτεται τώρα, με τη δημοσίευση των Θέσεων, πως αν κάποιος δεν πίστευε και δεν υπερασπιζόταν το ΑΑΔΜ αυτός ήταν η ηγεσία του Κόμματος. Και όχι μόνο δεν το πίστευε και δεν το υπερασπιζόταν, αλλά παραπλανούσε συνειδητά τα μέλη του Κόμματος για το αντίθετο. Από εδώ προκύπτει το συμπέρασμα ότι εάν δεν προχώρησε η δημιουργία του ΑΑΔΜ και το Κόμμα έμεινε μόνο «στα φύτρα» του Μετώπου αυτό οφείλεται στην ίδια τη στάση της ηγεσίας.

Η «Νέα Σπορά» απάντησε με τρία συνεχόμενα άρθρα της και απέδειξε την παραποίηση που επιχειρούσε και διέπραττε τότε στο Πρόγραμμα η ΣΕ του Ριζοσπάστη και η ηγεσία του Κόμματος. Σήμερα, τα μέλη του Κόμματος διαθέτουν όλες τις αποδείξεις για τον «άταφο νεκρό» που λέγεται ΑΑΔΜ.

  •   Το ερώτημα είναι: Πως θα δικαιολογήσει στα μέλη του Κόμματος για ότι έπραξε εν γνώσει της ότι δεν λέει την αλήθεια και με ποιο κύρος θα σταθεί απέναντί τους;

4. Είναι φανερό ότι τώρα αποκαλύπτεται η συνολική πρακτική της ηγεσίας. Ο απαράδεκτος ηγετικός φραξιονισμός με βάση τον οποίο λειτουργούσε τόσα χρόνια η ηγεσία του Κόμματος. Αποκαλύπτεται ο σε βάθος και ανοιγμένος στο χρόνο μεθοδευμένος σχεδιασμός, που απέκρυπτε συστηματικά η ηγεσία του Κόμματος, σε σχέση με το ίδιο το Πρόγραμμα του Κόμματος. Του κορυφαίου ντοκουμέντου του Κόμματος.

Τα «γραπτά μένουν» και από αυτά αποδεικνύεται ο ισχυρισμός μας. Τα παραθέτουμε:

Στο Σχέδιο του νέου Προγράμματος και συγκεκριμένα στον πρόλογο διαβάζουμε: «Το ΚΚΕ ανασυγκροτήθηκε οργανωτικά, ιδεολογικά, προγραμματικά σε όλη τη νέα περίοδο της Ιστορίας του, στηριγμένο στα πέντε Συνέδρια που μεσολάβησαν. Προϊόν αυτής της πορείας είναι το Σχέδιο Προγράμματος που θέτει η ΚΕ στον προσυνεδριακό διάλογο για το 19ο Συνέδριο, το οποίο αναπτύσσει τη συνολική στρατηγική του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό και τα βασικά καθήκοντα της ταξικής πάλης».

Παράλληλα παραθέτουμε την άποψη, που είχε διατυπώσει στέλεχος του Κόμματος στον προσυνεδριακό διάλογο για το 15ο Συνέδριο, μέλος της ΚΕ τότε, μέλος του ΠΓ σήμερα: «Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν κανείς δέχεται ή αρνείται το α - α μέτωπο πάλης, σαν άμεσο πολιτικό στόχο του ΚΚΕ. Το ζήτημα είναι τι περιεχόμενο του δίνει κανείς και αν, από το Σχέδιο Προγράμματος της ΚΕ, αφήνονται περιθώρια διαφορετικών προσεγγίσεων. Και ήδη έχουν εκφραστεί, περισσότερο ή λιγότερο καθαρά, απόψεις περί του α - α μετώπου, που διαχωρίζουν σε κομμάτια ασύνδετα την πολιτική του ΚΚΕ. Δηλαδή, από τη μια η άμεση, η αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή πολιτική, από την άλλη ο στρατηγικός στόχος, ο σοσιαλισμός.

Σε αυτό το έδαφος ανατρέπεται το ταξικό κοινωνικό - πολιτικό περιεχόμενο του α - α μετώπου, γιατί: Αποσυνδέεται από την πάλη για την επαναστατικοποίησή του. Και ακόμα, πιο άμεσα δίνεται προβάδισμα στην πολιτική συμφωνία κορυφών για τη συγκρότησή του. Σταδιοποιούνται οι στόχοι του μέσα από την αυτόνομη προβολή διεκδίκησης μιας ανάλογης κυβέρνησης.

Εννοείται η ανάδειξη μιας κυβέρνησης με κυριαρχία μικροαστικών - ρεφορμιστικών κομμάτων, που θα έχει αναδειχτεί από αστικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες (στις οποίες δεν μπορεί να κυριαρχεί το ΚΚΕ), αντικειμενικά δε θα έχει ούτε το στόχο, ούτε τη θέληση, ούτε τη δυνατότητα να εκφράζει την ανατροπή της εξουσίας του μεγάλου κεφαλαίου. Εάν μια φορά είναι ουτοπική η υιοθέτηση του επαναστατικού αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού σταδίου και του ανάλογου ενδιάμεσου κράτους (ενδιάμεσο στο καπιταλιστικό και στο επαναστατικό εργατικό), η αυτονόμηση της αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής του μετώπου και της διεκδίκησης ανάλογης κυβέρνησης έξω από τις διαδικασίες επαναστατικοποίησης του μετώπου, για κατάκτηση - λύση του προβλήματος της εξουσίας, είναι θέση ρεφορμιστική και επικίνδυνη.

Το ανάλογο κεφάλαιο του νέου προγράμματος πρέπει ν' απαλλαγεί από μονοπάτια που θα στήριζαν κάτι τέτοιο» (Ελένη Μπέλλου, Προσυνεδριακός διάλογος για το 15ο Συνέδριο, 13/04/1996).

Από το παραπάνω απόσπασμα καταλαβαίνουμε αμέσως τι ακριβώς «έτρεχε» και τι εκφραζόταν από τις στήλες του προσυνεδριακού διαλόγου για το 15ο Συνέδριο του Κόμματος από ορισμένα στελέχη: Υπήρχε η άποψη ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος το ΑΑΔΜ να αυτονομηθεί από την ενιαία επαναστατική διαδικασία και να αποτελέσει ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Έτσι προκύπτει η λογική για τα «ασύνδετα κομμάτια» της πολιτικής του Κόμματος, «από τη μια η άμεση, η αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή πολιτική, από την άλλη ο στρατηγικός στόχος, ο σοσιαλισμός».

Ο κίνδυνος αυτός εντοπιζόταν στη δημιουργία κυβέρνησης του ΑΑΔΜ, την οποία (κυβέρνηση) η άποψη αυτή την έβλεπε, εντελώς αυθαίρετα και ανεπίτρεπτα, ως προϊόν αποκλειστικά και μόνο κυριαρχίας των μικροαστικών και ρεφορμιστικών κομμάτων και ως προϊόν συμφωνίας κορυφών!

Θυμίζουμε με την ευκαιρία ότι τη χρονική εκείνη περίοδο το Κόμμα είχε μπει σε σαφώς ανοδική πορεία, οργανωτική και εκλογική, ενώ οι ρεφορμιστικές και μικροαστικές δυνάμεις, δηλαδή ο τότε ΣΥΝ, παιδευόταν για την είσοδό του στη βουλή, γεγονός που η διάρκειά του κράτησε μέχρι και τις εκλογές του 2009. Θυμίζουμε, επίσης, ότι το 15ο Συνέδριο τοποθετήθηκε για τον πολιτικό χαρακτήρα του ΣΥΝ και για όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και τη σχέση τους με το ΑΑΔΜ.

Η άποψη αυτή δεν αρνιόταν το ΑΑΔΜ ευθύς εξ αρχής ούτε τον άμεσο χαρακτήρα της. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Σωστά μπαίνει στο Σχέδιο Προγράμματος η συγκέντρωση δυνάμεων και η διαμόρφωση του αντιιμπεριαλιστικού - αντιμονοπωλιακού μετώπου πάλης, ως το άμεσο πολιτικό καθήκον του ΚΚΕ. Με την έννοια ότι: Απαντά στο σήμερα, με βάση τους υπάρχοντες συσχετισμούς και τα προβλήματα, για τη συσπείρωση των ανάλογων κοινωνικών δυνάμεων, της ενιαιοποίησης της πάλης τους ενάντια στις πολιτικές που υπηρετούν τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό. Συνιστά πεδίο σφυρηλάτησης κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης με άλλα καταπιεζόμενα στρώματα, για ταξικές συγκρούσεις με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό» (Στο ίδιο).

Δεν ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή να ασχοληθούμε με την ειλικρίνεια του παραπάνω αποσπάσματος, γιατί το πραγματικό γεγονός, που έζησε όλο το κομματικό δυναμικό, είναι ότι από το 16ο Συνέδριο και μετά αρχίζει με τη μέθοδο του «προγραμματικού εμπλουτισμού» το βαθμιαίο «ξήλωμα» του ΑΑΔΜ. Στο 19ο Συνέδριο απλώς προτείνεται ο επίσημος ενταφιασμός του. Επαφίεται στα μέλη του Κόμματος εάν τον αποδεχτούν.

Η «Νέα Σπορά» δεσμεύεται ότι θα επανέλθει σε αυτό το θέμα και θα το αναλύσει ακόμη περισσότερο, γιατί μέσα από αυτό αναδεικνύεται η σχέση της Τακτικής με τη Στρατηγική, ένα ζήτημα που στην κυριολεξία έχει ταλανίσει το Κόμμα από μακρού χρόνου και που εμφανίζεται και πάλι σε όλο το «μεγαλείο» του.

Αυτή τη στιγμή περιορίζεται μόνο στο να εντοπίσει την αρχή και το τέλος της «ιστορίας» του ΑΑΔΜ, από πού ξεκίνησε και πως κατέληξε. Παραπέρα, να εντοπίσει τα προβλήματα που δημιουργούνται για την ίδια τη διαδικασία της συζήτησης των Θέσεων στον προσυνεδριακό διάλογο και της τοποθέτησης των κομματικών μελών στις ΚΟΒ.

5. Στις Θέσεις η ηγεσία του Κόμματος ενσωματώνει όλη την επιχειρηματολογία, που χρησιμοποίησε μέχρι τώρα, για να δικαιολογήσει τα εκλογικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης του Ιούνη. Το κύριο επιχείρημα που χρησιμοποιεί είναι ότι αρνήθηκε να πάρει μέρος σε μια κυβέρνηση αστικής διαχείρισης και ότι η στάση της αυτή είναι «παρακαταθήκη για το μέλλον».

  •   Στο πλαίσιο αυτής της επιχειρηματολογίας, που επιστρατεύει η ηγεσία του Κόμματος, οφείλει να απαντήσει στο παρακάτω ερώτημα: Δέχτηκε η ηγεσία του Κόμματος κάποια επίσημη πρόταση για συμμετοχή σε κυβέρνηση κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη, γιατί για τις εκλογές της 17ης του Ιούνη τέτοιο θέμα δεν υπήρχε, και εάν δέχτηκε ποιος αρχηγός αστικού κόμματος της απηύθυνε αυτήν την πρόταση και γιατί το απέκρυψε από τα μέλη του Κόμματος;

Αυτό που γνωρίζουν τα μέλη του Κόμματος είναι ότι η ηγεσία του Κόμματος δεν μπήκε στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, επομένως ήταν αδύνατον να της απευθυνθεί και η οποιαδήποτε επίσημη πρόταση. Δημόσια δεν διατυπώθηκε καμία ανάλογη πρόταση και από κανέναν αρχηγό αστικού κόμματος, που, μάλιστα, εξαιρούσαν το ΚΚΕ ευθύς εξ αρχής εξ αιτίας της θέσης του απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό που, επίσης, γνωρίζουν τα μέλη του Κόμματος είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ που διατυπώθηκε και προεκλογικά και μετεκλογικά, πάντα σε σχέση με τις εκλογές της 6ης του Μάη, για «αριστερή κυβέρνηση».

Η θέση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα προπαγανδιστικό πυροτέχνημα για να πλαγιοκοπήσει τις δυνάμεις του ΚΚΕ και που ο χειρισμός που έκανε η ηγεσία του Κόμματος ήταν τόσο απαράδεκτος, που  επέτρεψε στο ΣΥΡΙΖΑ να πραγματοποιήσει αυτήν την πλαγιοκόπηση και έτσι το Κόμμα να χάσει σημαντικές δυνάμεις προς αυτόν. Η ηγεσία του Κόμματος υποτίμησε φανερά την απήχηση της Αριστερής  Κυβέρνησης, σε μια στιγμή που οι λαϊκές μάζες βρίσκονταν σε κίνηση και εγκατέλειπαν το δικομματισμό, με αποτέλεσμα να μην επιχειρήσει καθόλου να δώσει το πραγματικό περιεχόμενο μιας κυβέρνησης σύμφωνα με το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου - μιας κυβέρνησης του ΑΑΔΜ - και έτσι να γυρίσει «καπάκι» την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ στον ίδιο το ΣΥΡΙΖΑ και με αυτόν τον τρόπο να του επιστρέψει και τη δημαγωγία του, ως πολιτικό μπούμερανγκ. Είναι κι αυτό μια πρόσθετη απόδειξη της υπονόμευσης του ΑΑΔΜ και της στρεβλής κατανόησής του.

Σε αυτήν την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για Αριστερή Κυβέρνηση - και όπως την κατανοούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, η ηγεσία του Κόμματος απάντησε ευθύς εξ αρχής «όχι», δηλαδή, ΠΡΙΝ τη διεξαγωγή των εκλογών της 6ης του Μάη, και ΣΩΣΤΑ έκανε. Άλλωστε τα αποτελέσματα των εκλογών απέδειξαν ότι τέτοιο θέμα δεν υπήρχε - ακόμη και εάν το ήθελε το ΚΚΕ, μια και τα ίδια τα αποτελέσματα δεν «έδιναν» την περίφημη «αριστερή κυβέρνηση» του ΣΥΡΙΖΑ και αποκάλυπταν το δημαγωγικό της χαρακτήρα. Και για έναν άλλο λόγο παραπάνω δεν υπήρχε τέτοιο θέμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήθελε να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες εκείνη την περίοδο. Και αυτό ήταν απόλυτα σαφές γεγονός και προέκυπτε από την ίδια του τη στάση. Καλλιεργούσε εντυπώσεις.

  •   Το ερώτημα είναι:


Α. Αφού δεν υπήρχε επίσημη πρόταση για συμμετοχή σε κυβέρνηση αστικής διαχείρισης από κανένα αστικό κόμμα (γιατί θα έπρεπε να ενημερώσει τα μέλη του Κόμματος η ηγεσία του και να πάρει τη γνώμη τους).
Β. Αφού κανένα μέλος του Κόμματος δεν εγκάλεσε την ηγεσία για το «όχι» που είπε στο ΣΥΡΙΖΑ.
Γ. Αφού τα μέλη του Κόμματος (και πιο έντονα οι ψηφοφόροι του) την εγκάλεσαν για το ακριβώς αντίθετο, γιατί δεν πρόβαλε την προγραμματική πρόταση του 15ου Συνεδρίου, μια κυβέρνηση του ΑΑΔΜ.

ΤΟΤΕ, πως η ηγεσία του Κόμματος επιχειρηματολογεί, στηρίζει και ερμηνεύει την πολιτική της στάση πάνω σε ένα ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ θέμα, το οποίο, μάλιστα, το θεωρεί και ως παρακαταθήκη για το μέλλον του Κόμματος; Ως εκ τούτου, πως τα μέλη του Κόμματος και με ποιο τρόπο θα τοποθετηθούν πάνω σε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ;

Βρισκόμαστε μπροστά στο σπάνιο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον φαινόμενο ένα ζήτημα το οποίο ήταν υπαρκτό (το ΑΑΔΜ) για 16 ολόκληρα χρόνια, ξαφνικά, ως δια μαγείας, να μην υπάρχει πια και ένα ζήτημα το οποίο είναι ανύπαρκτο πάλι ξαφνικά και πάλι ως δια μαγείας να υπάρχει και μάλιστα να αναπτύσσεται και επιχειρηματολογία που θεωρείται και παρακαταθήκη για το μέλλον!!!

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε στην ηγεσία του Κόμματος ότι βρισκόμαστε μπροστά στο Συνέδριο του Κόμματος και ότι οι ταχυδακτυλουργίες, οι μαγικές εξαφανίσεις και οι εξίσου μαγικές εμφανίσεις αφορούν άλλους χώρους στους οποίους εξασκούνται και εμφανίζονται, μπροστά στο θεάμον κοινό, ακροβάτες, κλόουνς, ταχυδακτυλουργοί κλπ… κλπ …!!!

6. Η ηγεσία του Κόμματος δεν χάνει ευκαιρία να αξιοποιεί απόψεις, στην κυριολεξία «δεξιές πάσες», διατυπωμένες από αρθογράφους που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται το ΑΑΔΜ ή οι σκέψεις τους έχουν ως βάση το ΑΑΔΜ και το ρόλο που θα έπαιζε αυτό στην κατεύθυνση της πραγματοποίησης της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Οι απόψεις αυτές αφορούν:

  •   Σε ζητήματα της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα, που ορισμένοι την περιορίζουν πάνω στα θέματα της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας.
  •   Στην κατάθεση - διαμόρφωση μίνιμουμ ενωτικής πρότασης - προγράμματος προς όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς, που, όμως, δεν διευκρινίζονται οι όροι αυτής της πρότασης (ακόμη και εάν, επί της ουσίας, καταργείται εμμέσως πλην σαφώς το ΑΑΔΜ από άλλη κατεύθυνση).
  •   Στο σχηματισμό «Αριστερής» κυβέρνησης, που πάλι δεν διευκρινίζεται ο χαρακτήρας της, το πώς θα προκύψει αυτή και πάνω σε ποια βάση.
  •   Στην πίεση που ασκούν τα οξυμένα άμεσα προβλήματα πάνω στους εργαζόμενους, που δημιουργούνται από την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής και πως αντιμετωπίζονται σε σχέση με τη σοσιαλιστική προοπτική.
  •   Στη στάση απέναντι στο χρέος, τα Μνημόνια και τις Δανειακές Συμβάσεις.
  •   Στο νόμισμα και το ρόλο του, ευρώ ή δραχμή (από διαφορετικές πλευρές γίνονται επιπόλαιες αναλύσεις, που απλοποιούν το ρόλο του νομίσματος και με την έννοια αυτή υποτιμούν την επιστροφή στη δραχμή).
  •   Στην κατεύθυνση της εξόδου από την οικονομική κρίση και από τη χρεοκοπία.

  •   Στις πολιτικές συμμαχίες και το χαρακτήρα των κομμάτων.
  •   Στο ρόλο του εργατικού κινήματος.
Το κρίσιμο ζήτημα, διευκρινίζουμε για άλλη μια φορά για λογαριασμό μας, πάνω στο οποίο θα πρέπει να οικοδομηθεί το ΑΑΔΜ (επιμένουμε εμείς), εξακολουθεί να είναι: Η έξοδος από την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού μέσα από συγκεκριμένα βήματα ωρίμανσης τόσο της υλικής βάσης της ελληνικής κοινωνίας όσο και της πολιτικής συνείδησης των λαϊκών μαζών. Ο κρίκος που πρέπει να ενοποιεί τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, το ρόλο του εργατικού κινήματος, τη δημιουργία κυβέρνησης του ΑΑΔΜ είναι η έξοδος από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η καθοδηγητική ικανότητα της ηγεσίας του Κόμματος, μιας επαναστατικής ηγεσίας, θα έπρεπε να την οδηγήσει στο να διακρίνει την αφετηρία και την ουσία αυτών των απόψεων για να τις αντικρούσει. Να στηρίξει το ΑΑΔΜ, να μπαίνει «στα γεμάτα» στην πολιτική και ιδεολογική διαπάλη και να μην καταφεύγει, μέσα από το «φοβικό σύνδρομο του ΑΑΔΜ» για μια πιθανή παρέκκλισή του, που στην ουσία του εκφράζει την απόρριψή του, να τις αξιοποιεί για να «τελειώνει» με το ΑΑΔΜ.

7. Άλλωστε η ηγεσία του Κόμματος έχει να απολογηθεί και για κάτι άλλο πολύ πιο ουσιαστικό, που αφορά αυτήν την ίδια και τη συγκρότησή της, την ηγετική της υπόσταση, μια και οι ηγεσίες παίζουν πάντα τον ιστορικό τους ρόλο: Από πότε μια ηγεσία, που ευθύνεται αυτή η ίδια και δια χειρός της εμφανίζεται μια δική της τελική προγραμματική επεξεργασία, φοβάται τόσο πολύ τον ίδιο τον εαυτό της, ώστε να «αυτονομεί» την επεξεργασία της από την ίδια και να της «αποδίδει» δυνατότητα παρέκκλισης;  Στο «χέρι» της και στο «μυαλό» της ήταν και είναι να αποτρέψει την παρέκκλιση.

Θα μας πει και θα παραδεχτεί, τώρα, η ηγεσία του Κόμματος τους πραγματικούς λόγους που οδήγησαν στο να προτείνει την κατάργηση του ΑΑΔΜ ή θα τους εξαφανίσει κι αυτούς ως δια μαγείας;

Γιατί τα μέλη του Κόμματος νομίζανε μέχρι τώρα ότι: «Από τις 27 Μάη όλο το Κόμμα πρέπει να προσανατολιστεί αποφασιστικά στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη συγκρότηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού μετώπου πάλης. Να μπούνε γερά τα θεμέλιά του, έχοντας πυξίδα το Πρόγραμμα που θα υιοθετήσει το 15ο Συνέδριο και τα άμεσα πολιτικά καθήκοντα που θα χαράξει ως το 16ο» (Άρθρο της Αλέκας Παπαρήγα με τίτλο: «Το άμεσο πολιτικό καθήκον του Κόμματος», Ριζοσπάστης 28/04/1996). 
Περισσότερα... "